Τουριστικά πλοία
some_text
some_text
some_text

Άρθρο 16 : Μέθοδος υπολογισμού της φορολογητέας αξίας των πλοίων αναψυχής και μικρών σκαφών – Καταβολή ΦΠΑ

1. Η φορολογητέα αξία όλων ανεξαιρέτως των πλοίων αναψυχής και μικρών σκαφών του παρόντος νόμου, για τα οποία ανακύπτει για οποιαδήποτε αιτία η υποχρέωση καταβολής ΦΠΑ, είτε λόγω εισαγωγής σε περίπτωση αμφισβήτησης της συναλλακτικής αξίας τους ή λόγω ενδοκοινοτικής απόκτησης καινούργιου ή μεταχειρισμένου πλοίου αναψυχής ή μικρού σκάφους είτε λόγω αγοράς τους στο εσωτερικό της χώρας ως καινούργια ή μεταχειρισμένα, διαμορφώνεται με βάση την αρχική τιμή πώλησης του εν λόγω πλοίου αναψυχής ή μικρού σκάφους στον πρώτο αγοραστή, κατόπιν της ολοκλήρωσης της ναυπήγησης ή κατασκευής του. 2. Η προκύπτουσα κατά τα ανωτέρω αξία μειώνεται λόγω παλαιότητας ως εξής:1ο έτος 20%2ο έτος 15%3ο έτος 10%4ο έτος 10%5ο έτος 5%6ο έτος 5%7ο έτος 5% με ανώτατο όριο έως το 15ο έτος 70%.από το 15ο έτος έως το 20ο έτος 85%από το 20ο έτος και άνω 90% Οι παραπάνω μειώσεις της αξίας λόγω παλαιότητας θα υπολογίζονται ανά ημερολογιακό έτος από την ημεροχρονολογία έκδοσης του αρχικού τιμολογίου του ναυπηγείου ή της επιχείρησης η οποία κατασκεύασε το πλοίο αναψυχής ή το μικρό σκάφος αντίστοιχα, σε περίπτωση δε κατά την οποία δεν προκύπτει τέτοια ακριβής ημερομηνία από την 1η Ιουνίου του έτους ναυπήγησης ή κατασκευής του πλοίου αναψυχής ή του μικρού σκάφους, όπως αυτό θα προκύπτει από οποιοδήποτε σχετικό ναυτιλιακό έγγραφο ή έγγραφο εκδοθέν από το ναυπηγείο. Σε περίπτωση κατά την οποία δεν υφίσταται κανένα αποδεικτικό ή παραστατικό, από το οποίο προκύπτει η αρχική αξία του πλοίου αναψυχής ή του μικρού σκάφους, η σχετική αρχική ή η τρέχουσα εμπορική αξία αυτού, θα καθορίζεται και αποδεικνύεται από έγγραφη σχετική εκτίμηση του ΝΕΕ, η οποία θα αποτελεί μη μαχητό τεκμήριο. Λαμβάνονται επίσης υπόψη για τη διαμόρφωση της φορολογητέας αξίας των παραπάνω πλοίων αναψυχής και μικρών σκαφών τυχόν σοβαρές και δαπανηρές ανακαινίσεις αυτών. Σε περίπτωση παύσης της ισχύος της επαγγελματικής άδειας ενός πλοίου αναψυχής για οποιοδήποτε λόγο, για το οποίο θα ανακύψει υποχρέωση καταβολής του ΦΠΑ, ο φόρος αυτός, θα υπολογίζεται κατά την ημερομηνία, η οποία προσδιορίζεται από την σχετική διοικητική πράξη του Υπουργείου Ναυτιλίας και Αιγαίου, ως ημέρα παύσης της ισχύος της επαγγελματικής άδειας του πλοίου αναψυχής. Σε περίπτωση επίσης μη συμπλήρωσης του κατώτατου ορίου ημερών ναύλωσης, τυχόν δασμοί και φόροι (ΦΠΑ, ΕΦΚ), οι οποίοι αποφεύχθηκαν, κατόπιν της ημερομηνίας κατά την οποία έπαυσε να ισχύει η επαγγελματική άδεια και οι οποίοι προκύπτουν εκ της ατελούς προμήθειας υλικών, αντικειμένων και καυσίμων, θα καταβάλλονται με τις σχετικές προσαυξήσεις, υπολογιζόμενες από την ημερομηνία, η οποία προσδιορίζεται από την σχετική διοικητική πράξη του Υπουργού Ναυτιλίας και Αιγαίου, ως ημέρα παύσης της ισχύος της επαγγελματικής άδειας του πλοίου αναψυχής. Ο τρόπος υπολογισμού της φορολογητέας αξίας της παρ. 1 του παρόντος άρθρου ισχύει και για τις περιπτώσεις της παρούσας παραγράφου. 3. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και Ναυτιλίας και Αιγαίου ρυθμίζεται κάθε λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου.
 
3 σχόλια.
 

Άρθρο 17: Φορολογικές Διατάξεις

1. Οι απαλλαγές από το Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.) που προβλέπονται από τις ισχύουσες κάθε φορά Κοινοτικές και Εθνικές περί Φ.Π.Α. διατάξεις, ισχύουν και για τα επαγγελματικά πλοία αναψυχής και επαγγελματικά τουριστικά ημερόπλοια του παρόντος νόμου. Επίσης οι τελωνειακές διατάξεις, οι σχετικές με φορολογικές απαλλαγές και επιστροφές φόρων, που έχουν θεσπιστεί για τα επαγγελματικά τουριστικά πλοία του Ν. 2743/99, εφαρμόζονται και για τα επαγγελματικά πλοία αναψυχής του παρόντος νόμου. 2. Σχετικά με τα επαγγελματικά πλοία αναψυχής για τα οποία έχει καταβληθεί νόμιμα ο αναλογών ΦΠΑ στην Ελλάδα ή σε άλλο κράτος – μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χωρίς να έχει τύχει έκπτωσης ή επιστροφής του φόρου, πριν αυτά λάβουν άδεια επαγγελματικού πλοίου αναψυχής ή κατά τη διάρκεια της ισχύος της, ο πλοιοκτήτης τους δεν υποχρεούται εκ νέου στην καταβολή ΦΠΑ, κατά τη λήξη ισχύος της επαγγελματικής άδειας του πλοίου. 3. Επιτρέπεται ο εφοδιασμός των επαγγελματικών πλοίων αναψυχής του παρόντος νόμου με καύσιμα απαλλαγμένα από τον ειδικό φόρο κατανάλωσης και του δασμού των καυσίμων που χρησιμοποιούνται για τη ναυσιπλοϊα στα ύδατα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προ του απόπλου του πλοίου προς το λιμένα παραλαβής των επιβατών και έναρξης του ναύλου ή αν επιστρέψει στο λιμένα του μόνιμου ελλιμενισμού του, μετά την οριστική αποβίβαση των επιβατών, σύμφωνα με τις διατάξεις του 4 παρ. 2γ του παρόντος νόμου. Ο πλοίαρχος ή ο κυβερνήτης του πλοίου υποχρεούται να προσκομίζει κατά τον εφοδιασμό του πλοίου με τα παραπάνω καύσιμα, πέραν των δικαιολογητικών που απαιτεί η Τελωνειακή Αρχή, αντίγραφο του σχετικού ναυλοσυμφώνου καθώς και υπεύθυνη δήλωση του στην οποία θα αναφέρεται ο τόπος και χρόνος επιβίβασης των επιβατών σύμφωνα με τα οριζόμενα στο ναυλοσύμφωνο. Για το λόγο αυτό ο πλοίαρχος ή ο κυβερνήτης ή ο πλοιοκτήτης, υποχρεούνται να προσκομίσουν στην αρμόδια τελωνειακή Αρχή, εντός προθεσμίας δέκα πέντε (15) ημερών από τον εφοδιασμό του πλοίου με τα παραπάνω καύσιμα, επικυρωμένα αντίγραφα κατάστασης επιβαινόντων, θεωρημένης από την αρμόδια λιμενική αρχή καθώς και του Ε.Ε.Π.Σ.Ε.Π.Α του πλοίου από το οποίο θα προκύπτει η διενέργεια του σχετικού ναύλου καθώς και η επιβίβαση των επιβατών αυτού. 4. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ή με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Ναυτιλίας και Αιγαίου κατά περίπτωση, καθορίζεται κάθε λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου αυτού.
 
3 σχόλια.
 

Άρθρο 18 : Κυρώσεις

1. Η εκναύλωση πλοίων αναψυχής κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος νόμου και η ανακριβής δήλωση του εισπραττόμενου ναύλου τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών. 2. α) Ανεξάρτητα από τις ποινικές κυρώσεις, για κάθε παράβαση των διατάξεων του παρόντος νόμου επιβάλλεται, με αιτιολογημένη απόφαση του προϊσταμένου της αρμόδιας Λιμενικής Αρχής, πρόστιμο από [...] μέχρι και [...]. Σε περίπτωση παράβασης καθ` υποτροπή, τα όρια του προστίμου διπλασιάζονται και σε περίπτωση επόμενης της καθ’ υποτροπήν παράβασης, ο Υπουργός Ναυτιλίας και Αιγαίου, μετά από πρόταση του προϊσταμένου της Λιμενικής Αρχής και εισήγηση της αρμόδιας Διεύθυνσης του Υπουργείου Ναυτιλίας και Αιγαίου, μπορεί να προβαίνει στη διαγραφή του επαγγελματικού πλοίου αναψυχής από το Μητρόω του άρθρου 6 του παρόντος. β) Κατ’ εξαίρεση, στους παραβάτες των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 7, του άρθρου 10 παρ. 1 περ. α και του άρθρου 11 επιβάλλεται από τον Υπουργό Ναυτιλίας και Αιγαίου, μετά από εισήγηση του προϊσταμένου της αρμόδιας λιμενικής αρχής, πρόστιμο από [...] έως [...]. Επίσης κατ’εξαίρεση, σε παράβαση της παραγράφου 7 του άρθρου 3, επιβάλλεται από τον Υπουργό Ναυτιλίας και Αιγαίου, μετά από εισήγηση του προϊσταμένου της αρμόδιας Λιμενικής Αρχής, στον πλοιοκτήτη καθώς και στον πλοίαρχο ή κυβερνήτη του πλοίου, πρόστιμο ίσο με την πενταπλάσια αξία του ναύλου για τον οποίο διαπιστώθηκε η παράβαση. Στην περίπτωση παράβασης καθ’ υποτροπήν των διατάξεων του πρώτου και δεύτερου εδαφίου της παρούσας περίπτωσης, ο Υπουργός Ναυτιλίας και Αιγαίου, μετά από πρόταση του προϊσταμένου της Λιμενικής Αρχής και εισήγηση της αρμόδιας Διεύθυνσης του Υπουργείου Ναυτιλίας και Αιγαίου, μπορεί να προβαίνει σε διαγραφή του επαγγελματικού πλοίου αναψυχής από το Μητρώο του άρθρου 6 του παρόντος. γ) Ως υποτροπή νοείται η τέλεση νέας παράβασης των διατάξεων του νόμου αυτού μέσα σε πέντε (5) έτη από την τέλεση της προηγούμενης. 3. Η διαδικασία επιβολής των παραπάνω διοικητικών κυρώσεων αρχίζει από τη σύνταξη βεβαίωσης της παράβασης από τη Λιμενική Αρχή που τη διαπίστωσε. 4. Πριν από την επιβολή του προστίμου οι παραβάτες καλούνται να εκθέσουν τις απόψεις τους μέσα σε προθεσμία που ορίζεται από την επίδοση της κλήσης και δεν μπορεί να είναι μικρότερη των πέντε (5) εργάσιμων ημερών από την επίδοση της κλήσης. Από την προθεσμία αυτή μπορούν εγγράφως να παραιτηθούν. 5. Από τη σύνταξη της παραπάνω βεβαίωσης και μέχρι την πληρωμή του προστίμου σε οποιαδήποτε Δ.Ο.Υ ή την απαλλαγή εκείνου κατά του οποίου βεβαιώθηκε η παράβαση, απαγορεύεται ο απόπλους του πλοίου αναψυχής, με εξαίρεση τον απόπλου του επαγγελματικού πλοίου αναψυχής. Η απαγόρευση απόπλου αίρεται αν κατατεθεί ισόποση προς το πρόστιμο που επιβλήθηκε εγγυητική επιστολή Τράπεζας που λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα. Ο απόπλους μπορεί επίσης να επιτραπεί, χωρίς την καταβολή του προστίμου ή την κατάθεση της εγγυητικής επιστολής τράπεζας, αν παρέχεται άλλη επαρκής ασφάλεια και είναι εκ των πραγμάτων ανέφικτη η άμεση προσκόμιση τραπεζικής εγγύησης. 6. Κατά των αποφάσεων επιβολής προστίμου που προβλέπονται στη παράγραφο 2 του άρθρου αυτού, επιτρέπεται προσφυγή ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων. Η προσφυγή δεν αναστέλλει την εκτέλεση. 7. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Ναυτιλίας και Αιγαίου μπορούν να αυξομειώνονται τα όρια των προστίμων που αναφέρονται στη παράγραφο 2 του άρθρου αυτού. 8. Το ύψος των προστίμων που επιβάλλονται σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου αυτού εξαρτάται ιδίως από τις συνθήκες τέλεσης της παράβασης, το βαθμό επανάληψης αυτής, τη βαρύτητά της, και τη βλάβη που προκλήθηκε στο κράτος ή τον τουρισμό ειδικότερα. 9. Οι παραβάτες των διατάξεων του άρθρου 9 παρόντος νόμου, ο έλεγχος εφαρμογής των οποίων ανατίθεται στις Λιμενικές Αρχές, τιμωρούνται με τις κυρώσεις του άρθρου 157 του Κώδικα Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του Ν.Δ. 187/1975 (Α’261), ανεξάρτητα από άλλες ποινικές ευθύνες.
 
2 σχόλια.
 

Άρθρο 19: Γενικές Διατάξεις

1. Η σύμβαση σύστασης ναυτικής υποθήκης σε βάρος παντός πλοίου, είτε επαγγελματικού είτε ιδιωτικού και πλωτών ναυπηγημάτων, συντάσσεται ατελώς και χωρίς καμία επιβάρυνση σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.Δ. 4419/64. 2. Κάθε επαγγελματικό πλοίο αναψυχής το οποίο εκτελεί ταξίδια αναψυχής με ολική ναύλωση καθώς και μικρό σκάφος μπορεί να εφοδιάζεται με άδεια ερασιτεχνικής αλιείας προκειμένου οι επιβάτες να επιδίδονται στην άσκηση της ερασιτεχνικής αλιείας σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, χωρίς να είναι απαραίτητο να έχουν εφοδιασθεί οι ίδιοι με ατομική ερασιτεχνική άδεια αλιείας, το ρόλο της οποίας υπέχει το ναυλοσύμφωνο.Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και Ναυτιλίας και Αιγαίου καθορίζονται:α. οι όροι και προϋποθέσεις για την άσκηση της συγκεκριμένης δραστηριότητας,β. τα δικαιολογητικά που υποβάλλονται με αίτηση για την απόδειξη της συνδρομής τους,γ. οι ειδικές απαγορεύσεις, υποχρεώσεις και περιορισμοί άσκησης της δραστηριότητας,δ. το ύψος των ποσών που θα καταβάλλονται και θα αποτελούν έσοδο του κρατικού προϋπολογισμού,ε. κάθε άλλη συναφής λεπτομέρεια και σχετικό θέμα. 3. Κατά τη διάρκεια εκτέλεσης του ταξιδιού αναψυχής που διενεργείται από τα επαγγελματικά πλοία αναψυχής οι επιβάτες δύνανται να πραγματοποιούν καταδύσεις ερασιτεχνικά στο πλαίσιο της αναψυχής τους και υπό την προϋπόθεση ότι δεν καταστρατηγείται ο σκοπός της εκτέλεσης ταξιδιού αναψυχής ή και περιήγησης όπως ορίζεται στην περίπτωση (α) της παρ. 1 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου.
 
7 σχόλια.
 

Άρθρο 20 : Τροποποιούμενες και καταργούμενες διατάξεις

1. Η προθεσμία της παραγράφου 1 εδ. ε και στ’ του άρθρου 27 του ν. 3182/2003 ορίζεται σε δώδεκα (12) αντί έξι (6) μήνες. 2. Στην περίπτωση ε΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 12 του ν.3842/2010 (ΦΕΚ 58 Α΄) προστίθεται υποπερίπτωση οο΄ ως εξής: «με το άρθρο 37 του ν.3182/2003 (ΦΕΚ 220 Α΄) για τη Ναυτιλιακή Εταιρεία Πλοίων Αναψυχής και τους μετόχους της». 3. Στο άρθρο 6 του Ν.2399/1996 όπως ισχύει, προστίθεται περίπτωση “v” ως εξής:v. για κάθε επιβάτη που εκτελεί ημερήσια – μονοήμερη εκδρομή (αναχώρηση και επιστροφή το ίδιο βράδυ και με το ίδιο πλοίο) μεταξύ ελληνικών λιμένων ή επεκτείνεται και σε λιμένες του εξωτερικού ή προσεγγίζει απευθείας σε λιμένα του εξωτερικού, για κάθε λιμάνι που προσεγγίζει το πλοίο, περιλαμβανομένου και του αφετήριου λιμένα. 4. Η παρ. 2 του άρθρου 20 του Ν. 3622/2007 τροποποιείται ως εξής:«2. Το τέλος χρήσεως λιμένα συνίσταται σε συνολικό ποσοστό 5% στην τιμή του εισιτηρίου ή του ναύλου και αναγράφεται στα εισιτήρια αναλυτικά ως 2,5% υπέρ του φορέα διοίκησης και εκμετάλλευσης του λιμένα επιβίβασης και 2,5% υπέρ του φορέα διοίκησης και εκμετάλλευσης του λιμένα αποβίβασης. Το ανωτέρω τέλος εισπράττεται και αποδίδεται με ευθύνη αυτών που τα εκδίδουν στο λογαριασμό του δικαιούχου, μαζί με υπεύθυνη δήλωση και κατάσταση εμφαίνουσα τον αριθμό των εκδοθέντων εισιτηρίων ή ναύλων και το καταβλητέο χρηματικό ποσό.» 5. Από την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος νόμου καταργούνται τα άρθρα 1 έως 14 του ν. 2743/1999, το άρθρο 11 του ν. 3182/2003, το άρθρο 37 του Ν. 3182/2003, το άρθρο 40 του ν. 3182/2003, η παρ. 2 και 3 του άρθρου 42 του Ν. 3182/2003, τα άρθρα 12, 13 και η περ. δ’ παρ. 3 άρθρου 37 του π.δ. 242/1999, οι διατάξεις του άρθρου 64 του Ν. 3842/2010 (ΦΕΚ 58 Α’), η περ. ιγ’ της παρ.4 του άρθρου 17του Ν. 3833/2010 (ΦΕΚ 40 Α’), καθώς και κάθε διάταξη στο μέρος που αντίκειται στις διατάξεις του παρόντος νόμου.
 
3 σχόλια.