Βλέπετε τα σχόλια που σχετίζονται με την ομάδα λέξεων που επιλέξατε.
 
Ελένη Φλώρου
Οι κυβερνώντες μιας πολιτείας που στυλοβατείται από την κλεπτοκρατία, την φοροδιαφυγή και την αυτοκρατορία των καρτέλ και των πραιτωριανών της εξουσίας, αποφάσισαν να εκμηδενίσουν και εξουδετερώσουν τον ακαδημαϊκό χώρο με «σαλαμοποιημένες» διαδικασίες, κατά το μακιαβελικό υιοθετημένο σύστημα «σήμερα το ΕΚΚΕ, αύριο κάποιο άλλο ΕΚ, μεθαύριο κάποιο τμήμα ΑΕΙ….», ενώ υπόγεια εισάγουν παρεισφρύουσους αντεργατικές διατάξεις, όπως η μετατροπή από ΝΠΔΔ σε ΝΠΙΔ μέσω της συγχώνευσης, ως «side effects». Η απάντηση είναι ο αγώνας των εργαζομένων στον ακαδημαϊκό χώρο με ενότητα, συνέπεια και αλληλεγγύη, για να εξουδετερωθούν οι επικίνδυνες πολιτικές, που επιχειρούνται στο ερευνητικό ζήτημα, από διαχειριστές με ανερμάτιστη λογιστική λογική πόρω απέχουσα των ακαδημαϊκών κριτηρίων και του κοινωνικού οφέλους.
 
 
Ιωάννα Τσίγκανου
Έκπληκτος και ενεός ο νομικός κόσμος της χώρας προσπαθεί να κατανοήσει το πνεύμα και το γράμμα του άρθρου 9 του υπό διαβούλευση πολυδιαφημισθέντος Σχεδίου Νόμου περί κατάργησης – συγχώνευσης φορέων του δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα.Πραγματικά απαιτείται η επιστράτευση της επιστημονικής μας φαντασίας προκειμένου να κατανοήσουμε το γράμμα του νόμου, καθώς συνιστά ευθεία προσβολή τόσο της ελληνικής γλώσσας όσο και της νομικής γλώσσας. Οι συντάκτες του κειμένου παρέδωσαν προς διαβούλευση ένα κείμενο γλωσσικά και συντακτικά απαράδεκτο, νομοτεχνικά ατελές και αόριστο που βρίθει ανακριβειών και αντιφάσεων. Φαίνεται πως ο πολιτικός, νομοθετικός και ιδεολογισμός κυνισμός με τον οποίο προωθούνται οι πιλοτικές καταργήσεις – συγχωνεύσεις φορέων αντανακλάται και στη διατύπωση του κειμένου.Ως προς το πνεύμα του νόμου, το εν λόγω άρθρο συνιστά θεσμική αλλοίωση των ακαδημαϊκού χαρακτήρα δημόσιων ερευνητικών δομών της χώρας αφού τις μεταχειρίζεται ως υπηρεσίες και οργανικές μονάδες. Σε μια ιστορική συγκυρία που δομές αιχμής για την έξοδο της χώρας από την κρίση, όπως τα ερευνητικά κέντρα είναι περισσότερο από ποτέ απαραίτητες, η πολιτεία επιλέγει να τις απαξιώσει, υποβαθμίσει και αφανίσει, αρχής γενομένης από τον πιο μικρό και ως εκ τούτου πλέον ευάλωτο κρίκο.Δεν θα ασχοληθώ ούτε με την αντισυνταγματικότητα της ρύθμισης του άρθρου 9 αναφορικά με τη νομική προσωπικότητα των υπό συγχώνευση φορέων, ούτε με την – με εξαιρετική ομολογουμένως μαεστρία – προωθούμενη άρση της συνταγματικά κατοχυρωμένης μονιμότητας δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων. Αυτά είναι πολύ προφανή για να χρήζουν κριτικής και σχολιασμού. Ο εξαιρετικά αναρμόδιος για τα θέματα της έρευνας αξιότιμος κ. Υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, ως διαπρεπής συνταγματολόγος, τα γνωρίζει. Μάλλον εκ παραδρομής συμπεριελήφθη μια τέτοια ρύθμιση στο υπό διαβούλευση Σχέδιο Νόμου.Θα ασχοληθώ όμως με την ποιότητα της δημοκρατίας μας. Διότι η εν λόγω ρύθμιση του άρθρου 9 αυτό που κυρίως προσπαθεί με μετέωρο βήμα νομικής ασάφειας να προωθήσει είναι η βίαιη αλλαγή των θεσμών και η αναγκαστική και εκβιαστική μετατροπή των εργασιακών δικαιωμάτων των εργαζομένων χωρίς ουδεμία δυνατότητα ανακούφισης μέσω του θεσμού των μετατάξεων. Είναι αυτή η βία κατά θεσμών, δημοσίων αγαθών και δικαιωμάτων που συνιστά «έγκλημα και τιμωρία».Στη δε περίπτωση του ΕΚΚΕ η τιμωρία στρέφεται και κατά της κοινωνίας αφού την αποστερεί από τη δυνατότητα της ανεξάρτητης επιστημονικής του μαρτυρίας για τα τεκταινόμενα σήμερα στην κοινωνία.Για όλους τους παραπάνω λόγους είναι ευνόητο ότι το άρθρο 9 χρήζει απόσυρσης. Ιωάννα Τσίγκανου, Διευθύντρια Ερευνών, ΕΚΚΕ, Κοινωνιολόγος του Εγκλήματος
 
 
ΕΝΩΣΗ ΕΛΛΗΝΩΝ ΕΡΕΥΝΗΤΩΝ
ΕΝΩΣΗ ΕΛΛΗΝΩΝ ΕΡΕΥΝΗΤΩΝhttp://www.eee-researchers.gr Αθήνα, 07/10/2012Αρ. Πρωτ.: Εξ./436/2012 ΑΝΟΙΚΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ Προς: Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και ΑθλητισμούΚαθηγητή Κωνσταντίνο ΑρβανιτόπουλοΥπουργό Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής ΔιακυβέρνησηςΚαθηγητή Αντώνη Μανιτάκη Θέμα: Παρέμβαση της Ένωσης Ελλήνων Ερευνητών στα Άρθρα 7, 9 και 16 του υπό δημόσια διαβούλευση νομοσχεδίου «Κατάργηση και Συγχώνευση νομικών προσώπων του δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα» του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης Κύριοι Υπουργοί, Τα 11 Ερευνητικά Κέντρα που εποπτεύονται από τη Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας αποτελούν οργανικό τμήμα του ευρύτερου ερευνητικού ιστού της χώρας.Αποτελούν, επίσης, ένα ιδιαίτερα παραγωγικό τμήμα του Ελληνικού Δημοσίου, καθώς για κάθε 1 Ευρώ που «επενδύει» η Πολιτεία σε αυτά, «φέρνουν» κατά μέσο όρο 2 Ευρώ, μέσω κυρίως ευρωπαϊκών και διεθνών ανταγωνιστικών ερευνητικών προγραμμάτων, παρέχοντας ταυτόχρονα εργασία σε περίπου 2.000 ανθρώπους, κυρίως νέους επιστήμονες (που εργάζονται στα ερευνητικά προγράμματα) και συνεισφέροντας στην αξιοπρεπή παρουσία της χώρας στο επιστημονικό Ευρωπαϊκό και διεθνές γίγνεσθαι, καθώς και στην ανάπτυξή της, με τα ερευνητικά και τα τεχνολογικά τους αποτελέσματα.Είναι επιπλέον οι μόνοι δημόσιοι ερευνητικοί φορείς που αξιολογούνται συστηματικά, με εξωτερικές αξιολογήσεις από διεθνείς επιτροπές κριτών, από το 1995 (βάσει του Ν. 1514/1985), καθώς και οι πρώτοι και μοναδικοί -έως σήμερα- δημόσιοι ερευνητικοί φορείς που αναδιαρθρώθηκαν, με τη συγχώνευση των 56 Ινστιτούτων τους σε 31, με το νόμο 4051/2012 (εφαρμοστικός του Μνημονίου ΙΙ,http://www.eee-researchers.gr/Katastatiko-Nomothesia/N_4051-2012_Sugxoneuseis-EK.pdf). Παρά το ότι :• η πρόσφατη αυτή πρώτη φάση αναδιάρθρωσης στα ΕΚ της ΓΓΕΤ δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί (εκκρεμούν οι εκλογές διευθυντών σε πολλά νέα/συγχωνευμένα Ινστιτούτα, οι εκλογές Επιστημονικών Γνωμοδοτικών Συμβουλίων, η επικαιροποίηση των Οργανισμών Κέντρων, η σύνθεση νέων επιχειρησιακών σχεδίων Ινστιτούτων, κλπ.),• οι αστοχίες που εντοπίζονται σε αυτήν δεν έχουν συζητηθεί, πόσο δε μάλλον αντιμετωπιστεί, και• δεν έχει γίνει καμιά αποτίμηση του εγχειρήματος, επιστημονική ή οικονομική,στο σύντομο διάστημα υπαγωγής της ΓΓΕΤ στο Υπουργείο Ανάπτυξης (21/06/2012 – 10/08/2012) προτάθηκαν από το Υπουργείο αυτό προς συγχώνευση και πάλι Ερευνητικά Κέντρα της ΓΓΕΤ, συμπεριλαμβανόμενα σε ένα κατάλογο προς συγχώνευση φορέων του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης, μαζί με άλλους, άσχετους με την έρευνα φορείς. Οι συγχωνεύσεις αυτές περιλαμβάνονται σήμερα στα Άρθρα 7 και 9 του υπό διαβούλευση σ/ν του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης «Κατάργηση και Συγχώνευση νομικών προσώπων του δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα» (http://www.opengov.gr/minreform/?p=587) και αφορούν, αντίστοιχα, το Κέντρο Έρευνας Τεχνολογίας & Ανάπτυξης Θεσσαλίας (ΚΕΤΕΑΘ, ΝΠΙΔ ΕΚ) που απορροφάται από το Εθνικό Κέντρο Έρευνας & Τεχνολογικής Ανάπτυξης (ΕΚΕΤΑ, ΝΠΙΔ ΕΚ) και το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ, ΝΠΔΔ ΕΚ) που καταργείται και στη συνέχεια συγχωνεύεται με το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών (ΕΙΕ, ΝΠΙΔ ΕΚ). Οι υπό διαβούλευση συγχωνεύσεις των Ερευνητικών Κέντρων της ΓΓΕΤ:1. Βρίσκονται σε απόλυτη αντίθεση με το ζητούμενο μιας ορθολογικής αναδιάρθρωσης του συνόλου του δημόσιου ερευνητικού ιστού της χώρας (ΑΕΙ, Ερευνητικά κέντρα της ΓΓΕΤ και άλλοι ερευνητικοί δημόσιοι φορείς) η οποία, όπως συνομολογεί και η τριμερής του Υπουργείου Παιδείας, πρέπει να γίνει συντεταγμένα, με επιστημονικά κριτήρια, μετά από (τη θεσμοθετημένη) αξιολόγηση και με αναπτυξιακά/οικονομικά οφέλη.2. Προωθούνται χωρίς σαφή κριτήρια και δεν εμπεριέχουν κανένα προφανές επιστημονικό ή οικονομικό πλεονέκτημα (δεν εντάσσονται σε κανέναν ευρύτερο στρατηγικό σχεδιασμό για την έρευνα, δεν υπάρχει σχετική μελέτη σκοπιμότητας, ανάλυση κόστους-οφέλους, κλπ.).3. Έχουν συμπεριληφθεί στο προαναφερθέν σ/ν κατά παράβαση του Νόμου 1514/85 περί Έρευνας, ο οποίος προβλέπει σαφείς διαδικασίες αξιολόγησης των Ερευνητικών Ινστιτούτων και Κέντρων της ΓΓΕΤ, αξιολόγηση που δεν μπορεί ως εκ τούτου να γίνει από υπηρεσιακούς παράγοντες του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης, όπως για άλλους φορείς του Δημοσίου.4. Προωθούν την απόσυρση της Πολιτείας από την συνταγματική υποχρέωση να εγγυάται την Έρευνα ως δημόσιο αγαθό και, ταυτόχρονα, την άρση της συνταγματικά κατοχυρωμένης μονιμότητας δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων (Άρθρο 9).5. Καταλύουν το Ν. 1514/85, ως προς την ύπαρξη ΝΠΔΔ Ερευνητικών Κέντρων, το σύστημα Διοίκησης των Ερευνητικών Κέντρων, τα προσόντα και το “status” των Ερευνητών.6. Δημιουργούν πληθώρα επί μέρους προβλημάτων σε όλα τα υπό συγχώνευση Κέντρα, αλλά ιδιαιτέρα στα ΕΚΚΕ και ΚΕΤΕΑΘ που κινδυνεύουν με άμεση διάλυση.7. Ενισχύουν τη φυγή νέων και πρεσβύτερων επιστημόνων στο εξωτερικό και την υποβάθμιση της Έρευνας στη χώρα (συνδυαζόμενες και με τις εξαγγελθείσες υπέρογκες περικοπές στο ειδικό μισθολόγιο ερευνητών και καθηγητών ΑΕΙ), καθιστώντας άνευ περιεχομένου τις επαναλαμβανόμενες κυβερνητικές ανακοινώσεις περί ανάπτυξης της χώρας μέσω ενίσχυσης της Έρευνας και της Καινοτομίας. Με βάση τα ανωτέρω, τα Άρθρα 7 και 9 θα πρέπει να αποσυρθούν άμεσα από το υπό διαβούλευση σ/ν, και : - Η αναδιάρθρωση του ερευνητικού ιστού της χώρας θα πρέπει να προχωρήσει στο εξής συντεταγμένα, με στρατηγικό σχέδιο που θα βασίζεται σε επιστημονικά κριτήρια και με στόχο την ενδυνάμωση των δημόσιων ερευνητικών φορέων μέσω της «συγκέντρωσης δυνάμεων».- Η αναδιάρθρωση, σε αυτήν τη φάση, θα πρέπει να συμπεριλάβει όλον τον ερευνητικό ιστό, δηλ. και τα δημόσια Ερευνητικά Κέντρα και Ινστιτούτα που δεν εποπτεύονται από τη ΓΓΕΤ, καθώς και τα ΑΕΙ.- Εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση για την αναδιάρθρωση αποτελεί η αξιολόγηση όλων των ερευνητικών φορέων, βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας για τα Ερευνητικά Κέντρα της ΓΓΕΤ και τα ΑΕΙ, και αφού γίνουν οι σχετικές νομοθετικές παρεμβάσεις για αντίστοιχη αξιολόγηση και των λοιπών ερευνητικών φορέων που δεν αξιολογούνται ως σήμερα βάσει νόμου.- Οι όποιες συγχωνεύσεις θα πρέπει να έχουν ουσιαστικό και όχι προσχηματικό χαρακτήρα (να μη δείχνουμε δηλ., απλά και μόνο, μείωση του αριθμού των δημόσιων φορέων στην Τρόικα), αλλά και να καταλήγουν σε πραγματικές μειώσεις κόστους μέσω συνεργειών, όπως π.χ. κοινής Κεντρικής Διοίκησης ομοειδών φορέων.- Οι όποιες συγχωνεύσεις θα πρέπει να αναχαιτίζουν το κύμα φυγής ερευνητικού προσωπικού προς το εξωτερικό. Επαναλαμβάνουμε, τέλος, για άλλη μια φορά, ότι οι αυτονόητες υποδείξεις της Maire Geoghegan-Quinn, Επιτρόπου της Ε.Ε. για την Έρευνα, την Καινοτομία και τις Επιστήμες, η οποία δήλωσε πρόσφατα ότι «Η επένδυση στην έρευνα και την καινοτομία διασφαλίζει την ανταγωνιστικότητά μας, πράγμα που μεταφράζεται σε θέσεις εργασίας. Γνωρίζουμε ότι οι χώρες οι οποίες επένδυσαν τα μάλα στην έρευνα και την καινοτομία, αντεπεξήλθαν με τον καλύτερο τρόπο την οικονομική κρίση»*, θα πρέπει να εφαρμοστούν επιτέλους και στη χώρα μας. Για το Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης Ελλήνων ΕρευνητώνΗ Πρόεδρος Η Γ. Γραμματέας Μαρία Θ. Στουμπούδη Μαρία Α. Κωνσταντοπούλου * Maire Geoghegan-Quinn «Η καινοτομία, κλειδί για την ανάπτυξη στην Ελλάδα» εφημερίδα «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» 22-04-2012http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_108_22/04/2012_479785
 
 
Ανδρομάχη Χατζηγιάννη
Καλούμαστε μέσω της διαβούλευσης του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης να εκφράσουμε την άποψή μας για ένα σχέδιο Νόμου το οποίο διαλύει το ΕΚΚΕ, καταργώντας ουσιαστικά τον Φορέα 53 χρόνια μετά την ίδρυσή του, μετατρέποντας τον σε ένα Ινστιτούτο στο εσωτερικό του ΕΙΕ, στο όνομα του «εξορθολογισμού του Κράτους».Θυμίζουμε ότι λίγους μήνες νωρίτερα το ΕΚΚΕ είχε αναγκαστεί να συγχωνεύσει τα τρία Ινστιτούτα του σε ένα, στο όνομα του ίδιου «εξορθολογισμού» και της «οικονομίας». Είναι σαφές ότι η συγχώνευση αυτή δεν θα έχει θετικό οικονομικό αποτέλεσμα, δεδομένου ότι δεν δημιουργείται καμία οικονομία κλίμακας ούτε σε επίπεδο διοίκησης, ούτε σε επίπεδο ανθρώπινου δυναμικού, αλλά ούτε και σε επίπεδο υποδομών. Η έλλειψη ρητής αναφοράς όμως στα οικονομικά του νέου φορέα (στη μεταφορά δηλαδή του προϋπολογισμού του ΕΚΚΕ) μόνο τυχαία δεν φαίνεται να είναι. Απλώς δεν θα γίνει και οι υπάλληλοι του ΕΚΚΕ όχι μόνο θα χάσουν τη συνταγματικά κατοχυρωμένη μονιμότητά τους, όχι μόνο θα χάσουν εργασιακά και συνταξιοδοτικά δικαιώματα, αλλά θα μείνουν και χωρίς μισθό (να πως εξορθολογίζει τα οικονομικά των φορέων το Υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης!!!).Να επισημάνω όμως και μια άλλη οικονομία που θα γίνει αν το άρθρο 9 του παρόντος σχεδίου Νόμου ψηφιστεί. Οι ερευνητές Γ’ και Δ΄ βαθμίδας του ΕΚΚΕ, αν υλοποιηθεί η συγχώνευση αυτή, θα απολυθούν, διότι όσοι υπηρετούν στις βαθμίδες αυτές είναι επί θητεία και όχι μόνιμοι υπάλληλοι (βάσει του σχεδίου Νόμου – παράγραφος 5 α, στο νέο ΕΙΕ μεταφέρεται μόνο το μόνιμο προσωπικό και το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου). Ίσως το Υπουργείο δεν θα ήθελε να απολυθούν υπάλληλοι (ο Υπουργός το τονίζει αυτό καθημερινά μέσω του Τύπου). Ίσως οι συντάκτες του σχεδίου Νόμου να μην είχαν την πρόθεση να μην συμπεριλάβουν όλο το προσωπικό στη συγχώνευση, αλλά αυτό να έγινε εκ παραδρομής. Αυτό συμβαίνει όμως όταν άσχετα με την έρευνα Υπουργεία καλούνται να προωθήσουν συγχωνεύσεις και αναδιαρθρώσεις φορέων τους οποίους ούτε γνωρίζουν ούτε έχουν αξιολογήσει. Και επαναλαμβάνω το αίτημα τόσο του Συλλόγου εργαζομένων του ΕΚΚΕ, όσο και της Ένωσης Ελλήνων Ερευνητών και της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εργαζομένων Ερευνητικών Κέντρων-Ιδρυμάτων: Η αναδιάρθρωση του ερευνητικού ιστού της χώρας δεν μπορεί να γίνεται αποσπασματικά αλλά θα πρέπει να προχωρήσει συντεταγμένα για όλα τα Ερευνητικά Κέντρα, μετά από αξιολόγηση.Θεωρώ επομένως ότι οι μεμονωμένες συγχωνεύσεις Ερευνητικών Κέντρων δεν πρέπει να προχωρήσουν και τα άρθρα 9 και 7 του παρόντος σχεδίου Νόμου πρέπει να αποσυρθούν.Ανδρομάχη Χατζηγιάννη, Διευθύντρια Ερευνών
 
 
ΜΑΡΙΑ ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΥ
Η παρούσα συντομότατης διάρκειας διαβούλευση δεν μπορεί να υποκαταστήσει τον ουσιαστικό διάλογο πού -για μία ακόμη φορά- δεν έχει γίνει για τα ζωτικά θέματα του χώρου της κοινωνικής έρευνας ανάμεσα στην ακαδημαϊκή – ερευνητική κοινότητα και την πολιτεία. Η απλή έκφραση γνώμης στο πλαίσιο της διαβούλευσης αυτής αποτελεί μια πυροσβεστικού τύπου προσπάθεια της ερευνητικής κοινότητας να προλάβει την υλοποίηση ειλημμένων αποφάσεων καταστροφικών όχι μόνο για το χώρο της έρευνας και τους θεσμούς της, αλλά και για το δημόσιο γενικότερα. Η ένταξη του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου ΕΚΚΕ στο Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου ΕΙΕ στην ουσία αποτελεί μια περίεργη υπαγωγή ενός ολόκληρου δημόσιου θεσμού σ΄ένα ίδρυμα μέσω συρρίκνωσης του πρώτου. Η προωθούμενη ρύθμιση προκαλεί σκεπτικισμό και αγανάκτηση ειδικά σε όσους έχουν βιώσει επιί μακρόν τα της ερευνητικής περιπέτειας στην Ελλάδα. Συγκεκριμένα:1) Ο θεσμικός χώρος της κοινωνικής έρευνας υφίσταται, εδώ και χρόνια, διαδικασίες σταδιακής φτωχοποίησης και ερημοποίησης, διαδικασίες πού σήμερα γωρίζει όλο και περισσότερο η ελληνική κοινωνία. Οι περικοπές προϋπολογισμών, η αδυναμία ανανέωσης προσωπικού, η επαπειλούμενη κατά καιρούς κατάργηση του ΕΚΚΕ έχουν αποτελέσει το προοίμιο της υποβάθμισης του θεσμού και της απαξίωσης της κοινωνικής έρευνας. Πολύ πρόσφατα το Κέντρο απώλεσε τά δύο από τά τρία Ινστιτούτα του. Σήμερα η προτεινόμενη ρύθμιση συνεπάγεται την κατάργηση καί του ίδιου του Κέντρου, πράγμα πού αποτελεί συνεπή συνέχεια της ακολουθούμενης πολιτικής για την κοινωνική έρευνα.2) Παράλληλα το «νομοθετείν» περί έρευνας, όπως εμφανίζεται τα τελευταία χρόνια, χαρακτηρίζεται από τάση κατακερματισμού και διασκορπισμού σημαντικών ζητημάτων της έρευνας σε γενικά νομοσχέδια. Αποτέλεσμα αυτού είναι αναρμόδια υπουργεία να καθίστανται αρμόδια, τα εναλλάξ αρμόδια υπουργεία (Ανάπτυξης, Παιδείας ) να σιωπούν ή να νίπτουν τας χείρας τους ενώπιον « ειλημμένων αποφάσεων» καί οι δημοσιονομικές πολιτικές όχι μόνο να υποσκελίζουν τις εικαζόμενες ερευνητικές πολιτικές, αλλά και να επεκτείνονται άνευ ορίων στην υποκατάσταση των τελευταίων. Εξ αυτού απορρέει και η ένταξη ερευνητικών κέντρων σε λίστες φορέων του δημοσίου και η υπαγωγή τους σε σχεδιασμούς που καμμία σχέση δεν έχουν με το χώρο της έρευνας.3) Η ένταξη του ΕΚΚΕ στη λίστα των υπό κατάργηση – συγχώνευση φορέων του δημόσιου τομέα τον περασμένο Ιούλιο προοιώνισε μια άλλη ένταξη,την επερχόμενη ένταξη του ΕΚΚΕ στο ΕΙΕ με τη μορφή ενός Ινστιτούτου. Στην πραγματικότητα όμως προοιώνισε αυτό που επιβεβαιώνεται με το άρθρο 9, την απόσυρση του Κράτους από την προστασία της κοινωνικής έρευνας ως δημόσιου αγαθού και την περαιτέρω «φτωχοποίηση» της κοινωνίας η οποία –πλήν των αλλων αποστερήσεων- θα αποστερηθεί και ένα ιστορικό δημόσιο θεσμό πού την μελετά. Κατά παράβαση του Συντάγματος τό αρθρο 9 θεσπίζει μια μεγάλη οπισθοδρόμηση, την κατάργηση του ειδικού ερευνητικού θεσμού για την κοινωνική ερευνα. Παράλληλα κηρύσσει την έναρξη της διάλυσης του δημόσιου ερευνητικου ιστού και προβλέπει την εκχώρηση άνευ όρων δημόσιας περιουσίας –της περιουσίας του ΕΚΚΕ (βιβλιοθήκη και εκδόσεις)- στον ερευνητικό φορέα υποδοχής, έτσι ώστε η περιουσία του ΕΚΚΕ να περιέρχεται στην κυριότητα και αποκλειστική χρήση του αναφερόμενου ως νέου ΕΙΕ. 4) Η προωθούμενη ρύθμιση στηρίζεται σε «ειλημμένες αποφάσεις» που δεν αιτιολογούνταιι από κάποιο σχεδιασμό, ούτε τεκμηριώνονται από μελέτη βιωσιμότητας και σκοπιμότητας όπως ο νόμος ορίζει. Η ερευνητική κοινότητα του ΕΚΚΕ καλείται, στο όνομα του εξορθολογισμού, να ξεχάσει βασικά αξιώματα της ερευνητικής εργασίας και να αποδεχτεί ότι η άσκηση ερευνητικής πολιτικής δεν χρήζει καμμίας τεκμηρίωσης. Πέραν του οτι δεν υπάρχει σχεδιασμός που να τεκμηριώνει την κατάργηση του υφιστάμενου καταξιωμένου θεσμού ΕΚΚΕ, δεν υπάρχει ούτε σχεδιασμός που να σκιαγραφεί τη φυσιογνωμία του εντασσόμενου στο ΕΙΕ Ινστιτούτου. Το διάταγμα στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 9 αποτελεί μια αόριστη υπόσχεση επιβίωσης του αντικειμένου που υπηρετεί το ΕΚΚΕ σήμερα και μια εν δυνάμει απειλή νέων μεταρρυθμίσεων προς άγνωστη κατεύθυνση για το ίδρυμα υποδοχής. Μεταξύ άλλων θα επαναπροσδιοριστούν τα ειδικότερα προσόντα που απαιτούνται για την πρόσληψη προσωπικού. 5) ‘Ομως η ιστορία των θεσμών είναι συνυφασμένη με την ιστορία των ανθρώπων τους. Μαζί με την καταρράκωση του θεσμού στο άρθρο 9 προδιαγράφεται και το αβέβαιο μέλλον του προσωπικού πού τον υπηρετεί. Μέσω των ρυθμίσεων του άρθρου αυτού όχι μόνο πλήττονται σοβαρά μακρές προσωπικές επαγγελματικές διαδρομές των ανθρώπων της έρευνας, αλλά και υποβαθμίζεται το υψηλών προσόντων επιστημονικό δυναμικό της χώρας σε μια εποχή κατά την οποία η πολιτεία θα έπρεπε με κάθε τρόπο να αξιοποιήσει την γνώση και την εμπειρία του. Το γεγονός ότι το δυναμικό αυτό αντιμετωπίζεται απαξιωτικά μαρτυρεί μια ακόμη φορά ποια είναι τελικώς η πραγματική πολιτική για την κοινωνική έρευνα.6) Κατά παράβαση του Συντάγματος, η άρση της μονιμότητας των ερευνητών ως δημοσίων λειτουργών και των λοιπών δημοσίων υπαλλήλων, εκτός των άλλων ζητημάτων που εγείρει (ασφαλιστικό, εφάπαξ, συνταξιοδοτικό) – τα οποία και χρήζουν νομοθετικής ρύθμισης- σηματοδοτεί τον κινδυνο να ενισχυθεί το πελατειακό συστημα στο χώρο της έρευνας, ειδικότερα σε περίοδο συνεχών περικοπών όταν η διατήρηση της θέσης εργασίας κάθε άλλο παρά θα είναι αυτονόητη. Οσα προαναφέρθηκαν τεκμηριώνουν μερικούς από τους λόγους για τους οποίους η διάταξη του αρθρου 9 πρέπει να αποσυρθεί από το νομοσχέδιο αυτό άμεσα. Για να αποφευχθούν σπασμωδικές και καταστροφικές για την έρευνα ρυθμίσεις το ζήτημα του ΕΚΚΕ είναι επιτακτικό να εξεταστεί σοβαρά και εμπεριστατωμένα στο πλαίσιο της συνολικής αναδιάρθρωσης του ερευνητικού ιστού της χώρας. Μαρία Θανοπούλου, Διευθύντρια Ερευνών, ΕΚΚΕ