Βλέπετε τα σχόλια που σχετίζονται με την ομάδα λέξεων που επιλέξατε.
 
ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ Κ.Α.Φ.
Ο τρόπος με τον οποιο θα εξυπηρετείται η κάθε Επιτροπής Ρυθμίσεως Φορτοεκφορτώσεων για την είσπραξη και απόδοση των εισφορών, υπέρ του Ε.Κ.Α.Φ , θα γινεται οπως ισχυει σημερα για τα ΚΑΦ που δεν απασχολουν προσωπικο; Θα γινεται αναθεση εργου σε λογιστη ,ελευθερο επαγγελματια ;Θα βαρυνει το Ε.Κ.Α.Φ αυτη η δαπανη; Και για τις λοιπες αρμοδιότητες της ΕΡΦ δλδ εισπραξεις πορων και διανομες των επιδοματων Δωρου ,Αδειας και Γαμου των φορτοεκφορτωτων και την τηρηση των λογιστικων εργασιων των παραπανω ,απο ποιους πορους θα καλυφθει αυτη η δαπανη;;;;Το άρθρο 12§2 οριζει οτι ο σκοπός του νέου Ε.Κ.Α.Φ. περιορίζεται μόνο στην «… παροχή εφάπαξ αποζημίωσης στα υπαγόμενα σε αυτό πρόσωπα ή στα μέλη των οικογενειών τους, λόγω ΟΙΚΙΟΘΕΛΟΥΣ αποχώρησης (μονο οικιοθελους ;;;; και οι περιπτωσεις γηρατος; ασθενειας; θανατου ; κλπ)από το επάγγελμα του φορτοεκφορτωτή».Το άρθρο 12§5 περ.(α) οριζει οτι «Οι διατάξεις που διέπουν τους σκοπούς, τους πόρους, τους δικαιούχους και τα υπαγόμενα πρόσωπα των Κ.Α.Φ. που συγχωνεύονται, καθώς και οι κανονιστικές και καταστατικές διατάξεις αυτών, εξακολουθούν να ισχύουν, εφόσον δεν είναι αντίθετες στις διατάξεις του παρόντος νόμου».Καλυπτεται απο αυτο η χορηγηση δανειων και η καταβολη εξοδων κηδειας των φορτοεκφορτωτών;
 
 
ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΑΠΟΨΕΙΣ ΕΒΕΘ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΑΓΩΓΗΤΩΝ ΕΚΘΕΣΙΑΚΩΝ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝΣΤΟΝ ΕΘΝΙΚΟ ΦΟΡΕΑ ΕΞΩΣΤΡΕΦΕΙΑΣ Ορθά αναγνωρίζεται ότι οι εξαγωγές, ο τουρισμός και οι επενδύσεις συγκροτούν στην παρούσα φάση της οικονομικής συγκυρίας τις κατεξοχήν πηγές ενίσχυσης της τελικής ζήτησης και κατά τούτο η προώθηση της εξωστρέφειας αποτελεί ένα σημαντικό παράγοντα για την επανεκκίνηση της οικονομίας. Προς το σκοπό αυτό θεωρείται ότι είναι απαραίτητο να ενταχθούν για λόγους καλύτερου συντονισμού και πραγματοποίησης οικονομιών κλίμακας όλες οι διάσπαρτες σήμερα δραστηριότητες του δημόσιου τομέα που αφορούν την εξωστρέφεια κάτω από ένα ενιαίο φορέα με έδρα τη Θεσσαλονίκη. Το εγχείρημα ξεπερνά την απλή συγχώνευση τριών ΑΕ, της ΔΕΘ, HELEXPO και του ΟΠΕ έχοντας σκοπό τη διαχείριση πληθώρας άλλων δημόσιων κονδυλίων που κατευθύνονται προς δράσεις προβολής και εξωστρέφειας.Το σκοπούμενο λοιπόν εγχείρημα θέτει υπό την ίδια σκέπη τις εξής ακόλουθες λειτουργίες:- την επεξεργασία και τη διαμόρφωση στρατηγικής marketing για το σύνολο της χώρας, την καλλιέργεια ισχυρού brand name, την προβολή αυτής και τη διενέργεια ερευνών αγοράς για τις χώρες στόχευσης των ελληνικών εξαγωγών- τη διοργάνωση εκθεσιακών γεγονότων στην Ελλάδα και το εξωτερικό- τη διοργάνωση και υποστήριξη επιχειρηματικών αποστολών υπό την επίσημη αιγίδα της ελληνικής πολιτείας- τη λειτουργία και διαχείριση εκθεσιακών κέντρων.Είναι εμφανές ότι η πρώτη λειτουργία ταιριάζει περισσότερο προς το χαρακτήρα παροχής δημόσιων αγαθών, με την έννοια ότι το αποτέλεσμα αυτών των επιμέρους δράσεων είναι ωφέλιμο για το σύνολο της χώρας και για κάθε μία επιχείρηση ξεχωριστά, αλλά παρόλα αυτά καμία εξ αυτών δε θα ήταν διατεθειμένη άμεσα και οικειοθελώς να συμμετάσχει στις δαπάνες κάλυψης των δράσεων αυτών. Κατά συνέπεια η μοναδική πηγή χρηματοδότησης αυτής της λειτουργίας μπορεί να είναι μόνο ο κρατικός προϋπολογισμός.Οι άλλες τρεις λειτουργίες κάλλιστα χρηματοδοτούνται μέσω των διαδικασιών της αγοράς. Η δαπάνη για τη συμμετοχή σε επιχειρηματικές αποστολές και εκθεσιακά γεγονότα καλύπτεται συνήθως από τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις και η διαχείριση εκθεσιακών κέντρων γίνεται επίσης με την επ’ αμοιβή διάθεση των σχετικών χώρων.Η ανάμειξη αυτών των λειτουργιών κάτω από την ίδια σκέπη δημιουργεί σημαντικά λειτουργικά προβλήματα τα οποία δεν έχουν τύχει απ’ ότι φαίνεται της σχετικής προσοχής κατά τη διαμόρφωση του σχετικού εγχειρήματος. Πρώτον, προκύπτει ένα θέμα σχετικά με τη νομική οργάνωση του σχήματος (ΝΠΔΔ ή ΑΕ) καθότι όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό το σχήμα χρηματοδοτείται κατεξοχήν από δημόσιους πόρους. Δεύτερον, με το παραπάνω δεδομένο η διοίκηση, τα στελέχη και οι εργαζόμενοι σε αυτό τον οργανισμό δεν θα έχουν επαρκή κίνητρα για να επιδιώκουν την μεγαλύτερη συμμετοχή του φορέα αυτού στο εκθεσιακό έργο, αφού και μόνο η αίσθηση της σταθερής δημόσιας χρηματοδότησης εκτρέπει τους λαμβάνοντες και υλοποιούντες τις σχετικές αποφάσεις να προσαρμόζονται με ταχύτητα στα δεδομένα των εκθεσιακών αγορών. Τρίτον, ο οργανισμός αυτός θα βρεθεί εκτεθειμένος, έναντι των επιτροπών ανταγωνισμού της Ελλάδας και της ΕΕ, διότι ακόμη και αν δεν είναι πραγματικότητα θα δημιουργείται πάντοτε η εντύπωση ότι δημόσιοι πόροι κατευθύνονται προς τη στήριξη επιχειρήσεων (το γνωστό θέμα του state aid) και προκαλούν εκτροπή και στρέβλωση του ανταγωνισμού. Τέταρτον, εάν γίνει προσπάθεια να επιλυθούν όλα αυτά τα προβλήματα με την οργάνωση μιας κατάλληλης λογιστικής απεικόνισης το επιχείρημα των οικονομιών κλίμακος γρήγορα θα αναστραφεί. Πέμπτον, δεν είναι εύκολο να κατανοήσει κανείς με ποιο τρόπο θα στελεχωθεί ο υπερμεγέθης αυτός οργανισμός, ενώ δεν είναι αμελητέα και τα προβλήματα που μπορεί να αναφύονται με την ώσμωση στελεχών και εργαζομένων εθισμένων σε διαφορετικές επιχειρηματικές παραδόσεις. Το εγχείρημα λοιπόν είναι εξ αρχής δυσχερές και οι παραπάνω παρατηρήσεις οφείλουν να προβληματίσουν τους έχοντες τη σχετική πρωτοβουλία. Επιπλέον όμως υπάρχει και μία ειδική συνιστώσα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη Θεσσαλονίκη που αφορά τις εκθεσιακές δραστηριότητες σ’ αυτή.Είναι απαραίτητο για τη διατήρηση και προσέλκυση εκθεσιακών δραστηριοτήτων Θεσσαλονίκη να επιλυθεί το σημαντικό πρόβλημα του εκθεσιακού κέντρου. Με δεδομένη την παρούσα δημοσιονομική αδυναμία της χώρας μας η εξεύρεση στρατηγικού εταίρου για το σκοπό αυτόν είναι απαραίτητη. Αυτό σημαίνει ότι, η αναγκαία επένδυση θα πρέπει να γίνει με ιδιωτικά κεφάλαια και με χρονική παραχώρηση αξιοποίησης άλλων συναφών δραστηριοτήτων που θα επιτρέψουν την επικερδή ανάκτηση των προσφερόμενων κεφαλαίων. Ο στρατηγικός αυτός επενδυτής για το εκθεσιακό κέντρο δεν έχει απαραίτητα τα χαρακτηριστικά ενός διοργανωτή εκθέσεων, άλλωστε είναι αμφίβολο εάν υπάρχουν διοργανωτές εκθέσεων διεθνώς που θα επιθυμούσαν να δεσμεύσουν ένα σημαντικά μεγάλο ποσό ύψους 200 εκ.€ περίπου για να αποκτήσουν μια προνομιακή σχέση ως προς τη διοργάνωση εκθεσιακών γεγονότων. Από τα παραπάνω γίνεται εμφανές ότι, υπαγόμενο το εκθεσιακό κέντρο της πόλης μας στην ίδια σκέπη με τις υπόλοιπες λειτουργίες, είναι εντελώς απίθανο να εξεύρει στρατηγικό επενδυτή με τη μέθοδο του ΣΔΙΤ. Αντίθετα, θα ήταν πιο εύκολο – τουλάχιστον αυτό δείχνει η μέχρι τώρα ενασχόληση με τα εκθεσιακά δρώμενα – να παρουσιαστεί ενδιαφέρον από διεθνείς διοργανωτές εκθέσεων αποκλειστικά και μόνο για τη συμμετοχή και τη στρατηγική συμμαχία για τις εκθεσιακές δραστηριότητες που αναλαμβάνει σήμερα η HELEXPO.Προχωρώντας στη σκέψη με βάση τα παραπάνω δεδομένα, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι το σκοπούμενο εγχείρημα ενέχει τον κίνδυνο πλήρους απαξίωσης του εκθεσιακού κέντρου της πόλης μας και κατά συνέπεια μακροπρόθεσμα θα οδηγήσει και στην εξαφάνιση κάθε είδους εκθεσιακής δραστηριότητας από τη Θεσσαλονίκη. Συμπερασματικά θεωρούμε ότι, οφείλουμε να αναζητήσουμε δύο ειδών στρατηγικούς επενδυτές, τον ένα αποκλειστικά και μόνο για τον εκσυγχρονισμό του εκθεσιακού κέντρου και το δεύτερο αποκλειστικά και μόνο για τη διεύρυνση των εκθεσιακών δραστηριοτήτων που διοργανώνονται σήμερα από τη HELEXPO και την καλύτερη πρόσβασή τους στις διεθνείς αγορές. Επιπλέον, θεωρούμε ότι το εκθεσιακό κέντρο πρέπει να είναι ανοικτό και σε άλλους διοργανωτές εκθέσεων τόσο από την Ελλάδα όσο και από το εξωτερικό. Αυτό συνεπάγεται ότι με κάποιο τρόπο πρέπει να υπάρχει μια κάποιας μορφής διάκριση μεταξύ του φορέα διαχείρισης του εκθεσιακού κέντρου και του φορέα διοργάνωσης εκθεσιακών γεγονότων και η προσφορότερη κατά την άποψη μου λύση για αυτό είναι η άλλωστε ήδη εκφρασθείσα βούληση της ΔΕΘ ΑΕ για θυγατροποίηση της HELEXPO από τη ΔΕΘ.Θεωρούμε επίσης ότι, είναι απολύτως εφικτό να αναλάβει ο φορέας διοργάνωσης εκθεσιακών δραστηριοτήτων και τη διοργάνωση αυτών στο εξωτερικό, εκτιμώντας μάλιστα ότι υπάρχουν δυνατότητες στο σημείο αυτό για σημαντικές οικονομίες κλίμακος. Στον ίδιο φορέα μπορεί εξάλλου να ανατεθεί και η διοργάνωση επιχειρηματικών αποστολών που φέρουν την αιγίδα του ελληνικού δημοσίου.Από τα παραπάνω αναφερθέντα ελπίζουμε να γίνεται κατανοητή η άποψή μας για την αντιμετώπιση του θέματος: Ο Οργανισμός Εξωστρέφειας με αποκλειστική πηγή τη δημόσια χρηματοδότηση θα πρέπει να είναι ξεχωριστή νομική οντότητα, ο δε φορέας διαχείρισης εκθεσιακού κέντρου να έχει ως θυγατρική εταιρία υπό κοινή διοίκηση το φορέα διοργάνωσης εκθεσιακών δραστηριοτήτων.Σίγουρα θα υπάρχουν και άλλες εναλλακτικές λύσεις, οι οποίες πρέπει να εξεταστούν ως προς τη λειτουργικότητά τους. Όμως η συμπίληση δραστηριοτήτων που φέρουν τον χαρακτήρα δημόσιων αγαθών με αυτές που κάλλιστα μπορεί να έχουν το χαρακτήρα των ιδιωτικών υπηρεσιών αποτελεί τραγικό σφάλμα που μπορεί να έχει ολέθριες συνέπειες και για την αποτελεσματικότητα του εγχειρήματος και για τους εμπλεκόμενους σε αυτό αλλά επιπλέον και για το μέλλον της Θεσσαλονίκης.
 
 
Σταύρος Μπούκης
Το θέμα έχει αναλυθεί ήδη από τους προηγούμενους και εκτιμώ ότι καλύπτονται οι βασικές οπτικές γωνίες του.Πέραν αυτών και εφόσον η αλλαγή πραγματοποιηθεί, προσθέτω, ότι στο Διοικητικό Συμβούλιο του νέου Οργανισμού θα πρέπει να συμμετέχουν με τους Προέδρους τους, η Ένωση Εργαστηρίων,HellasLab και η Ένωση Φορέων Πιστοποίησης,HellasCert. ΠΡΟΤΑΣΗ:1) Η γενικότερη άποψή μου είναι ότι ΕΙΜ-ΕΣΥΔ και ΕΛΟΤ θα πρέπει να παραμείνουν ως έχουν, διότι μετά από εμπειρία ετών τα «πράγματα έχουν βρεί το δρόμο τους» και δεν θα πρέπει τώρα να τα «ανακατέψουμε» από την αρχή ιδρύοντας νέο Οργανισμό, με αμφίβολη και μικρή, κατ εκτίμηση, μείωση κόστους λειτουργίας, λαμβάνοντας υπόψη και την μακροχρόνια αναταραχή που θα επιφέρει η αλλαγή στην Υποδομή / Εργαλεία Ποιότητας της χώρας μας. 2) Το βάρος της βελτίωσης να πέσει στην εκπαίδευση, στην υποδομή και στις ικανοποιητικές αποδοχές του προσωπικού των εν λόγω υφισταμένων Οργανισμών που καταβάλλει αξιέπαινες προσπάθειες για τη διατήρηση του Ελληνικού Συστήματος Ποιότητας.
 
 
ΛΕΩΝΙΔΑΣ
Ο ΟΚΑΑ να είναι μία μεγάλη ελλειμματική ΔΕΚΟ, πράγμα που δεν ισχύει για τους Οργανισμούς Ιχθυοσκάλων τους οποίους «απορρόφησε» πέρυσι και με δικά τους λεφτά για πρώτη φορά στην ιστορία του ΟΚΑΑ, παρουσίασε θετικό πρόσημο στον ισολογισμό του φέτος και ο υπουργός το παρουσιάζει ως μέγαν επίτευγμα, κάνοντας ουσιαστικά ένα κάκιστης ποιότητος οικονομοτεχνικό λογοπαίγνιο που στερείται σοβαρότητας αντί κάποιας τεκμηριωμένης επιχειρηματολογίας. Ρωτάω ευθέως τον υπουργό, η απορρόφηση της ΚΑΘ έχει ως έναν και μοναδικό στόχο για άλλη μία και τελευταία χρονιά ο ΟΚΑΑ να δείξει με τα λεφτά της ΚΑΘ ένα ακόμα θετικό πρόσημο; Απαντήστε στο εάν έχετε δει τους ισολογισμούς προηγούμενων ετών του Ρέντη, των Ιχθυοσκάλων και της ΚΑΘ; Έχετε αντιληφθεί ότι με την «απορρόφηση» καταστρέψατε τις Ιχθυόσκαλες; Γιατί θέλετε να συμβεί το ίδιο και με την ΚΑΘ;
 
 
Ρωξάνη Καυταντζόγλου (εκ μέρους του Ε.Γ.Σ. ΕΚΚΕ)
ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΟΥ ΕΚΚΕ Το Επιστημονικό Γνωμοδοτικό Συμβούλιο του Ινστιτούτου Κοινωνικών Ερευνών του ΕΚΚΕ, όργανο που από τη θεσμική του θέση έχει την ευθύνη συμβολής στη διαμόρφωση προϋποθέσεων και στρατηγικής για την ανάπτυξη της κοινωνικής έρευνας, θα επικεντρώσει τις παρατηρήσεις του στις επιπτώσεις των προτεινομένων ρυθμίσεων του άρθρου 9 στην παραγωγή επιστημονικής έρευνας. Για τα γενικότερα θέματα της αντισυνταγματικότητας της σχετικής ρύθμισης υπάρχουν ήδη πολλές κριτικές τοποθετήσεις συναδέλφων τις οποίες το ΕΓΣ προσυπογράφει. 1) Στο πλαίσιο του συγκεκριμένου νομοσχεδίου η συγχώνευση-κατάργηση του ΕΚΚΕ γίνεται στο όνομα ενός γενικότερου στόχου επίτευξης διοικητικών οικονομιών και οικονομιών κλίμακας που θα επιτρέψουν την παραγωγή μεγαλύτερου όγκου υπηρεσιών με μικρότερο κόστος ανά μονάδα και τη διεκδίκηση μεγαλύτερου μεριδίου της αγοράς. Εν προκειμένω, οι διοικητικές οικονομίες είναι επισφαλείς και σε κάθε περίπτωση πολύ περιορισμένες ενώ η πρόβλεψη για οικονομίες κλίμακας δεν βασίζεται κυριολεκτικά πουθενά και αποτελεί ένα ξεπερασμένο ιδεολόγημα. Πρώτον, η «αγορά» στην οποία απευθύνεται το ΕΚΚΕ δεν έχει συνάφεια ή συνέργιες με αυτή του ΕΙΕ. Δεύτερον, οι παραγωγικές «εισροές» (υλικά, βοηθητικές υπηρεσίες) στην περίπτωση της κοινωνικής έρευνας έχουν πολύ περιορισμένη συμμετοχή στη διαμόρφωση του κόστους. Τέλος, οι υποδομές της έρευνας είναι κυρίως «άυλες» (π.χ. διαδίκτυο). Συνεπώς κλασσικές οικονομίες κλίμακας δεν πρέπει να αναμένονται. Αντίθετα, θα δημιουργηθούν για μεγάλο διάστημα υψηλές δαπάνες, διοικητικά και ατομικά προβλήματα προσαρμογής, τόσο για το ΕΚΚΕ που μέχρι σήμερα κατόρθωσε να παραμείνει οικονομικά υγιές, όσο και για το ΕΙΕ, με αρνητικές επιπτώσεις στην παραγωγή έρευνας. 2) Στον αντίποδα του ιδεολογήματος ότι οι μεγαλύτερες γραφειοκρατικές μονάδες είναι πάντα περισσότερο παραγωγικές βρίσκεται η έννοια της ενδεδειγμένης λειτουργικής αποκέντρωσης με εξειδικευμένους φορείς αρίστου μεγέθους– τόσο στο δημόσιο τομέα με φορείς ειδικού σκοπού όσο και στον ιδιωτικό (θυγατρικές). Τα πλεονεκτήματα αυτών των φορέων είναι η εξειδίκευση και η εμπειρία, η ευελιξία, οι αποτελεσμα¬τικότερες σχέσεις διοίκησης-προσωπικού, ο «πατριωτισμός» για το φορέα και, συχνά, οι μικρές λειτουργικές δαπάνες με την ανάθεση υπηρεσιών σε εξωτερικούς συνεργάτες. Στην περίπτωση του ΕΚΚΕ πρέπει να προστεθεί το κύρος και η εμπιστοσύνη που αυτό έχει οικοδομήσει διεθνώς στην πολυετή του ιστορία. Το σημαντικότατο κόστος απώλειας αυτών των πλεονεκτημάτων φαίνεται να αγνοήθηκε πλήρως από τη χονδροειδή «ποσοτική» λογική της συγχώνευσης-κατάργησης. 3) Υπάρχουν ισχυρά επιχειρήματα υπέρ της θέσης ότι η κοινωνική έρευνα, από τη φύση της, πρέπει να θεραπεύεται από φορείς δημοσίου δικαίου. Από τη άλλη, τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς υπάρχουν σημαντικοί φορείς ιδιωτικού δικαίου που προωθούν την έρευνα στους ίδιους ή συγγενείς τομείς (ανθρωπιστικές επιστήμες). Ως εκ τούτου, φαίνεται να μην μπορεί να αποφανθεί κανείς επί αυτού με απόλυτο τρόπο. Στην πραγματικότητα όμως, στους «ιδιωτικο-οικονομικούς» φορείς για την κοινωνική και ανθρωπιστική έρευνα είτε είναι καθοριστικός ο ρόλος της άμεσης δημόσιας χρηματο¬δότησης είτε πρόκειται για – εν μέρει ή στο σύνολο – κοινωφελή ιδρύματα. Συνεπώς το επίμαχο σημείο δεν είναι τόσο η νομική μορφή όσο η διασφάλιση πόρων με τρόπο που να εξασφαλίζει τη σχετική αυτονομία, την κοινωνική χρησιμότητα και την ακεραιότητα της έρευνας σε αντίθεση με την υπερβολική εξάρτηση από ετερόκλητες αγοραίες ή δημόσιες πηγές χρηματοδότησης με αλλότρια ή στενά χρησιμοθηρικά (η πολιτικά) κίνητρα (βλ. λ.χ. ευρωπαϊκές μελέτες ρουτίνας). Δυστυχώς η μετατροπή σε φορέα ιδιωτικού δικαίου έχει συνδεθεί στην Ελλάδα με το πρόσταγμα για ακριβώς αυτή την μεγαλύτερη εξάρτηση από ψευδο-αγοραία χρηματοδότηση και εφαρμογή ιδιωτικο-οικονομικών ποσοτικών κριτηρίων αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας. Στην περίπτωση του ΕΚΚΕ, η υπαγωγή σε καθεστώς Ι.Δ. προκαλεί σύμφωνα με τα παραπάνω εύλογες ανησυχίες για αρνητικές εξελίξεις στην πορεία των κοινωνικών ερευνών. 4) Έχει από πολλούς επισημανθεί ότι η συγχώνευση-κατάργηση του ΕΚΚΕ αποφασίστηκε στο πλαίσιο ενός καταλόγου ετερόκλητων φορέων και χωρίς καμία σύνδεση με την τεκμηριωμένη αξιολόγηση και το σχεδιασμό του ερευνητικού χώρου. Θεωρούμε ότι αυτό αποτελεί καθοριστική αδυναμία της προτεινόμενης διάταξης τόσο από ουσιαστική όσο και από νομική πλευρά (αρχή αναλογικότητας). Από αυτή την άποψη, θα πρέπει να επισημανθεί η τεράστια ευθύνη που φέρει ο Υπουργός Παιδείας μένοντας σιωπηλός απέναντι στην κατάφωρη παραβίαση του ‘ενιαίου χώρου έρευνας και παιδείας’, χώρου αποκλειστικά δικής του αρμοδιότητας, επιτρέποντας την απόσπαση θεσμών αυτού του χώρου από την δική του ευθύνη διαχείρισης και σχεδιασμού και ουσιαστικά συναινώντας σε αυτήν. Διερωτόμαστε πως θα αντιδρούσε σε μια απόφαση για συγχώνευση Σχολών ή Τμημάτων ΑΕΙ την οποία θα μεθόδευε άλλος αναρμόδιος Υπουργός στη βάση χονδροειδών ποσοτικών κριτηρίων. Συμπερασματικά, θεωρούμε ότι το άρθρο 9 του νομοσχεδίου πρέπει να αποσυρθεί και το ζήτημα της εξέλιξης του ΕΚΚΕ να ενταχθεί στο γενικότερο πλαίσιο τεκμηριω¬μένης αξιολόγησης και σχεδιασμού του ερευνητικού χώρου από αρμόδια όργανα και με έγκυρες διαδικασίες. Αθήνα, 4 Οκτωβρίου 2012 ΤΑ ΜΕΛΗ ΤΟΥ Ε.Γ.Σ. ΤΟΥ ΕΚΚΕ Ρωξάνη Καυταντζόγλου, Πρόεδρος Θεώνη Σταθοπούλου, Αντιπρόεδρος Δημήτρης Εμμανουήλ, Γραμματέας Νίκος Μπούζας, Μέλος Κώστας Τσακίρης, Μέλος