Βλέπετε τα σχόλια που σχετίζονται με την ομάδα λέξεων που επιλέξατε.
 
ΛΕΩΝΙΔΑΣ
Ο ΟΚΑΑ να είναι μία μεγάλη ελλειμματική ΔΕΚΟ, πράγμα που δεν ισχύει για τους Οργανισμούς Ιχθυοσκάλων τους οποίους «απορρόφησε» πέρυσι και με δικά τους λεφτά για πρώτη φορά στην ιστορία του ΟΚΑΑ, παρουσίασε θετικό πρόσημο στον ισολογισμό του φέτος και ο υπουργός το παρουσιάζει ως μέγαν επίτευγμα, κάνοντας ουσιαστικά ένα κάκιστης ποιότητος οικονομοτεχνικό λογοπαίγνιο που στερείται σοβαρότητας αντί κάποιας τεκμηριωμένης επιχειρηματολογίας. Ρωτάω ευθέως τον υπουργό, η απορρόφηση της ΚΑΘ έχει ως έναν και μοναδικό στόχο για άλλη μία και τελευταία χρονιά ο ΟΚΑΑ να δείξει με τα λεφτά της ΚΑΘ ένα ακόμα θετικό πρόσημο; Απαντήστε στο εάν έχετε δει τους ισολογισμούς προηγούμενων ετών του Ρέντη, των Ιχθυοσκάλων και της ΚΑΘ; Έχετε αντιληφθεί ότι με την «απορρόφηση» καταστρέψατε τις Ιχθυόσκαλες; Γιατί θέλετε να συμβεί το ίδιο και με την ΚΑΘ;
 
 
Ρωξάνη Καυταντζόγλου (εκ μέρους του Ε.Γ.Σ. ΕΚΚΕ)
ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΟΥ ΕΚΚΕ Το Επιστημονικό Γνωμοδοτικό Συμβούλιο του Ινστιτούτου Κοινωνικών Ερευνών του ΕΚΚΕ, όργανο που από τη θεσμική του θέση έχει την ευθύνη συμβολής στη διαμόρφωση προϋποθέσεων και στρατηγικής για την ανάπτυξη της κοινωνικής έρευνας, θα επικεντρώσει τις παρατηρήσεις του στις επιπτώσεις των προτεινομένων ρυθμίσεων του άρθρου 9 στην παραγωγή επιστημονικής έρευνας. Για τα γενικότερα θέματα της αντισυνταγματικότητας της σχετικής ρύθμισης υπάρχουν ήδη πολλές κριτικές τοποθετήσεις συναδέλφων τις οποίες το ΕΓΣ προσυπογράφει. 1) Στο πλαίσιο του συγκεκριμένου νομοσχεδίου η συγχώνευση-κατάργηση του ΕΚΚΕ γίνεται στο όνομα ενός γενικότερου στόχου επίτευξης διοικητικών οικονομιών και οικονομιών κλίμακας που θα επιτρέψουν την παραγωγή μεγαλύτερου όγκου υπηρεσιών με μικρότερο κόστος ανά μονάδα και τη διεκδίκηση μεγαλύτερου μεριδίου της αγοράς. Εν προκειμένω, οι διοικητικές οικονομίες είναι επισφαλείς και σε κάθε περίπτωση πολύ περιορισμένες ενώ η πρόβλεψη για οικονομίες κλίμακας δεν βασίζεται κυριολεκτικά πουθενά και αποτελεί ένα ξεπερασμένο ιδεολόγημα. Πρώτον, η «αγορά» στην οποία απευθύνεται το ΕΚΚΕ δεν έχει συνάφεια ή συνέργιες με αυτή του ΕΙΕ. Δεύτερον, οι παραγωγικές «εισροές» (υλικά, βοηθητικές υπηρεσίες) στην περίπτωση της κοινωνικής έρευνας έχουν πολύ περιορισμένη συμμετοχή στη διαμόρφωση του κόστους. Τέλος, οι υποδομές της έρευνας είναι κυρίως «άυλες» (π.χ. διαδίκτυο). Συνεπώς κλασσικές οικονομίες κλίμακας δεν πρέπει να αναμένονται. Αντίθετα, θα δημιουργηθούν για μεγάλο διάστημα υψηλές δαπάνες, διοικητικά και ατομικά προβλήματα προσαρμογής, τόσο για το ΕΚΚΕ που μέχρι σήμερα κατόρθωσε να παραμείνει οικονομικά υγιές, όσο και για το ΕΙΕ, με αρνητικές επιπτώσεις στην παραγωγή έρευνας. 2) Στον αντίποδα του ιδεολογήματος ότι οι μεγαλύτερες γραφειοκρατικές μονάδες είναι πάντα περισσότερο παραγωγικές βρίσκεται η έννοια της ενδεδειγμένης λειτουργικής αποκέντρωσης με εξειδικευμένους φορείς αρίστου μεγέθους– τόσο στο δημόσιο τομέα με φορείς ειδικού σκοπού όσο και στον ιδιωτικό (θυγατρικές). Τα πλεονεκτήματα αυτών των φορέων είναι η εξειδίκευση και η εμπειρία, η ευελιξία, οι αποτελεσμα¬τικότερες σχέσεις διοίκησης-προσωπικού, ο «πατριωτισμός» για το φορέα και, συχνά, οι μικρές λειτουργικές δαπάνες με την ανάθεση υπηρεσιών σε εξωτερικούς συνεργάτες. Στην περίπτωση του ΕΚΚΕ πρέπει να προστεθεί το κύρος και η εμπιστοσύνη που αυτό έχει οικοδομήσει διεθνώς στην πολυετή του ιστορία. Το σημαντικότατο κόστος απώλειας αυτών των πλεονεκτημάτων φαίνεται να αγνοήθηκε πλήρως από τη χονδροειδή «ποσοτική» λογική της συγχώνευσης-κατάργησης. 3) Υπάρχουν ισχυρά επιχειρήματα υπέρ της θέσης ότι η κοινωνική έρευνα, από τη φύση της, πρέπει να θεραπεύεται από φορείς δημοσίου δικαίου. Από τη άλλη, τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς υπάρχουν σημαντικοί φορείς ιδιωτικού δικαίου που προωθούν την έρευνα στους ίδιους ή συγγενείς τομείς (ανθρωπιστικές επιστήμες). Ως εκ τούτου, φαίνεται να μην μπορεί να αποφανθεί κανείς επί αυτού με απόλυτο τρόπο. Στην πραγματικότητα όμως, στους «ιδιωτικο-οικονομικούς» φορείς για την κοινωνική και ανθρωπιστική έρευνα είτε είναι καθοριστικός ο ρόλος της άμεσης δημόσιας χρηματο¬δότησης είτε πρόκειται για – εν μέρει ή στο σύνολο – κοινωφελή ιδρύματα. Συνεπώς το επίμαχο σημείο δεν είναι τόσο η νομική μορφή όσο η διασφάλιση πόρων με τρόπο που να εξασφαλίζει τη σχετική αυτονομία, την κοινωνική χρησιμότητα και την ακεραιότητα της έρευνας σε αντίθεση με την υπερβολική εξάρτηση από ετερόκλητες αγοραίες ή δημόσιες πηγές χρηματοδότησης με αλλότρια ή στενά χρησιμοθηρικά (η πολιτικά) κίνητρα (βλ. λ.χ. ευρωπαϊκές μελέτες ρουτίνας). Δυστυχώς η μετατροπή σε φορέα ιδιωτικού δικαίου έχει συνδεθεί στην Ελλάδα με το πρόσταγμα για ακριβώς αυτή την μεγαλύτερη εξάρτηση από ψευδο-αγοραία χρηματοδότηση και εφαρμογή ιδιωτικο-οικονομικών ποσοτικών κριτηρίων αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας. Στην περίπτωση του ΕΚΚΕ, η υπαγωγή σε καθεστώς Ι.Δ. προκαλεί σύμφωνα με τα παραπάνω εύλογες ανησυχίες για αρνητικές εξελίξεις στην πορεία των κοινωνικών ερευνών. 4) Έχει από πολλούς επισημανθεί ότι η συγχώνευση-κατάργηση του ΕΚΚΕ αποφασίστηκε στο πλαίσιο ενός καταλόγου ετερόκλητων φορέων και χωρίς καμία σύνδεση με την τεκμηριωμένη αξιολόγηση και το σχεδιασμό του ερευνητικού χώρου. Θεωρούμε ότι αυτό αποτελεί καθοριστική αδυναμία της προτεινόμενης διάταξης τόσο από ουσιαστική όσο και από νομική πλευρά (αρχή αναλογικότητας). Από αυτή την άποψη, θα πρέπει να επισημανθεί η τεράστια ευθύνη που φέρει ο Υπουργός Παιδείας μένοντας σιωπηλός απέναντι στην κατάφωρη παραβίαση του ‘ενιαίου χώρου έρευνας και παιδείας’, χώρου αποκλειστικά δικής του αρμοδιότητας, επιτρέποντας την απόσπαση θεσμών αυτού του χώρου από την δική του ευθύνη διαχείρισης και σχεδιασμού και ουσιαστικά συναινώντας σε αυτήν. Διερωτόμαστε πως θα αντιδρούσε σε μια απόφαση για συγχώνευση Σχολών ή Τμημάτων ΑΕΙ την οποία θα μεθόδευε άλλος αναρμόδιος Υπουργός στη βάση χονδροειδών ποσοτικών κριτηρίων. Συμπερασματικά, θεωρούμε ότι το άρθρο 9 του νομοσχεδίου πρέπει να αποσυρθεί και το ζήτημα της εξέλιξης του ΕΚΚΕ να ενταχθεί στο γενικότερο πλαίσιο τεκμηριω¬μένης αξιολόγησης και σχεδιασμού του ερευνητικού χώρου από αρμόδια όργανα και με έγκυρες διαδικασίες. Αθήνα, 4 Οκτωβρίου 2012 ΤΑ ΜΕΛΗ ΤΟΥ Ε.Γ.Σ. ΤΟΥ ΕΚΚΕ Ρωξάνη Καυταντζόγλου, Πρόεδρος Θεώνη Σταθοπούλου, Αντιπρόεδρος Δημήτρης Εμμανουήλ, Γραμματέας Νίκος Μπούζας, Μέλος Κώστας Τσακίρης, Μέλος
 
 
Ευαγγελία Σαραντοπούλου
Η απόφαση για την ένταξη του ΕΚΚΕ στο ΕΙΕ δεν φαίνεται να είναι το αποτέλεσμα ενός προσεκτικού σχεδιασμού και μίας εμπεριστατωμένης μελέτης, που θα επιτρέψουν την βιωσιμότητα του νέου σχήματος. Σημαντικά ερωτήματα, τα οποία αφορούν μεταξύ άλλων και πρακτικά ζητήματα χρηματοδότησης και χωροταξίας, έχουν μείνει αναπάντητα και φυσικά αναμένεται να δημιουργήσουν προβλήματα στην λειτουργία και οπωσδήποτε στην εικόνα του διευρυμένου ΕΙΕ στο εξωτερικό, από όπου αντλείται μεγάλο μέρος της χρηματοδότησής του, μέσω ανταγωνιστικών ερευνητικών προγραμμάτων.Για τον σκοπό της προσέλκυσης εξωτερικής χρηματοδότησης, βασικό στοιχείο είναι να διατηρηθεί το σημερινό όνομα του ΕΙΕ (National Hellenic Research Foundation), όπου τεκμηριώνεται ότι είναι διεθνώς ανταγωνιστικό. Η οποιαδήποτε αλλαγή του ονόματος του ΕΙΕ θα έχει αρνητική επίδραση στις επικείμενες κρίσεις των ερευνητικών κέντρων. Επιπλέον, τα λειτουργικά έξοδα του ΕΙΕ καλύπτονται μέχρι σήμερα οριακά από τα γενικά έξοδα και τις συγχρηματοδοτήσεις (overheads, matching funds) των ανταγωνιστικών Ευρωπαϊκών προγραμμάτων που προσελκύουν στο ΕΙΕ κυρίως τα δύο Ινστιτούτα των θετικών επιστημών. Συνεπώς θα είναι αδύνατον να καλυφθούν τα αυξανόμενα λειτουργικά έξοδα του νέου διευρυμένου οργανισμού. Τέλος η αύξηση του προσωπικού του ΕΙΕ κατά 70 περίπου άτομα αφήνει αναπάντητα τα χωροταξικά προβλήματα και την εξασφάλιση λειτουργικών χώρων σε ένα κτήριο που είναι ήδη κορεσμένο. Συνεπώς, η πολιτική απόφαση της συγχώνευσης δεν πείθει για την ισχυριζόμενη οικονομική ή επιστημονική βελτιστοποίηση.
 
 
Ν. Μπακάλης
Θα ήθελα να σχολιάσω 3 θέματα: (1) Της ονομασίας, (2) της διοικητικής εκπροσωπήσεως, και (3) της αναγκαίας χρηματοδοτήσεως (1)Είναι σαφές ότι αμφότερα το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών (ΕΙΕ) και το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ) έχουν πολυετή ανεγνωρισμένη ερευνητική παρουσία στην Ελληνική και διεθνή επιστημονική βιβλιογραφία, και επομένως τα ονόματα αυτά είναι καταξιωμένα και πρέπει να διατηρηθούν.Τώρα το ΕΚΚΕ προτείνεται να ενταχθεί στο ΕΙΕ, ώς ένα από τα Ινστιτούτα του ΕΙΕ:Ήδη υπάρχει στο ΕΙΕ το Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης (ΕΚΤ) και αναφερεται διεθνώς με αυτό το (Εθνικό) όνομα. Έτσι θα μπορεί να υπάρχει στο ΕΙΕ και το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ) και να αναφερεται διεθνώς με το ίδιο όνομα (επίσης Εθνικό), ασχέτως αν διοικητικώς υπάγεται στο ΕΙΕ.Έτσι διατηρούνται τα καταξιωμένα ονόματα όπως πρέπει.Δηλαδή, το ΕΙΕ να αποτελείται από τα 3 υπάρχοντα Ινστιτούτα, το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών, και το Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης, χωρίς αλλαγές στα ονόματα. (2)Όπως φαίνεται από τις ιστοσελίδες των κέντρων, το ΕΙΕ ήδη συνιστούν:3 Ερευνητικά Ινστιτούτα με αντίστοιχο προσωπικό:Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών: με 65 επιστήμονες διδάκτορες και 30 εξωτερικούς (ομότιμους, φιλοξενούμενους και μεταπτυχιακούς) και 10 διοικητικούς εργαζομένους,Ινστιτούτο Βιολογίας, Φαρμακευτικής Χημείας και Βιοτεχνολογίας (ΙΒΦΧΒ): με 68 επιστήμονες διδάκτορες και 42 εξωτερικούς (ομότιμους, φιλοξενούμενους και μεταπτυχιακούς) και 10 διοικητικούς εργαζομένους,Ινστιτούτο Θεωρητικής και Φυσικής Χημείας (ΙΘΦΧ): με 37 επιστήμονες διδάκτορες και 18 εξωτερικούς (ομότιμους, φιλοξενούμενους και μεταπτυχιακούς) και 2 διοικητικούς εργαζομένους,το Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης: με προσωπικό 50 εργαζομένων,και η υπηρεσία Διοίκησης και Υποστήρηξης: με προσωπικό 25 εργαζομένων. Το ΕΚΚΕ έχει προσωπικό: 46 επιστήμονες διδάκτορες και 24 διοικητικούς εργαζομένους. Το Διοικητικό Συμβούλιο του ΕΙΕ αποτελούν:ο Διευθυντής του Ε.Ι.Ε & Πρόεδρος Δ.Σ, οι 3 Διευθυντές των τριών Ινστιτούτων, ο Διευθυντής του EKT,ένας Εκπρόσωπος των Ερευνητών (170 εργαζομένων), ένας Εκπρόσωπος του Διοικητικού & Τεχνικού Προσωπικού (97 εργαζομένων), και ένας Εκπρόσωπος της ΓΓΕΤ.Και τώρα προτείνεται να συμπληρωθεί από τον Διευθυντή του ΕΚΚΕ, ένα εκπρώσωπο των 46 επιστημόνων του, και ένα εκπρόσωπο των 24 διοικητικών εργαζομένων του. Αυτά τα πράματα (ένας για 170, ένας για άλλους 46, ένας για 97 και ένας για άλλους 24) δεν στέκουν, είναι παράλογα.Το πρέπον είναι συμπληρωθεί μόνο από τον Διευθυντή του ΕΚΚΕ, (όπως ευλόγως προτείνεται και στην παραγρ. 4ε) και ο εκπρόσωποι των ερευνητών και των διοικητικών να εκλέγωνται από τους αντίστοιχους (170+46=216) και (97+24=121) εργαζομένους. Άλλωστε οι επιστήμονες ερευνητές, ασχολούμενοι με την έρευνά τους, δεν είναι συνδικαλιστές και αν υπάρχει ένα πρόβλημά τους, το λένε στον εκπρόσωπο και το μεταφέρει. Το ίδιο και οι διοικητικοί. Ούτε και το νέο ενσωματούμενο προσωπικό θα έχει διαφορετικού είδους προβλήματα από τους υπολοίπους. (3)Υποτίθεται οτι, με την προτεινόμενη ένταξη του ΕΚΚΕ στο ΕΙΕ, τα προϋπολογιζόμενα κρατικά κονδύλια για την μισθοδοσία και την λειτουργία του ΕΚΚΕ θα εξασφαλισθούν προς στο ΕΙΕ.Αυτό δεν αναφέρεται πουθενά στον προτεινόμενο νόμο.Βέβαια, βάσει της παραγράφου 3, υποτίθεται οτι θα κανονισθούν όλα αυτά όπως πρέπει.Αντιθέτως όμως, ο προτεινόμενος νόμος κάνει ιδιαίτερη μνεία των οικονομικών υποχρεώσεων του ΕΚΚΕ που θα πρέπει πλέον να εκπληρώσει το ΕΙΕ.Αλλά (ως μή νομικός) διερωτώμαι: Γιατί άραγε ο νόμος εκπεφρασμένα μεριμνά μόνο γι αυτές; Αν όλα ρυθμισθούν βάσει της παρ.3, τότε τούτο περιττεύει στο προτεινόμενο κείμενο. Αν δεν περιττεύει, τότε πρέπει να αναφερθούν δεόντως όλες οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα του ΕΙΕ. Ν. ΜπακάληςΕρευνητής, Ινστιτούτο Θεωρητικής και Φυσικής ΧημείαςΕθνικό Ίδρυμα ερευνών.
 
 
Χρυσάνθη Ζάχου
Η προσπάθεια να διασωθεί το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών από την οικονομική καταιγίδα που πλήττει τη χώρα δεν είναι απλά έκφραση αλληλεγγύης. Συνιστά μια πράξη ηθικής εναντίωσης στις δυνάμεις που υποβαθμίζουν το Κέντρο αξιολογώντας το με δήθεν θετικιστικά κριτήρια οικονομικών μεγεθών. Λες και το ΕΚΚΕ, που βοήθησε γενιές νέων φοιτητών και νέων επιστημόνων να συνεχίσουν την πορεία τους μέσα από την ερευνητικά τεκμηριωμένη αλήθεια για τα κοινωνικά προβλήματα, μπορεί να αποτιμηθεί με ποσοτικά μεγέθη και δείκτες της αγοράς. Είναι λοιπόν απαράδεκτη η απόφαση συρρίκνωσής του. Το ΕΚΚΕ πρέπει να παραμείνει όπως ήταν, ένα αυτόνομο αλλά οργανικό τμήμα της επιστημονικής κοινότητας. Χρυσάνθη ΖάχουΚοινωνιολόγος