Βλέπετε τα σχόλια που σχετίζονται με την ομάδα λέξεων που επιλέξατε.
 
ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΚΟΡΡΕΣ
Θα ήθελα να καταγράψω την κάθετη διαφωνία μου για τον τρόπο που αποσπασματικά και κυριολεκτικά στο πόδι και χωρίς κανένα σχεδιασμό επιχειρείται η συγκεκριμένη συγχώνευση με το πρόσχημα της αναδιοργάνωσης μέρους του ερευνητικού ιστού της χώρας. Εκτιμώ ότι η μία και μοναδική σας επιδίωξη πίσω από όλα αυτά είναι να δείξετε προς την «υπέρτατη αρχή» της τρόικας ότι κάτι επιτέλους συγχωνεύουμε (και φυσικά ξεκινάμε από τα εύκολα – εκεί όπου και να φωνάξουν ποιος τους ακούει). Η ίδια ακριβώς διαδικασία είχε ακολουθηθεί και κατά την ψήφιση των εφαρμοστικών νόμων του δεύτερου μνημονίου όταν τότε παρουσιάστηκαν οι αναγκαστικές και πρόχειρες κατά τα άλλα συγχωνεύσεις των ινστιτούτων των ερευνητικών κέντρων της χώρας ως ένα άλλο επίτευγμα «συμμαζέματος» του κράτους. Φυσικά αυτό τότε ακολουθήθηκε από μία «θανατηφόρα» περικοπή στους προυπολογισμούς των ερευνητικών κέντρων της χώρας (10 εκατομμύρια ευρώ συνολικά). Αλήθεια έχετε αξιολογήσει τα μέχρι σήμερα αποτελέσματα των συγχωνεύσεων αυτών στις οποίες προβήκατε τότε? Αλήθεια έχετε ελέγξει τα αποτελέσματα της περικοπής κατά 10 ΜΕ της επιχορήγησης προς τα Ε.Κ.? Έχετε αντιληφθεί ότι με αυτόν τον τρόπο διαλύετε τον ερευνητικό ιστό της χώρας? Γνωρίζετε ποιο είναι το μέλλον μιας χώρας χωρίς παιδεία και έρευνα?Πέρα των όσων ανέφερα παραπάνω, θα ήθελα να σημειώσω ότι η παράγραφος 5 περίπτωση (α) του άρθρου 9 αποτελεί μνημείο αντισυνταγματικότητας και νομικής αυθαιρεσίας μιας και σε 2-3 γραμμές κειμένου μόνιμοι υπάλληλοι με συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα απολύονται (χωρίς να φαίνεται) και επαναπροσλαμβάνονται με πλήρως κατακρεουργημένο το εργασιακό τους καθεστώς. Τέλος προσυπογράφω την έκκληση του Συλλόγου Προσωπικού Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών – ΕΚΚΕ για τα όσα απαράδεκτα επιχειρείται να νομοθετηθούν μέσω αυτού του άρθρου. Γεράσιμος ΚορρέςΠολίτης αυτής της χώραςΕρευνητής ΕΛΚΕΘΕ
 
 
Ενιαίος Σύλλογος Συμβασιούχων Υπαλλήλων Αποσπασμένων στη ΓΓΕΤ
Ο Σύλλογος αποσπασμένων εργαζομένων στη Γενική Γραμματεία Έρευνας & Τεχνολογίας (ΓΓΕΤ) έχει συμμετάσχει σε σειρά προσπαθειών των εκάστοτε αρμόδιων Υπουργείων για μεταβολή του θεσμικού πλαισίου λειτουργίας των Ερευνητικών Κέντρων (ΕΚ) που εποπτεύει η ΓΓΕΤ (ενδεικτικά, Δεκέμβριος 2007, Φεβρουάριος 2012). Αυτή η μεταβολή θα γινόταν μέσω ενός Νόμου για την Έρευνα για την εισήγηση του οποίου υπεύθυνο ήταν το – εκάστοτε – αρμόδιο Υπουργείο. Ανεξαρτήτως του αν υπήρξε κατάλληλη και διαφανής προετοιμασία των παραπάνω Νομοσχεδίων είτε της διαφοράς απόψεων που εκφράστηκε κατά τη διαβούλευση, γεγονός παραμένει ότι, για την όποια ανάλογη μεταβολή θεσμικού πλαισίου και ειδικά για τον ευαίσθητο τομέα της έρευνας, πρέπει να προηγηθεί σχετική μελέτη και διαβούλευση με τους εκπροσώπους των αντίστοιχων φορέων που θα καταλήξουν σε ένα Νομοσχέδιο που θα διασφαλίζει την καλή λειτουργία τους καθώς και τα δικαιώματα της ερευνητικής κοινότητας. Δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια, ακολουθείται μια διαφορετική “πολιτική” σύμφωνα με την οποία η έρευνα δεν αποτελεί μια αναπτυξιακή ευκαιρία, δεν έχει ιδιαιτερότητες και επομένως δεν απαιτούνται και ιδιαίτερες προτάσεις και πρακτικές για την ενίσχυσή της με δεδομένη, μάλιστα, την σαφή αναγνώριση της σημασίας και του ρόλου της σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο. Έτσι, από το 2009, γνωρίσαμε δυστυχώς την προσπάθεια να χαρακτηριστούν τα ΕΚ ως ΔΕΚΟ, να μειωθεί απλά ο αριθμός των υφισταμένων Ινστιτούτων χωρίς κανένα σχεδιασμό και μελέτη, με λογικές “αποφασίζομεν και διατάσσομεν” και με προοπτική τη “λογιστική” διευθέτηση της εκ των προτέρων πολιτικής απόφασης να μειωθούν οι Προϋπολογισμοί που αφορούσαν τα ΕΚ υπό την εποπτεία της ΓΓΕΤ. Μέχρι σήμερα, τα ΕΚ αντέδρασαν θετικά στην παραπάνω αντιμετώπιση προσπαθώντας να αντεπεξέλθουν στους μειωμένους προϋπολογισμούς και μειώνοντας δραστικά τον αριθμό των Ινστιτούτων τους (από 56 σε 31), ανεξάρτητα από τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν. Δυστυχώς με το υπό διαβούλευση κείμενο, η απαξίωση της έρευνας συνεχίζεται. Χωρίς καμία μελέτη και διαβούλευση, προτείνεται η περαιτέρω συρρίκνωση των ΕΚ και μάλιστα μόνο ποσοτικά και φανερά όχι προς μια περισσότερο ορθολογική δομή χωρίς επιστημονικές επικαλύψεις. Αντίθετα, η εικόνα που προκύπτει είναι η, δυστυχώς όχι άγνωστή μας, υποτίμηση και άγνοια της σημασίας της έρευνας, ειδικά από την πολιτική ηγεσία ενός αναρμόδιου Υπουργείου αλλά, ακόμα χειρότερα, η πολιτική απόφαση κατάργησης Ερευνητικών Κέντρων με ιστορία και επιστημονικές επιτυχίες χωρίς εξασφάλιση της συνέχειάς τους και κυρίως ληφθείσα με μυστικότητα από, άσχετους με το αντικείμενο, συμβούλους υπουργικών γραφείων. Οι εργαζόμενοι στη ΓΓΕΤ, την αρμόδια Δημόσια Υπηρεσία για την εποπτεία του μεγάλου ποσοστού ΕΚ στη χώρα, συντασσόμαστε για άλλη μια φορά με την ερευνητική κοινότητα ιδιαίτερα και τους εργαζομένους στα ΕΚ και εκφράζουμε τη συνολική αντίθεσή μας στην προχειρότητα και κυρίως στους στόχους υποτίμησης της έρευνας, όπως προκύπτουν από το κείμενο του Νομοσχεδίου. Για το λόγο αυτό, ζητάμε μαζί τους την απόσυρση των Άρθρων 7 και 9, την εκ νέου ουσιαστική διαβούλευση με τα συλλογικά όργανα των ΕΚ και την ένταξη των όποιων δομικών μεταβολών στο Νόμο για την Έρευνα. Συμπληρωματικά αλλά όχι και με λιγότερη σημασία, ο Σύλλογος μας παρατηρεί τα παρακάτω ουσιαστικά προβλήματα που αναμένεται να προκύψουν από το Νομοσχέδιο:• Είναι αντισυνταγματική η μεταβολή των εργασιακών σχέσεων στην περίπτωση του ΕΚΚΕ (από τη μονιμότητα σε ΝΠΔΔ στην εργασιακή σχέση αορίστου χρόνου σε ΝΠΙΔ). Θεωρούμε ότι πρέπει να προβλέπεται ανάλογη πρόβλεψη στο κείμενο.• Τα επιχειρήματα των εκπροσώπων των ΕΚ για μη αλλαγή του τίτλου των υπό συγχώνευση / κατάργηση ΕΚ κρίνονται ως επαρκή. Επίσης, και στο σημείο αυτό, γίνεται φανερή η άγνοια των εισηγουμένων.• Παρατηρείται, για άλλη μια φορά, η λανθάνουσα προσπάθεια για υποβάθμιση του δημόσιου χαρακτήρα της έρευνας η οποία, κατά την άποψή μας αποτελεί το τελευταίο εργαλείο ανάπτυξης, ειδικά σε συνθήκες κρίσης όπως οι σημερινές.• Τέλος, πρέπει να προβλεφθεί, η κατ’ ελάχιστον, ανάλογη αύξηση της χρηματοδότησης των ΕΚ που θα προκύψουν, κατά το ποσό της σημερινής χρηματοδότησης των υπό κατάργηση / συγχώνευση ΕΚ. Καταλήγοντας και σε συνέχεια της ευρύτατης συμμετοχής εκπροσώπων της ερευνητικής κοινότητας στην παρούσα διαβούλευση, ο Σύλλογος μας εκφράζει τον προβληματισμό του για την ουσία της διαδικασίας αυτής. Πιστεύουμε ότι είναι τέτοια η ταύτιση απόψεων και επιχειρημάτων εναντίον τόσο του σκεπτικού όσο και των προοπτικών του κειμένου που, ελάχιστα αν σέβεται ο Νομοθέτης τη διαδικασία αυτή, θα πρέπει να αποσύρει τις συγκεκριμένες διατάξεις.
 
 
Αντώνης Γεοργούλας
Για το ΕΚΚΕ Διαβάζοντας τα πρώτα νέα από το «μέτωπο» της κυβερνητικής προσπάθειας για την –υποτιθέμενη– «ορθολογική» οργάνωση του ευρύτερου δημόσιου τομέα μέσω της άμεσης κατάργησης ή της κατάργησης δια της συγχώνευσης οργανισμών, πέφτω σε μελαγχολία. Ειδικά όταν διαβάζω ότι στην κατηγορία της κατάργησης δια της συγχώνευσης περιλαμβάνεται το ΕΚΚΕ. Ουσιαστικά, πρόκειται για τον μόνο εθνικό φορέα της κοινωνικής έρευνας με ένα τεράστιο έργο στo να καταστεί διαυγής η ελληνική κοινωνία του κάθε παρόντος χρόνου –προφανώς σε προηγούμενες δεκαετίες όταν υπήρχε έστω και μια ελάχιστη ερευνητική πολιτική.Εν μέσω συναισθηματικής φόρτισης μου ήλθαν κατά νου κάποιοι στίχοι του Μεγάλου Αλεξανδρινού:Μέσα στον φόβο και στές υποψίες/ με ταραγμένο νου και ταραγμένα μάτια/λυώνουμε και σχεδιάζουμε το πώς να κάμουμε/ για ν’ αποφύγουμε τον βέβαιοτον κίνδυνο που έτσι φρικτά μας απειλεί./ Κι όμως λανθάνουμε, δεν είν’ αυτός στον δρόμο·ψεύτικα ήσαν τα μηνύματα/ (ή δεν τ’ ακούσαμε ή δεν τα νοιώσαμε καλά).Άλλη καταστροφή που δεν την φανταζόμεθαν,/ εξαφνική, ραγδαία πέφτει επάνω μας,κι ανέτοιμους –που πιά καιρός– μας συνεπαίρνει.Όσο παράξενο και αν φαίνεται, οι στοίχοι αυτοί μου άνοιξαν τον δρόμο για κάποιους λογικούς και εννοιολογικούς συνειρμούς, ώστε να τοποθετήσω πρώτα το πρόβλημα της κοινωνικής έρευνας στα κοινωνικά του συγκείμενα και να κάνω ακολούθως ένα μικρό σχολιασμό μιας πολιτικής που φαίνεται να μας ξαναγυρνά αναφανδόν στην μεσαιωνική αυθεντία.Δεν χρειάζεται να περιγράψει κανείς εκτενώς το μέγεθος της κρίσης μέσα στην οποία ζούμε. Σε τελική ανάλυση, πρόκειται για μια βαθειά κρίση νομιμοποίησης που διαπερνά όλες τις σφαίρες της κοινωνικής δραστηριότητας –κι όχι μόνο την οικονομία, όπως συνήθως εμφανίζεται. Διαπερνά την πολιτική σφαίρα και το κράτος, διαπερνά την πολιτιστική σφαίρα και την επικοινωνία, διαπερνά προφανώς την οικονομική σφαίρα, διαπερνά κάθε πτυχή τόσο της κοινωνικής δραστηριότητας όσο και της προσωπικότητας των πολιτών. Αυτό δεν είναι κάτι καινούριο∙ απλώς, μια δυσμενής διεθνής συγκυρία ήταν αρκετή για να φανεί ότι ο «βασιλιάς ήταν γυμνός» και να αναδυθεί το παγόβουνο της απο-νομιμοποίησης κάθε κυριαρχίας.Ούτε χρειάζεται να περιγράψει κανείς καταλεπτώς τα αποτελέσματα και τις εκφράσεις της. Ζούμε σε ένα νοσηρό περιβάλλον που έχει πλημμυρίσει από καχυποψίες, θεωρίες συνομωσίας και από την συλλήβδην καταγγελία των πάντων –κάτι που δημιουργεί τις ευνοϊκές συνθήκες για την άνθιση ενός νέου αυταρχισμού με ιδιαίτερα βίαιες και φασιστικές εκφράσεις. Ο ένας δείχνει τον άλλο ως υπεύθυνο και κανείς δεν μπορεί να υποδείξει έγκυρα και με υπευθυνότητα τις πραγματικές διαστάσεις φαινομένων και/ ή των γεγονότων.Χρειάζεται ίσως μια μικρή υπενθύμιση ενός από τους ρόλους των κοινωνικών επιστημών στις σύγχρονες και δημοκρατικές κοινωνίες –οι προσδιορισμοί είναι βέβαια πλεονασμός γιατί μόνο σε αυτού του τύπου τις κοινωνίες οι κοινωνικές επιστήμες και, κατά προέκταση, η κοινωνική έρευνα έχουν να παίξουν τον συγκεκριμένο ρόλο. Πρόκειται για τον ρόλο της κριτικής εγρήγορσης με γνώμονα τις καταστατικές αξίες αυτών των κοινωνιών –κι αν δεν απατώμαι, αυτές παραμένουν η ισότητα, η ελευθερία, αλλά και η αδελφότητα.Συνδέοντας τις τρεις παραπάνω πτυχές, μπαίνουμε μέσα στον λόγο του ποιητή. Η καταστροφή είναι η κατάργηση των μέσων συνειδητοποίησης των δυνατοτήτων που διαθέτει μια σύγχρονη κοινωνία. Και αυτά τα μέσα δεν είναι άλλα από τις κοινωνικές επιστήμες και την έρευνά τους. Όλα τα άλλα είναι σοφιστείες που ανοίγουν τον δρόμο της επιστροφής στην μεσαιωνική αυθεντία, στον αυταρχισμό και την βίαιη επιβολή της κυριαρχίας –καταστάσεις από τις οποίες ούτως ή άλλως δεν έχουμε καταφέρει να ξεφύγουμε πλήρως (είναι μια από τις υπενθυμίσεις τις τρέχουσας κρίσης).Νομίζω ότι στο όνομα της οικονομίας και μιας δήθεν ορθολογικής διαχείρισης του δημοσίου, λαμβάνεται μια απόφαση που στερεί από την εξουθενωμένη κοινωνία τα μέσα της συνειδητοποίησης του εαυτού της και της λειτουργίας της. Αντί λοιπόν να ενδυναμωθούν αυτά τα μέσα, ουσιαστικά καταργείται δια της συγχώνευσης ο εθνικός φορέας της κοινωνικής έρευνας, το ΕΚΚΕ –που έχει εμπράκτως αποδείξει ότι χρησιμοποίησε με επιστημονική περίσκεψη αυτά τα μέσα.Πολύ φοβάμαι ότι αυτή είναι η αρχή μιας χιονοστιβάδας που θα συμπαρασύρει τον κάθε θύλακα της επιστημονικής διερεύνησης της κοινωνίας και θα αποψιλώσει από την τελευταία κάθε δυνατότητα δημοκρατικής λειτουργίας. Να λοιπόν η «καταστροφή που δεν την φανταζόμεθαν,/ [κι] εξαφνική, ραγδαία πέφτει επάνω μας,κι ανέτοιμους –που πιά καιρός– μας συνεπαίρνει».Ελπίζοντας να διαψευστώ. Αντώνης ΓεωργούλαςΚαθηγητής, Παν/μιο Κρήτης
 
 
Αλκιβιάδης – Κωνσταντίνος Κεφαλάς
Η ανάλυση των άρθρων 9 και 15 αναδεικνύει όλο και μεγαλύτερες εκπλήξεις στον υποψιασμένο αναγνώστη, επιβεβαιώνοντας την πεποίθηση της Ερευνητικής Κοινότητας για την προχειρότητα της σύνταξης του νομοσχεδίου, αλλά και των προσωπικών ατραπών και επιλογών…Η παράγραφος 1δ του άρθρου 15 (γενικές διατάξεις) προβλέπει ότι: «Η σχέση έμμισθης εντολής των δικηγόρων που έχουν προσληφθεί και υπηρετούν στα νομικά πρόσωπα που καταργούνται με τις διατάξεις των άρθρων 1 έως και 5, καθώς και με τις διατάξεις των περιπτώσεων α’ έως και δ’ της παραγράφου 10 του άρθρου 10 του παρόντος νόμου, λύεται αυτοδικαίως…». Επιπροσθέτως, το άρθρο 9 προβλέπει «Ένταξη του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου «Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών» (Ε.Κ.Κ.Ε.) στο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου «Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών» (Ε.Ι.Ε.)». Σύμφωνα με την παρ. 1δ του άρθρου 15, οι έμμισθες υπηρεσίες των δικηγορικών /ου γραφείων/ου που παρέχουν/ει νομική συμβουλή στο ΕΚΚΕ θα μεταφερθούν στον νέο φορέα. Δοθέντος ότι το ΕΙΕ έχει τις δικές του νομικές υπηρεσίες, το νέο υβριδικό μόρφωμα θα αποκτήσει ενισχυμένη νομική υποστήριξη με επιπλέον κόστος. Το εύλογο ερώτημα κ. Υπουργέ της Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης είναι ποιος θα αναλάβει το επιπλέον κόστος της ενισχυμένης νομικής υποστήριξης; Μήπως τα έσοδα από τα ερευνητικά προγράμματα των δύο θετικών κέντρων του ΕΙΕ ; Βεβαίως, τέτοιες ουσιαστικές λεπτομέρειες θεωρήθηκαν μάλλον ασήμαντες από τον συντάκτη του νομοσχεδίου! Αλκιβιάδης-Κωνσταντίνος ΚεφαλάςΔντης ΕρευνώνΙνστιτούτο Θεωρητικής και Φυσικής ΧημείαςΕΙΕ
 
 
Μ. Παντελίδου/ Kαθηγήτρια Πανεπιστημίου Αθηνών
Το ΕΚΚΕ, μόνος εθνικός φορέας κοινωνικής έρευνας, κεντρικό πεδίο πρακτικής άσκησης νέων κοινωνικών επιστημόνων, βασική δομή έρευνας κοινωνικών προβλημάτων και αλλαγών, ιστορικός φορέας έρευνας της κοινωνικοπολιτικής πραγματικότητας στην Ελλάδα, φυτώριο νέων ερευνητών στις κοινωνικές επιστήμες, δομή μεγαλόψυχης στήριξης νεωτερικών και κριτικών προσεγγίσεων ακόμη και «εξωτερικών συνεργατών», το ΕΚΚΕ της αναζήτησης, της αμφισβήτησης, της κριτικής και της δημιουργίας δεν αξίζει τέτοια τύχη. Μόνο κοντόφθαλμες, ανεπεξέργαστες και ανυποψίαστες πολιτικές θα επεδίωκαν να το υποβαθμίσουν, φτωχαίνοντας την ερευνητική και ακαδημαϊκή παραγωγή στην Ελλάδα της κρίσης. Καμία διέξοδος στην κρίση δεν μπορεί να βρεθεί, αν δεν μελετηθούν οι πολιτισμικές και κοινω νικές συνιστώσες της διαμόρφωσής της, αν δεν διερευνηθεί ο τρόπος με τον οποίο βιώνεται και αν δεν εκπαιδευτούν νέοι/ες ερευνητές/τριες για να «φανταστούν υπέυθυνα το μέλλον» μας, όπως θα έλεγε ο Κ.Τσουκαλάς, παλαιός πρόεδρός του.