Βλέπετε τα σχόλια που σχετίζονται με την ομάδα λέξεων που επιλέξατε.
 
Ενιαίος Σύλλογος Συμβασιούχων Υπαλλήλων Αποσπασμένων στη ΓΓΕΤ
Ο Σύλλογος αποσπασμένων εργαζομένων στη Γενική Γραμματεία Έρευνας & Τεχνολογίας (ΓΓΕΤ) έχει συμμετάσχει σε σειρά προσπαθειών των εκάστοτε αρμόδιων Υπουργείων για μεταβολή του θεσμικού πλαισίου λειτουργίας των Ερευνητικών Κέντρων (ΕΚ) που εποπτεύει η ΓΓΕΤ (ενδεικτικά, Δεκέμβριος 2007, Φεβρουάριος 2012). Αυτή η μεταβολή θα γινόταν μέσω ενός Νόμου για την Έρευνα για την εισήγηση του οποίου υπεύθυνο ήταν το – εκάστοτε – αρμόδιο Υπουργείο. Ανεξαρτήτως του αν υπήρξε κατάλληλη και διαφανής προετοιμασία των παραπάνω Νομοσχεδίων είτε της διαφοράς απόψεων που εκφράστηκε κατά τη διαβούλευση, γεγονός παραμένει ότι, για την όποια ανάλογη μεταβολή θεσμικού πλαισίου και ειδικά για τον ευαίσθητο τομέα της έρευνας, πρέπει να προηγηθεί σχετική μελέτη και διαβούλευση με τους εκπροσώπους των αντίστοιχων φορέων που θα καταλήξουν σε ένα Νομοσχέδιο που θα διασφαλίζει την καλή λειτουργία τους καθώς και τα δικαιώματα της ερευνητικής κοινότητας. Δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια, ακολουθείται μια διαφορετική “πολιτική” σύμφωνα με την οποία η έρευνα δεν αποτελεί μια αναπτυξιακή ευκαιρία, δεν έχει ιδιαιτερότητες και επομένως δεν απαιτούνται και ιδιαίτερες προτάσεις και πρακτικές για την ενίσχυσή της με δεδομένη, μάλιστα, την σαφή αναγνώριση της σημασίας και του ρόλου της σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο. Έτσι, από το 2009, γνωρίσαμε δυστυχώς την προσπάθεια να χαρακτηριστούν τα ΕΚ ως ΔΕΚΟ, να μειωθεί απλά ο αριθμός των υφισταμένων Ινστιτούτων χωρίς κανένα σχεδιασμό και μελέτη, με λογικές “αποφασίζομεν και διατάσσομεν” και με προοπτική τη “λογιστική” διευθέτηση της εκ των προτέρων πολιτικής απόφασης να μειωθούν οι Προϋπολογισμοί που αφορούσαν τα ΕΚ υπό την εποπτεία της ΓΓΕΤ. Μέχρι σήμερα, τα ΕΚ αντέδρασαν θετικά στην παραπάνω αντιμετώπιση προσπαθώντας να αντεπεξέλθουν στους μειωμένους προϋπολογισμούς και μειώνοντας δραστικά τον αριθμό των Ινστιτούτων τους (από 56 σε 31), ανεξάρτητα από τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν. Δυστυχώς με το υπό διαβούλευση κείμενο, η απαξίωση της έρευνας συνεχίζεται. Χωρίς καμία μελέτη και διαβούλευση, προτείνεται η περαιτέρω συρρίκνωση των ΕΚ και μάλιστα μόνο ποσοτικά και φανερά όχι προς μια περισσότερο ορθολογική δομή χωρίς επιστημονικές επικαλύψεις. Αντίθετα, η εικόνα που προκύπτει είναι η, δυστυχώς όχι άγνωστή μας, υποτίμηση και άγνοια της σημασίας της έρευνας, ειδικά από την πολιτική ηγεσία ενός αναρμόδιου Υπουργείου αλλά, ακόμα χειρότερα, η πολιτική απόφαση κατάργησης Ερευνητικών Κέντρων με ιστορία και επιστημονικές επιτυχίες χωρίς εξασφάλιση της συνέχειάς τους και κυρίως ληφθείσα με μυστικότητα από, άσχετους με το αντικείμενο, συμβούλους υπουργικών γραφείων. Οι εργαζόμενοι στη ΓΓΕΤ, την αρμόδια Δημόσια Υπηρεσία για την εποπτεία του μεγάλου ποσοστού ΕΚ στη χώρα, συντασσόμαστε για άλλη μια φορά με την ερευνητική κοινότητα ιδιαίτερα και τους εργαζομένους στα ΕΚ και εκφράζουμε τη συνολική αντίθεσή μας στην προχειρότητα και κυρίως στους στόχους υποτίμησης της έρευνας, όπως προκύπτουν από το κείμενο του Νομοσχεδίου. Για το λόγο αυτό, ζητάμε μαζί τους την απόσυρση των Άρθρων 7 και 9, την εκ νέου ουσιαστική διαβούλευση με τα συλλογικά όργανα των ΕΚ και την ένταξη των όποιων δομικών μεταβολών στο Νόμο για την Έρευνα. Συμπληρωματικά αλλά όχι και με λιγότερη σημασία, ο Σύλλογος μας παρατηρεί τα παρακάτω ουσιαστικά προβλήματα που αναμένεται να προκύψουν από το Νομοσχέδιο:• Είναι αντισυνταγματική η μεταβολή των εργασιακών σχέσεων στην περίπτωση του ΕΚΚΕ (από τη μονιμότητα σε ΝΠΔΔ στην εργασιακή σχέση αορίστου χρόνου σε ΝΠΙΔ). Θεωρούμε ότι πρέπει να προβλέπεται ανάλογη πρόβλεψη στο κείμενο.• Τα επιχειρήματα των εκπροσώπων των ΕΚ για μη αλλαγή του τίτλου των υπό συγχώνευση / κατάργηση ΕΚ κρίνονται ως επαρκή. Επίσης, και στο σημείο αυτό, γίνεται φανερή η άγνοια των εισηγουμένων.• Παρατηρείται, για άλλη μια φορά, η λανθάνουσα προσπάθεια για υποβάθμιση του δημόσιου χαρακτήρα της έρευνας η οποία, κατά την άποψή μας αποτελεί το τελευταίο εργαλείο ανάπτυξης, ειδικά σε συνθήκες κρίσης όπως οι σημερινές.• Τέλος, πρέπει να προβλεφθεί, η κατ’ ελάχιστον, ανάλογη αύξηση της χρηματοδότησης των ΕΚ που θα προκύψουν, κατά το ποσό της σημερινής χρηματοδότησης των υπό κατάργηση / συγχώνευση ΕΚ. Καταλήγοντας και σε συνέχεια της ευρύτατης συμμετοχής εκπροσώπων της ερευνητικής κοινότητας στην παρούσα διαβούλευση, ο Σύλλογος μας εκφράζει τον προβληματισμό του για την ουσία της διαδικασίας αυτής. Πιστεύουμε ότι είναι τέτοια η ταύτιση απόψεων και επιχειρημάτων εναντίον τόσο του σκεπτικού όσο και των προοπτικών του κειμένου που, ελάχιστα αν σέβεται ο Νομοθέτης τη διαδικασία αυτή, θα πρέπει να αποσύρει τις συγκεκριμένες διατάξεις.
 
 
Χρήστος Βασιλόπουλος
Αξιότιμε κύριε Υπουργέ της κυβέρνησης,Σε ένα κράτος σαν το ελληνικό, του οποίου η Δημόσια Διοίκηση δε διακρίνεται από συνέχεια και συνέπεια στην υλοποίηση μακροπρόθεσμων πολιτικών επιλογών, η πρωτοφανής επιμονή και εμμονή, με την οποία τα τελευταία είκοσι χρόνια, επιχειρείται από ομάδες τεχνοκρατών διαδοχικών κυβερνήσεων η συγχώνευση του ΕΚΚΕ (ΝΠΔΔ) με το ΕΙΕ (ΝΠΙΔ) αποτελεί αν μη τι άλλο έκπληξη.Αν μάλιστα κάποιος λάβει υπόψη το ουσιαστικά μηδαμινό οικονομικό ώφελος που προκύπτει από μια τέτοια εξέλιξη η ανάδειξη της συγχώνευσης αυτής σε στρατηγική επιλογή της Δημόσιας Διοίκησης διαδοχικών κυβερνήσεων γεννά ακόμη και σε έναν ουδέτερο παρατηρητή τα ακόλουθα εύλογα ερωτήματα.Γιατί η κατάργηση του ΕΚΚΕ και η συγχώνευσή του με το ΕΙΕ επιχειρείται ακόμη μια φορά χωρίς να έχει προηγηθεί καμμία ουσιαστική μελέτη, μέσω ενός νομοσχεδίου «σκούπας» περί συγχωνεύσεων και καταργήσεων φορέων του δημοσίου και ευρύτερου δημόσιου τομέα, και «τσουβαλιάζεται» μαζί με άλλους φορείς, που βαπτίζονται από τον ημερήσιο τύπο ως «άχρηστοι με πλεονάζον προσωπικό» και οι οποίοι ουδεμία σχέση έχουν με το ερευνητικό έργο; Γιατί τόση βιασύνη; Δεν αντιλαμβάνεστε ότι με το να εντάσσετε στο πρώτο αυτό κύμα των καταργήσεων και συγχωνεύσεων φορέων του Δημοσίου, Ερευνητικά Κέντρα του κύρους του ΕΙΕ και του ΕΚΚΕ πλήττετε καίρια και υποβαθμίζετε συνολικά την ακαδημαϊκού χαρακτήρα επιστημονική ερευνητική κοινότητα της χώρας μας, στην οποία και εσείς ως Ακαδημαϊκός ανήκετε και οφείλετε να υποστηρίζετε;Μήπως αυτό που πραγματικά επιθυμεί η Δημόσια Διοίκηση είναι να δοκιμάσει στην πράξη «πιλοτικά», πριν επεκτείνει την εφαρμογή της και στα άλλα Ερευνητικά Κέντρα και Πανεπιστήμια, την μετατροπή ενός ΝΠΔΔ σε ΝΠΙΔ μέσω της διαδικασίας κατάργησης και επανασύστασης φορέων, και ως εκ τούτου έχει διαλέξει το ΕΚΚΕ σαν πειραμοτόζωο λόγω μεγέθους, με την ίδια ανάλγητη λογική, που η κυβερνώσα ελίτ της Ενωμένης Ευρώπης διάλεξε την χώρα μας ως πειραματόζωο για την εφαρμογή των νεοφιλελεύθερων δογματικών επιλογών του μνημονίου;Μήπως η επιλογή του ΕΚΚΕ οφείλεται σε μια προσπάθεια υποβάθμισης της αξίας της κοινωνικής έρευνας, που στην εποχή μας δεν δίνει ευχάριστες ειδήσεις για την κοινωνία και τις προοπτικές της, ή μήπως οφείλεται σε ανταγωνισμούς, εξυπηρέτηση ιδιοτελών συμφερόντων και άλλων σκοπιμοτήτων, που σχετίζονται με την αδιαφανή διαχείριση πόρων από κοινοτικά προγράμματα για την κοινωνική έρευνα;Σε κάθε περίπτωση θεωρώ ότι η βεβιασμένη για μια ακόμη φορά, επιχειρούμενη μέσω του άρθρου 9 κατάργηση του ΕΚΚΕ και συγχώνευσή του με το ΕΙΕ είναι άκαιρη, δεν επιφέρει κανένα οικονομικό όφελος στην Οικονομία, θα πρέπει άμεσα να αποσυρθεί και να επανεξεταστεί στο πλαίσιο ενός ευρύτερου ανασχεδιασμού της ερευνητικής και ακαδημαϊκής πολιτικής της χώρας από το αρμόδιο Υπουργείο Παιδείας, όπως πολύ ορθά τονίζει σε πρόσφατη ανακοίνωσή της ο Τομέας Παιδείας και Έρευνας της ΔΗΜΑΡ σχετικά με τις συγχωνεύσεις των ερευνητικών κέντρων.Μετά τιμήςΔρ. Χρήστος ΒασιλόπουλοςΤηλεπικοινωνιακός Μηχανικός ΟΤΕΕπιστημονικός Συνεργάτης ΤΕΙ Πειραιά
 
 
Ιωάννα Παπαθανασίου
Μετέχοντας στη δυνατότητα έκφρασης γνώμης για το περίφημο –πλέον- άρθρο 9 του παρόντος νομοσχεδίου, δεν χρειάζεται να δηλώσω ότι ασπάζομαι τις θέσεις των συναδέλφων που υπογράμμισαν -σε όλους τους τόνους και με όλους τους δυνατούς τρόπους- τα δεινά που επιφέρει η «συγχώνευση» των δύο ιστορικών αλλά με διακριτή επιστημονική ταυτότητα ερευνητικών θεσμών, όπως το ΕΚΚΕ και το ΕΙΕ. Δηλώνοντας λοιπόν εξαρχής την αντίθεσή μου με τη νέα «επιχείρηση σκούπα» της τριμερούς κυβέρνησης –αυτή τη φορά στο χώρο των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών- περιορίζομαι με την παρέμβασή μου αυτή στο να επισημάνω δύο «ειδικά» προβλήματα-θέματα που δεν έχουν επαρκώς μέχρι σήμερα εκτεθεί στο πάνελ των «διαβουλευομένων».Το πρώτο αφορά το σοβαρότατο ζήτημα των «πνευματικών δικαιωμάτων» που προκύπτουν από το σύνολο της ερευνητικής παραγωγής του ΕΚΚΕ στα 50 και πλέον χρόνια λειτουργίας του, αλλά και εκείνων που προκύπτουν από την εκδοτική του δραστηριότητα μέσω της Επιθεώρησης Κοινωνικών Ερευνών και των εκδόσεών του. Αν ο νομοθέτης προβλέπει –με μεγάλη προχειρότητα- τη μεταβίβαση της «εμπράγματης περιουσίας» του ΕΚΚΕ στο νέο φορέα ΕΙΕ – ΚΘΙΚΕ πως αντιμετωπίζει το ζήτημα των «πνευματικών δικαιωμάτων» και των εκδόσεων; Υπακούουν άραγε κι αυτά στην ίδια λογική;Αντίστοιχο πρόβλημα προκύπτει ως προς την τύχη του αρχείου του ΕΚΚΕ. Αν τα τρέχοντα τεκμήρια των διοικητικών και οικονομικών υπηρεσιών του Κέντρου, με άλλα λόγια το ενεργό αρχείο του Κέντρου περιέρχεται στο νέο και υπό ενιαία διοίκηση φορέα, διερωτώμαι για την τύχη του «ιστορικού αρχείου» και του «αρχείου ερευνών» του ΕΚΚΕ. Ταξινομούνται και αυτά στην κατηγορία «εμπράγματη περιουσία»;Αξιότιμοι κύριοι, η ιστορία κάθε οργανισμού –πολύ περισσότερο ενός ενεργού και ακόμη δραστήριου θεσμού- ενυπάρχει στα τεκμήρια της δράσης του και ανακαλείται μέσα από τη μνήμη που τα διαφυλάσσει και τα συντηρεί. Αποσπώντας τα υλικά της πνευματικής παραγωγής του ΕΚΚΕ και τα αρχειακά τεκμήρια του παρελθόντος από το νέο ινστιτούτο που επιθυμείτε να δημιουργήσετε, δεν καταργείτε μόνο το ΕΚΚΕ –για λόγους που εσείς μόνον γνωρίζετε. Είναι μάλλον προφανές ότι με τις πρακτικές αυτές επιδιώκετε να ισοπεδώσετε τη μακρά ιστορία του Kέντρου και να ξεριζώσετε τη μνήμη για την παρουσία και τις διαδρομές ενός φορέα που στάθηκε ο μοναδικός και αξιόπιστος παρατηρητής των ποικίλων όψεων της μεταπολεμικής ελληνικής κοινωνίας.Ύψιστη υποχρέωση του νομοθέτη αποτελεί η μέριμνα για την ειδική αντιμετώπιση αυτής της πολύτιμης παρακαταθήκης του ΕΚΚΕ και η διατήρησή της στην περιουσία του νέου Ινστιτούτου με την πρόβλεψη ιδιαίτερης ρύθμισης. Η πρόταση αυτή δεν αναιρεί, όπως είναι φυσικό, την εξ αρχής κατατεθειμένη αντίθεσή μου στην επιχειρούμενη «συγχώνευση». Ως μέλος της ερευνητικής κοινότητας του ΕΚΚΕ, τάσσομαι υπέρ της απόσυρσης του άρθρου 9. Ιωάννα Παπαθανασίου, ιστορικόςΚύρια ερευνήτρια του ΕΚΚΕ
 
 
Ματίνα Παπαγιαννοπούλου
Διατυπώνουμε τη σοβαρή μας αντίρρηση και διαφωνία για τη σκοπιμότητα της συγχώνευσης-κατάργησης του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ), η οποία πέραν των νομικών ή άλλων συνταγματικών ζητημάτων που εγείρει, αντανακλά τη βούληση της παρούσας Κυβέρνησης να αποφασίζει πρόχειρα, αναξιόπιστα και ατεκμηρίωτα σχετικά με τα ερευνητικά θέματα, χωρίς να τα συνδέει με συστηματική αξιολόγηση και ορθολογικό σχεδιασμό του ερευνητικού χώρου. Η απαξίωση ενός ανεξάρτητου φορέα, όπως είναι το ΕΚΚΕ, σηματοδοτεί μια σαφή κυνική ιδεολογική και πολιτική στροφή που χαρακτηρίζεται από την υποβάθμιση δημόσιων ερευνητικών δομών, τη συρρίκνωση του ερευνητικού δυναμικού και συνεκδοχικά από την αλλοίωση του ελεύθερου –μη χειραγωγημένου- επιστημονικού λόγου. Η υιοθέτηση μιας στάσης αφέλειας και μετριοπαθούς συζήτησης, σε μια περίοδο κρίσης, όπου η επιλογή της πολιτείας είναι να απαξιώνει ό,τι συμβάλει στην κατανόηση του κοινωνικού μας κόσμου, μας καλεί να ανοίξουμε διάλογο όχι μόνο με την πολιτική εξουσία αλλά ευρύτερα με την κοινωνία για το περιεχόμενο αυτών των ανακατατάξεων και ανασηματοδοτήσεων στο πεδίο της πολιτικής για την επιστημονική και κοινωνική έρευνα. Η πολύχρονη συνεργασία μας με το μοναδικό δημόσιο Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών μας έχει δείξει ότι αποτελεί σημαντικό και απαραίτητο εργαλείο σκέψης, διερεύνησης και παραγωγής γνώσεων για την ελληνική κοινωνία και τον ακαδημαϊκό χώρο. Για τους λόγους αυτούς, μια πολιτική συγχώνευσης/κατάργησης μοιάζει πραγματικά αντίθετη σε οποιοδήποτε επιστημονικό συλλογικό αναστοχασμό για την ωφελιμότητα της κοινωνικής έρευνας και μάλιστα σε μια ιστορική στιγμή που είναι περισσότερο από ποτέ αναγκαία για τον απεγκλωβισμό μας από την κατάσταση αυτή.
 
 
Γιώργος Βασιλόπουλος
Αξιότιμε κύριε Υπουργέ, Συνήθως τα παιδιά στη χώρα μας μετράνε τ’ άστρα ! Εμείς, παιδιά ερευνήτριας του ΕΚΚΕ, από την ώρα που γεννηθήκαμε μέχρι σήμερα που ενηλικιωθήκαμε, συχνά αναγκαστήκαμε να μετράμε τις μέρες που απέμεναν κάθε φορά μέχρι την οριστική κατάργηση του ΕΚΚΕ. Βιώσαμε γι’ αυτό – όπως και σήμερα – ανησυχία και αβεβαιότητα. Ποτέ δεν καταλάβαμε τους λόγους.Στο σχολείο συχνά μας έβαζαν στο μάθημα της νεοελληνικής γλώσσας να σχολιάζουμε κείμενα από βιβλία των ερευνητών και των εκδόσεων του ΕΚΚΕ, ιδιαίτερα κατά την προετοιμασία μας για τις πανελλαδικές εξετάσεις όταν χειριστήκαμε κοινωνικά θέματα όπως, η ξενοφοβία και ο ρατσισμός, η δημοκρατία και η πολιτική, η παιδεία και ο πολιτισμός , η βία και η νεολαία, η φτώχεια και ο κοινωνικός αποκλεισμός.Πείτε μας κ. Υπουργέ, γιατί το ΕΚΚΕ πρέπει να πάψει να υπάρχει; Τι μπορεί να σημαίνει αυτό για την παιδεία και τον πολιτισμό μας;Ως νέοι πολίτες αυτής της χώρας, σας παρακαλούμε κ. Υπουργέ, να διασώσετε το ΕΚΚΕ που με το έργο του ακόνισε την κοινωνική μας ευαισθησία. Με τιμή και ελπίδα, Ηλίας και Γιώργος Βασιλόπουλος