Βλέπετε τα σχόλια που σχετίζονται με την ομάδα λέξεων που επιλέξατε.
 
Αλκιβιάδης Κωνσταντίνος Κεφαλάς
Με ιδιαίτερη ικανοποίηση η Ερευνητική Kοινότητα διαπίστωσε ότι στην ενημέρωση των μελών της Ειδικής Μόνιμης Επιτροπής Έρευνας και Τεχνολογίας της Βουλής την 27-9-2012, σχετικά με τις δραστηριότητες της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Τεχνολογίας, ο αρμόδιος Γενικός Γραμματέας κ. Β. Μάγκλαρης, σαφώς τοποθετήθηκε υπέρ της διατήρησης του ονόματος των Ερευνητικών Κέντρων και συνεπώς και του ΕΙΕ.Δυστυχώς όμως,στο εμφανιζόμενο προσχέδιο της συγχώνευσης του ΕΙΕ με το ΕΚΚΕ,το οποίο αποτελεί και χαρακτηριστικό παράδειγμα κακοποίησης της Ελληνικής γλώσσας, η εισήγηση του αρμοδίου κ. Μάγκλαρη όσο αφορά το όνομα του ΕΙΕ, δεν ακολουθήθηκε από τους αναρμόδιους εισηγητές του κειμένου, εξυπηρετώντας ίσως διάφορες εμφανείς η αφανείς πολιτικές ή και προσωπικές σκοπιμότητες.Εναπόκειται πλέον στον φέροντα την πολιτική ευθύνη αρμόδιο υπουργό η διόρθωση των υπερβολών του νομοσχεδίου. (http://www.hellenicparliament.gr/Vouli-ton-Ellinon/ToKtirio/Fotografiko-Archeio/#e9622266-4f00-41a8-a765-8140b4701578) , 53:47-55:40 Αλκιβιάδης-Κωνσταντίνος ΚεφαλάςΔντης ΕρευνώνΕΙΕ, Ινστιτούτο Θεωρητικής και Φυσικής Χημείας,
 
 
Κατσίκη Β.
Η συγχώνευση που προτείνεται στο σχέδιο Νόμου είναι απαράδεκτα πρόχειρη, χωρίς ουσιαστικά επιχειρήματα, με κανένα απολύτως επιστημονικό όφελος για τον ερευνητικό ιστό, αντίθετα είναι εις βάρος του πολίτη λόγω υποβάθμισης του Κοινωνικού Αγαθού της Έρευνας. Ο στόχος φαίνεται να είναι μία τύποις μείωση της παρουσίας του Δημοσίου με ελάχιστο οικονομικό όφελος. Η προτεινόμενη συγχώνευση είναι μία συνέχεια των προηγούμενων συγχωνεύσεων των Ινστιτούτων –που επίσης έγινε χωρίς μελέτη- και η οποία προκάλεσε δυσλειτουργίες και αναστάτωση με οικονομικό κόστος υψηλότερο του οφέλους των 100.000 ευρώ (αν και παρουσιάζεται αναληθώς ότι απέφερε κέρδος 15πλάσιο…).Προκαλεί ερωτηματικά η επίσπευση των συγχωνεύσεων, δεδομένου ότι η αξιολόγηση των Ε.Κ. –σύμφωνα με την ΓΓΕΤ- θα πραγματοποιηθεί εντός του έτους. Μάλιστα δεν υπάρχει γνωμάτευση του ΕΣΕΤ, ούτε έγκριση των Προέδρων των Ε.Κ. Είναι ευνόητο ότι οποιαδήποτε αναδιάρθρωση του ερευνητικού ιστού πρεπει να γίνει κατόπιν εμπεριστατωμένης μελέτης και με στόχο τη βελτίωσή του και ΟΧΙ τη συρρίκνωσή του!ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑεπειδή οι προτεινόμενες συγχωνεύσεις δεν είναι ορθολογικές, δεν έχουν σαφή κριτήρια, δεν έχουν επιστημονικό όφελος, δεν έχουν μελέτη σκοπιμότητας, δεν έχουν εμφανή οικονομικά οφέλη, είναι σε παράβαση Νόμου του Κράτους που προώθησε την έρευνα (Ν1514), άρρουν την μονιμότητα (αποτελώντας στην πράξη τη δοκιμή για την μετροπή των ΝΠΔΔ σε ΝΠΙΔ), υποβιβάζουν την έρευνα και τους ερευνητές, δημιουργούν παρά λύνουν προβλήματα και εν κατακλειδι ΔΕΝ προσφέρουν ΤΙΠΟΤΑ ΘΕΤΙΚΟ στην έρευνα και τους πολίτες, γιαυτό ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΠΟΣΥΡΘΟΥΝ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 7 & 9.Κατσίκη Β.Αερευνήτρια ΕΛΚΕΘΕ
 
 
Σαββόπουλος Δημήτριος, Αντιπεριφερειάρχης Περιφερειακής Ενότητας Καστοριάς
Θέμα: Απόψεις επί του σχεδίου νόμου «Κατάργηση και συγχώνευση νομικών προσώπων του Δημοσίου και του ευρύτερου Δημόσιου τομέα». Επιβεβαιώθηκαν αλλά και ενισχύθηκαν οι αρχικές μας ανησυχίες όπως αυτές διατυπώθηκαν προς τον Yπουργό ΠΕΚΑ μέσα από τη με αρ.πρωτ.οικ.81133/1923/20-09-12 επιστολή διαμαρτυρίας μας, στη πληροφορία της δρομολογούμενης από πλευράς της κεντρικής εξουσίας κατάργησης του φορέα διαχείρισης της περιοχής προστασίας της λίμνης μας. Από την επεξεργασία του υπό διαβούλευση σχεδίου νόμου με θέμα «Κατάργηση και συγχώνευση νομικών προσώπων του Δημοσίου και του ευρύτερου Δημόσιου τομέα», οδηγηθήκαμε στο συμπέρασμα ότι για ακόμη μια φορά το κεντρικό κράτος λειτουργεί υπό συνθήκες πίεσης, χωρίς να λαμβάνει υπόψη του το σύνολο των παραμέτρων και χωρίς να έχει μελετήσει πλήρως το ζήτημα της θεσμικής αναδιάταξης ώστε να καταστεί εφικτό να υπάρξει ένα ολοκληρωμένο, συνεκτικό και βιώσιμο εθνικό σύστημα προστατευόμενων περιοχών, που εξ όσον είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε αποτελεί εθνικό στόχο αλλά και υποχρέωση της χώρας μας βάση των ευρωπαϊκών πολιτικών και δεσμεύσεων. Δηλαδή, σε μια χρονική στιγμή που θα έπρεπε να εντείνουμε ως χώρα τις προσπάθειες μας για την ολοκλήρωση του κανονιστικού πλαισίου (έκδοση Προεδρικών Διαταγμάτων) για την ειδική περιβαλλοντική διαχείριση του συνόλου των περιοχών μας που περιλαμβάνονται στο δίκτυο Natura 2000, καθώς μόλις το 23% αυτών εμπίπτει σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης, εμείς παραπαίουμε δρομολογώντας διαχειριστικά σχήματα που δια γυμνού οφθαλμού αντιλαμβάνεται κανείς πως δεν θα μπορέσουν να ανταποκριθούν στις ανάγκες των ημερών. Συγκεχυμένο και γενικόλογο λοιπόν το νομοθέτημα προσπαθεί να λειτουργήσει ως μεταβατικό σχήμα, σκοπό που μάλλον δεν θα μπορέσει να επιτύχει καθώς το σύνολο των ειδικών ρυθμίσεων ζωτικής σημασίας επαφίονται στις εκδόσεις αποφάσεων που θα λάβουν χώρα σε πολύ μεταγενέστερο χρόνο. Η ανάθεση των αρμοδιοτήτων των υπό κατάργηση φορέων διαχείρισης, θα έπρεπε να γίνει ή τουλάχιστον αυτό θα περιμέναμε στα πλαίσια του θεσμικού εκσυγχρονισμού του κράτους με τη διαδικασία της παρ.1γ του άρθρου 15 του Ν.2742/99 όπως αυτό τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε από το άρθρο 7 του Ν.3937/11. Αντί αυτού ερχόμαστε αντιμέτωποι με μαξιμαλιστικού χαρακτήρα δρομολογούμενες ρυθμίσεις εφαρμογής με κραυγαλέο παράδειγμα τη περίπτωση του νεοσύστατου φορέα διαχείρισης της λίμνης μας, η άσκηση των αρμοδιοτήτων του οποίου με τη κατάργηση του, ανατίθεται γενικά και αόριστα στην Αποκεντρωμένη Διοίκηση Ηπείρου – Δυτικής Μακεδονίας. Στο σημείο αυτό κρίνουμε σκόπιμο να επισημάνουμε ότι η ανάθεση της άσκησης της σχετικής αρμοδιότητας σε δημόσια υπηρεσία δύναται να γίνει σύμφωνα με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, μόνο με την έκδοση Προεδρικού Διατάγματος του άρθρου 21 του Ν.1650/86 όπως ισχύει σήμερα, απαίτηση που δεν αίρεται από το εν λόγω νομοσχέδιο. Ως εκ τούτου, ως εκφραστές του αισθήματος της τοπικής κοινωνίας δεν σας κρύβουμε ότι νιώθουμε να εμπαιζόμαστε, αντιλαμβανόμενοι τους κινδύνους που ελλοχεύουν για το σημαντικότερο υγροβιότοπο του νομού μας ο οποίος και θα τεθεί υπό εγκατάλειψη, καθώς δεν θα υφίστανται «διαχειριστής» του αλλά ούτε και πρόβλεψη για ορισμό του σε μεταγενέστερο έστω χρόνο. Η τοπική κοινωνία πιστεύει ακράδαντα ότι ο φορέας διαχείρισης της λίμνης μας θα έπρεπε να είναι μέσα σε αυτούς που θα διατηρηθούν. Όχι μόνο για λόγους οικολογικής σπουδαιότητας αλλά και για λόγους γεωγραφικής αυτονομίας, για λόγους στήριξης της αναπτυξιακής πορείας αυτού του ακριτικού τόπου ακόμη και για λόγους ιστορικής σημασίας.Στο σημείο αυτό κρίνουμε σκόπιμο να επισημάνουμε ότι η χρηματοδότηση του φορέα διαχείρισης της λίμνης μας, έχει εξασφαλιστεί από χρήματα της περιφέρειας μας μέχρι το 2015 ικανό χρονικό διάστημα για να καταστεί αυτός βιώσιμος. Εάν παρόλα αυτά εμμείνετε στην άποψη της κατάργησης του στα πλαίσια μιας πρόχειρης γενίκευσης με στόχο τη περιστολή των δημοσίων δαπανών, εμείς ως αιρετή περιφέρεια τολμούμε με πλήρη επίγνωση της ευθύνης της τοποθέτησης μας να δεσμευτούμε ότι πέρα από τη θέληση έχουμε και τη δυνατότητα με ανακαθορισμό των οργανικών μας θέσεων να δημιουργήσουμε μια λειτουργική και ευέλικτη διοικητική δομή για την άσκηση των αρμοδιοτήτων αυτών. Η αιρετή περιφέρεια που μέχρι τώρα κλήθηκε λόγω των συγκυριών να ασκήσει τις εν λόγω αρμοδιότητες και μάλιστα σε μια δεινή για τη δημοσιονομική κατάσταση της χώρας περίοδο, είναι αυτή που κατά την άποψη μας θα πρέπει να προβεί στην υπογραφή συμβάσεως διαχείρισης με το ΥΠΕΚΑ. Δεδομένης πάντοτε, της προθέσεως του νομοθέτη όπως αυτή εκφράζεται στο κείμενο του υπό διαβούλευση σχεδίου νόμου, για άρση του υφιστάμενου εμποδίου δηλαδή της απαίτησης έκδοσης της κανονιστικής διάταξης (ΚΥΑ) του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 1γ του άρθρου 15 του Ν.2742/99, η οποία μας βρίσκει κοινωνούς.
 
 
ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ
3/10/2012 ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ Δ.Σ. ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΕΚΚΕΚρατίνου 9 & Αθηνάς, 105 52, Αθήνα, Τηλ. 210 7491707 Με το Άρθρο 9 του παρόντος Σχεδίου Νόμου το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ), ένα διεθνώς αναγνωρισμένο ερευνητικό κέντρο με σημαντικότατο έργο και συμβολή στη συγκρότηση της ερευνητικής παράδοσης στην κοινωνική έρευνα, αποκόπτεται από τον ενιαίο χώρο της Έρευνας – Παιδείας και το θεσμικό πλαίσιο που τον διέπει και αντιμετωπίζεται ως προβληματική δημόσια υπηρεσία που χρήζει εξυγίανσης από το Υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης. Η πραγματικότητα είναι ότι το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών όχι μόνο δεν αποτελεί δαπανηρή δομή του δημόσιου τομέα, αλλά, αντίθετα, παρά τη χρόνια υποχρηματοδότησή του, έχει συνεισφέρει στην παραγωγή γνώσης με πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα για την ελληνική κοινωνία και στην αύξηση των εισροών στην εγχώρια οικονομία με την απορρόφηση ευρωπαϊκών κονδυλίων. Η τρέχουσα ηλεκτρονική “διαβούλευση” για το περιεχόμενο του Σχεδίου Νόμου είναι δυστυχώς προσχηματική. Η ηγεσία του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης έχει ήδη λάβει τις αποφάσεις της, αγνοώντας τις τεκμηριωμένες αντιρρήσεις της ερευνητικής και ακαδημαϊκής κοινότητας (Σύλλογοι Προσωπικού Ερευνητικών Κέντρων, Ένωση Ελλήνων Ερευνητών, Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργαζομένων Ερευνητικών Κέντρων και Ιδρυμάτων, Σύλλογοι μελών ΔΕΠ πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, Σύνοδος Προέδρων των ΕΚ, Σύνοδος Πρυτάνεων). Χωρίς συνολικό σχεδιασμό για την αναδιάταξη του ερευνητικού χώρου, με την ανοχή της ηγεσίας του Υπουργείου Παιδείας, το Υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης, χωρίς καμία απολύτως τεκμηρίωση του προσδοκώμενου οφέλους, προχωρά στην κατάθεση ενός Σχεδίου Νόμου που πλήττει καίρια το χώρο της Έρευνας και εισάγει νέες πρακτικές παραβίασης του Συντάγματος: 1.Η ένταξη του ΕΚΚΕ (Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου) στο ΕΙΕ (Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου) (παρ. 1) όχι μόνον επιφέρει το τέλος ενός ιστορικού ερευνητικού κέντρου που υπηρετεί για 50 και πλέον χρόνια το δημόσιο συμφέρον, συμβάλλοντας στην κοινωνική αυτογνωσία, αλλά και παραβιάζει κατάφωρα το άρθρο 16 του Συντάγματος που επιτάσσει ότι η ανάπτυξη και η προαγωγή της Έρευνας αποτελούν υποχρέωση του Κράτους και τελούν υπό την εγγύησή του. 2.Ταυτόχρονα παραβιάζει τα προβλεπόμενα από το άρθρο 103 του Συντάγματος περί της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων, με την υποχρεωτική μετατροπή της σχέσης εργασίας του μόνιμου προσωπικού του ΕΚΚΕ σε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (παρ. 4). Εκτιμούμε ότι πρόκειται για μια πιλοτική εφαρμογή της άρσης της μονιμότητας των εργαζομένων στα δημόσια ερευνητικά κέντρα και στο δημόσιο τομέα, που προοιωνίζεται παραβίαση κατοχυρωμένων εργασιακών, ασφαλιστικών και συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων. 3.Δημιουργεί έναν ερευνητικό φορέα χωρίς θεματική συνοχή, με αδιευκρίνιστη διοικητική δομή, με αβέβαιη χρηματοδότηση και με ασάφεια ως προς την προστασία τόσο του επιστημονικού έργου όσο και της δημόσιας περιουσίας του ΕΚΚΕ. Οι δυσλειτουργίες και οι ασυνέχειες που θα προκύψουν πριν αλλά και μετά την έκδοση του προβλεπόμενου από την παρ. 3 Προεδρικού Διατάγματος θα διαταράξουν σοβαρά τη συνέχιση του ερευνητικού έργου του ΕΚΚΕ και το μελλοντικό του προγραμματισμό. Ζητούμε την άμεση απόσυρση του Άρθρου 9, με το οποίο, για τους παραπάνω λόγους, η δημόσια κοινωνική έρευνα καταδικάζεται σε δραστική συρρίκνωση και οι λειτουργοί της σε αναγκαστική αργία για άγνωστο χρονικό διάστημα. Θα συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε για την ύπαρξη και την απρόσκοπτη προαγωγή της δημόσιας κοινωνικής Έρευνας. Επιφυλασσόμαστε για την υπεράσπιση με κάθε ένδικο μέσο των κατοχυρωμένων εργασιακών, ασφαλιστικών και συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων μας. Επισημαίνουμε ότι σύμφωνα με παλιότερο άρθρο του Υπουργού κυρίου Μανιτάκη στον ημερήσιο Τύπο (εφημερίδα Αυγή, 18/4/2010), “το συνταγματικό δικαίωμα στη μονιμότητα δεν είναι δυνατόν να το θίξει ο κοινός νομοθέτης”. Στο ίδιο άρθρο ο Υπουργός κατέθετε δημόσια τα εξής: “Δεν τολμώ να φανταστώ ότι θα υπάρξει ελληνική κυβέρνηση που θα επιχειρήσει το αντίθετο, το οποίο θεωρώ ούτως ή άλλως απάνθρωπο: και μόνο η σκέψη του με ξεπερνά ως νομικό, ως συνταγματολόγο, ως δημοκρατικό πολίτη”.
 
 
Πάνος Παναγόπουλος
1. Η Διεύθυνση Υδάτων, της οποίας οι αρμοδιότητες καθορίζονται στο άρθρο 5 παρ. 5 του Ν. 3199/2003, δεν μπορεί να αναλάβει λειτουργία τεχνικών έργων – ενώ από την κείμενη νομοθεσία έχει ήδη την εποπτεία της ποιοτικής και ποσοτικής διαχείρισης της περιοχής. Προτείνεται λοιπόν να διαγραφεί η σχετική αναφορά στην Διεύθυνση Υδάτων. 2. Δεν φαίνεται δόκιμη η πρόβλεψη ότι η Διεύθυνση Υδάτων ορίζεται ως κύριος φορέας δικαιωμάτων για την περίοδο εκτέλεσης των τεχνικών έργων, δεδομένου ότι τα έργα εκτελούνται από το Υπουργείο Ανάπτυξης Ανταγωνιστικότητας κλπ. δια της Ειδικής Υπηρεσίας Δημοσίων Έργων (ΕΥΔΕ) Κάρλας, η δε Διεύθυνση Υδάτων δεν διαθέτει ούτε μπορεί τώρα να αναπτύξει τεχνικές υπηρεσίες για την διαχείριση και επίβλεψη της κατασκευής των έργων που είναι σε εξέλιξη. Προτείνεται να διαγραφεί η σχετική πρόβλεψη. 3. Στην αρχή του εδαφίου ε της παρ. 10 προβλέπει ότι η αρμοδιότητα της λειτουργίας των έργων αναλαμβάνεται από την Διεύθυνση Υδάτων ενώ στο τέλος του ότι η αρμοδιότητα της λειτουργίας θα καθοριστεί με απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΚΑ. Άλλωστε, ο καθορισμός των Υπηρεσιών και φορέων λειτουργίας ίσως να μην αποτελεί αποκλειστική αρμοδιότητα του ΥΠΕΚΑ, λαμβάνοντας υπόψη ότι το έργο χρηματοδοτείται από το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Περιβάλλοντος του ΥΠΕΚΑ με τελικό δικαιούχο το Υπουργείο Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας κλπ. 4. Σχετικά με την λειτουργία των έργων της Κάρλας επισημαίνεται ότι το σύστημα είναι σύνθετο και περιλαμβάνει κυρίως:- τα έργα μεταφοράς του νερού από τον Πηνειό προς την λίμνη- την ίδια την λίμνη- τα αντιπλημμυρικά αντλιοστάσια- την σήραγγα προς τον Παγασητικό- τα αντλιοστάσια και τα λοιπά έργα μεταφοράς του νερού άρδευσης- τον υγρότοπο ανάδειξης και καθαρισμού στραγγιδίων, και- τις γεωτρήσεις, δεξαμενές και τα αντλιοστάσια για την ύδρευση του Βόλου. Κατά συνέπεια, η λειτουργία των έργων από τις κατά την κείμενη νομοθεσία Υπηρεσίες και φορείς θα έχει ως αποτέλεσμα:- άλλος φορέας θα είναι υπεύθυνος για την πλήρωση της λίμνης και την λειτουργία των αντιπλημμυρικών έργων (τεχνικές υπηρεσίες Περιφέρειας)- άλλος φορέας θα είναι υπεύθυνος για την άρδευση από την λίμνη (ΓΟΕΒ/ΤΟΕΒ)- άλλος φορέας θα είναι υπεύθυνος για την προστασία του οικοτόπου της λίμνης (Γενική Διεύθυνση Αναπτυξιακού Προγραμματισμού, Περιβάλλοντος και Υποδομών της Περιφέρειας Θεσσαλίας σύμφωνα με την παράγραφο δ), και- η Διεύθυνση Υδάτων θα κληθεί να παρακολουθεί από κοντά τα τεκταινόμενα.Τα παραπάνω εκτιμάται ότι θα οδηγήσουν σε σοβαρές δυσλειτουργίες του συστήματος, 5. Με βάση τα παραπάνω προτείνεται η λειτουργία της λίμνης να γίνεται από ενιαίο φορέα (όπως άλλωστε γίνεται και για την λειτουργία ταμιευτήρων), σύμφωνα με τις κατευθύνσεις της Διεύθυνσης Υδάτων.Ο Φορέας που προβλέπεται να ασκήσει την ολοκληρωμένη αυτή λειτουργία είναι ο «Φορέας Διαχείρισης Κάρλας – Μαυροβουνίου – Κεφαλόβρυσου». Η πρόβλεψη αυτή υπάρχει και στις αιτήσεις χρηματοδότησης του έργου από την Ε.Ε.. Σημειώνεταί δε ότι, σύμφωνα με την από 29.8.2011 Απόφαση της Επιτροπής για την χρηματοδότηση του έργου επαναδημιουργίας της λίμνης Κάρλας, πρέπει μέχρι 31.12.2012 οι Ελληνικές Αρχές να κοινοποιήσουν στην Επιτροπή το εθνικό νομοθετικό πλαίσιο το οποίο θα εφαρμόσει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την περιβαλλοντική νομοθεσία της Ε.Ε. όσον αφορά στην προστασία και τη διαχείριση τη περιοχής Κάρλας-Μαυροβουνίου-Κεφαλόβρυσου Βελεστίνου και της Λεκάνης Απορροής Ποταμού. Κατά συνέπεια, αποτελεί επιτακτική ανάγκη να επιλυθεί άμεσα το συγκεκριμένο ζήτημα. Ο Φορέας Διαχείρισης Κάρλας – Μαυροβουνίου – Κεφαλόβρυσο θα μπορούσε να διαχειρίζεται την λίμνη κατά τρόπο που να εξυπηρετεί τον πολλαπλό της σκοπό που περιλαμβάνει:- την περιβαλλοντική διαχείριση της λίμνης και των σχετικών έργων- την άρδευση της γύρω περιοχής από την λίμνη και εν μέρει από τα υπόγεια νερά- την ύδρευση Βόλου από τα υπόγεια νερά, και- την αντιπλημμυρική προστασία της περιοχής. Η διαχείριση των έργων από έναν περιβαλλοντικό φορέα είναι καινοτόμος και θα διασφάλιζε την λειτουργία της λίμνης κατά τον βέλτιστο περιβαλλοντικά τρόπο, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες των χρηστών του νερού. Προτείνεται λοιπόν η διατήρηση του φορέα αυτού, με πρόβλεψη μάλιστα στο σχέδιο νόμου του ειδικού του σκοπού που περιλαμβάνει την λειτουργία των έργων.