Βλέπετε τα σχόλια που σχετίζονται με την ομάδα λέξεων που επιλέξατε.
 
Αθηνόδωρος Μωραλίδης
προτεινω να αφήσετε τα λόγια και να κάνετε πράξειςΣυγχώνευση ναιΜε πρόγραμμα ΝΑΙΜε Σχέδιο ΝΑΙΜε στόχους Ναικυριότερος στόχος: εξυπηρέτηση του πολίτη με λιγότερο κόστος.μείωση των οργανικών θέσεων και εισαγωγή μηχανογράφησης στο 2012 είμαστεΚατάργηση του Στρατεύματος – ενοποίηση με την Αστυνομία.Από την αρχαιότητα στρατό είχαμε σε εμπόλεμη κατάσταση (και σε δικτατορίες). ή τον Οικονομικό πόλεμο θα τον αντιμετωπίσουμε με τον στρατό?
 
 
Ευαγγελία Σαραντοπούλου
Η απόφαση για την ένταξη του ΕΚΚΕ στο ΕΙΕ δεν φαίνεται να είναι το αποτέλεσμα ενός προσεκτικού σχεδιασμού και μίας εμπεριστατωμένης μελέτης, που θα επιτρέψουν την βιωσιμότητα του νέου σχήματος. Σημαντικά ερωτήματα, τα οποία αφορούν μεταξύ άλλων και πρακτικά ζητήματα χρηματοδότησης και χωροταξίας, έχουν μείνει αναπάντητα και φυσικά αναμένεται να δημιουργήσουν προβλήματα στην λειτουργία και οπωσδήποτε στην εικόνα του διευρυμένου ΕΙΕ στο εξωτερικό, από όπου αντλείται μεγάλο μέρος της χρηματοδότησής του, μέσω ανταγωνιστικών ερευνητικών προγραμμάτων.Για τον σκοπό της προσέλκυσης εξωτερικής χρηματοδότησης, βασικό στοιχείο είναι να διατηρηθεί το σημερινό όνομα του ΕΙΕ (National Hellenic Research Foundation), όπου τεκμηριώνεται ότι είναι διεθνώς ανταγωνιστικό. Η οποιαδήποτε αλλαγή του ονόματος του ΕΙΕ θα έχει αρνητική επίδραση στις επικείμενες κρίσεις των ερευνητικών κέντρων. Επιπλέον, τα λειτουργικά έξοδα του ΕΙΕ καλύπτονται μέχρι σήμερα οριακά από τα γενικά έξοδα και τις συγχρηματοδοτήσεις (overheads, matching funds) των ανταγωνιστικών Ευρωπαϊκών προγραμμάτων που προσελκύουν στο ΕΙΕ κυρίως τα δύο Ινστιτούτα των θετικών επιστημών. Συνεπώς θα είναι αδύνατον να καλυφθούν τα αυξανόμενα λειτουργικά έξοδα του νέου διευρυμένου οργανισμού. Τέλος η αύξηση του προσωπικού του ΕΙΕ κατά 70 περίπου άτομα αφήνει αναπάντητα τα χωροταξικά προβλήματα και την εξασφάλιση λειτουργικών χώρων σε ένα κτήριο που είναι ήδη κορεσμένο. Συνεπώς, η πολιτική απόφαση της συγχώνευσης δεν πείθει για την ισχυριζόμενη οικονομική ή επιστημονική βελτιστοποίηση.
 
 
Κουντούρη Φανή
Είναι πράγματι εντυπωσιακό το γεγονός ότι οι δημόσιες πολιτικές στην χώρα μας και εν προκειμένω οι πολιτικές που αφορούν στα συνταγματικώς κατοχυρωμένα δημόσια αγαθά της έρευνας και της παιδείας δεν ακολουθούν διαδικασίες ανάπτυξης δημόσιων πολιτικών όπως συμβαίνει σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Δεν ακολουθούν δηλαδή διαδικασίες συντεταγμένης και δημοκρατικά διαμορφούμενης πολιτικής ατζέντας, διαδικασίες πρότερης διαβούλευσης και αντιπαράθεσης και μακροπρόθεσμου σχεδιασμού. Δεν υπάρχει ένα επεξεργασμένο και τυποποιημένο σύστημα διαμόρφωσης στόχων και προτεραιοτήτων της κρατικής πολιτικής.Εν προκειμένω το άρθρο 9 «Κατάργηση και συγχώνευση νομικών προσώπων του δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα» που κατατέθηκε στη δημόσια διαβούλευση από το Υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης όπου επιχειρείται η κατάργηση του ΕΚΚΕ και η συγχώνευσή του με το ΕΙΕ αποτυπώνει με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο την προχειρότητα και την έλλειψη στοχοθεσίας και αποτελεσματικότητας μιας δημόσιας πολιτικής.Το παρόν σχέδιο νόμου θέτει μία σειρά από ζητήματα που επιτάσσουν την άμεση απόσυρσή του:1. Προχωρά στην κατάργηση της αυτοτέλειας ενός θεσμού κοινωνικής έρευνας η αναγκαιότητα του οποίου έχει αναγνωριστεί μέσω της ίδρυσής του ήδη από την κοινωνικοπολιτικά ταραγμένη δεκαετία του 50. Επιπλέον, η εν λόγω κατάργηση/συγχώνευση γίνεται χωρίς κανένα διαπιστωμένο δημοσιονομικό όφελος.2. Αίρει τη μονιμότητα δημοσίων υπαλλήλων με την μετατροπή τους σε υπαλλήλους ιδιωτικού τομέα θέτοντας έτσι ζητήματα συνταγματικότητας πολλαπλώς διαπιστωμένα από πληθώρα συναδέλφων3. Συντελείται συγχώνευση δύο ερευνητικών κέντρων εκτός πλαισίου αναδιάρθρωσης του ερευνητικού ιστού, αλλά μέσα από μία διοικητική μεταρρύθμιση που επιχειρεί να καλύψει ετερόκλιτους δημόσιους οργανισμούς και υπηρεσίες. Αίτημα της ερευνητικής κοινότητας είναι οι όποιες μεταρρυθμίσεις σε ερευνητικά κέντρα να μην αφορούν σε αποσπασματικές συγχωνεύσεις Ερευνητικών κέντρων και μάλιστα με αλλαγή του νομικού καθεστώτος που τις διέπει.4. Τέλος προκύπτει και το ακανθώδες ζήτημα των απολύσεων παρά τις διαβεβαιώσεις των κυβερνητικών εταίρων περί του αντιθέτου. Στο άρθρο 15 των γενικών διατάξεων σημειώνεται ότι «λήγει αυτοδικαίως και αζημίως για το Ελληνικό Δημόσιο, η θητεία του Προέδρου, των μελών των οργάνων διοίκησης και του προσωπικού με θητεία των φορέων που καταργούνται, συγχωνεύονται ή λύονται». Εφόσον λοιπόν οι ερευνητές Δ΄ και Γ΄ Βαθμίδας κατέχουν μεν οργανική θέση αλλά είναι επί θητεία (δόκιμοι ερευνητές) θα πρέπει να αναμένουμε την άμεση απόλυσή τους. Θεωρώ ότι πρόκειται ένα νομικό πλαίσιο το οποίο φαίνεται ότι θα λειτουργήσει πιλοτικά στον ευρύτερο χώρο της παιδείας και της έρευνας στην κατεύθυνση συρρίκνωσης του δημοσίου τομέα κατά τρόπο ελλειπτικό, πρόχειρο, αντισυνταγματικό και πολιτικά ακραίως νεοφιλελεύθερο (άρση μονιμότητας, απολύσεις, ιδιωτικοποιήση της παιδείας). Ωστόσο όταν φιμώνονται κριτικές φωνές που θέτουν στο επίκεντρο του ερευνητικού τους ενδιαφέροντος ζητήματα μετανάστευσης, πολιτικής συμπεριφοράς, φτώχειας, κοινωνικού αποκλεισμού, αστικής πολιτικής διευκολύνεται η ανάδυση νοοτροπιών και συμπεριφορών που εκφασίζουν και δεν εξορθολογίζουν την κοινωνία. Φανή ΚουντούρηΕρευνήτρια Δ΄Βαθμίδας ΕΚΚΕ
 
 
Ενιαίος Σύλλογος Συμβασιούχων Υπαλλήλων Αποσπασμένων στη ΓΓΕΤ
Ο Σύλλογος αποσπασμένων εργαζομένων στη Γενική Γραμματεία Έρευνας & Τεχνολογίας (ΓΓΕΤ) έχει συμμετάσχει σε σειρά προσπαθειών των εκάστοτε αρμόδιων Υπουργείων για μεταβολή του θεσμικού πλαισίου λειτουργίας των Ερευνητικών Κέντρων (ΕΚ) που εποπτεύει η ΓΓΕΤ (ενδεικτικά, Δεκέμβριος 2007, Φεβρουάριος 2012). Αυτή η μεταβολή θα γινόταν μέσω ενός Νόμου για την Έρευνα για την εισήγηση του οποίου υπεύθυνο ήταν το – εκάστοτε – αρμόδιο Υπουργείο. Ανεξαρτήτως του αν υπήρξε κατάλληλη και διαφανής προετοιμασία των παραπάνω Νομοσχεδίων είτε της διαφοράς απόψεων που εκφράστηκε κατά τη διαβούλευση, γεγονός παραμένει ότι, για την όποια ανάλογη μεταβολή θεσμικού πλαισίου και ειδικά για τον ευαίσθητο τομέα της έρευνας, πρέπει να προηγηθεί σχετική μελέτη και διαβούλευση με τους εκπροσώπους των αντίστοιχων φορέων που θα καταλήξουν σε ένα Νομοσχέδιο που θα διασφαλίζει την καλή λειτουργία τους καθώς και τα δικαιώματα της ερευνητικής κοινότητας. Δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια, ακολουθείται μια διαφορετική “πολιτική” σύμφωνα με την οποία η έρευνα δεν αποτελεί μια αναπτυξιακή ευκαιρία, δεν έχει ιδιαιτερότητες και επομένως δεν απαιτούνται και ιδιαίτερες προτάσεις και πρακτικές για την ενίσχυσή της με δεδομένη, μάλιστα, την σαφή αναγνώριση της σημασίας και του ρόλου της σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο. Έτσι, από το 2009, γνωρίσαμε δυστυχώς την προσπάθεια να χαρακτηριστούν τα ΕΚ ως ΔΕΚΟ, να μειωθεί απλά ο αριθμός των υφισταμένων Ινστιτούτων χωρίς κανένα σχεδιασμό και μελέτη, με λογικές “αποφασίζομεν και διατάσσομεν” και με προοπτική τη “λογιστική” διευθέτηση της εκ των προτέρων πολιτικής απόφασης να μειωθούν οι Προϋπολογισμοί που αφορούσαν τα ΕΚ υπό την εποπτεία της ΓΓΕΤ. Μέχρι σήμερα, τα ΕΚ αντέδρασαν θετικά στην παραπάνω αντιμετώπιση προσπαθώντας να αντεπεξέλθουν στους μειωμένους προϋπολογισμούς και μειώνοντας δραστικά τον αριθμό των Ινστιτούτων τους (από 56 σε 31), ανεξάρτητα από τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν. Δυστυχώς με το υπό διαβούλευση κείμενο, η απαξίωση της έρευνας συνεχίζεται. Χωρίς καμία μελέτη και διαβούλευση, προτείνεται η περαιτέρω συρρίκνωση των ΕΚ και μάλιστα μόνο ποσοτικά και φανερά όχι προς μια περισσότερο ορθολογική δομή χωρίς επιστημονικές επικαλύψεις. Αντίθετα, η εικόνα που προκύπτει είναι η, δυστυχώς όχι άγνωστή μας, υποτίμηση και άγνοια της σημασίας της έρευνας, ειδικά από την πολιτική ηγεσία ενός αναρμόδιου Υπουργείου αλλά, ακόμα χειρότερα, η πολιτική απόφαση κατάργησης Ερευνητικών Κέντρων με ιστορία και επιστημονικές επιτυχίες χωρίς εξασφάλιση της συνέχειάς τους και κυρίως ληφθείσα με μυστικότητα από, άσχετους με το αντικείμενο, συμβούλους υπουργικών γραφείων. Οι εργαζόμενοι στη ΓΓΕΤ, την αρμόδια Δημόσια Υπηρεσία για την εποπτεία του μεγάλου ποσοστού ΕΚ στη χώρα, συντασσόμαστε για άλλη μια φορά με την ερευνητική κοινότητα ιδιαίτερα και τους εργαζομένους στα ΕΚ και εκφράζουμε τη συνολική αντίθεσή μας στην προχειρότητα και κυρίως στους στόχους υποτίμησης της έρευνας, όπως προκύπτουν από το κείμενο του Νομοσχεδίου. Για το λόγο αυτό, ζητάμε μαζί τους την απόσυρση των Άρθρων 7 και 9, την εκ νέου ουσιαστική διαβούλευση με τα συλλογικά όργανα των ΕΚ και την ένταξη των όποιων δομικών μεταβολών στο Νόμο για την Έρευνα. Συμπληρωματικά αλλά όχι και με λιγότερη σημασία, ο Σύλλογος μας παρατηρεί τα παρακάτω ουσιαστικά προβλήματα που αναμένεται να προκύψουν από το Νομοσχέδιο:• Είναι αντισυνταγματική η μεταβολή των εργασιακών σχέσεων στην περίπτωση του ΕΚΚΕ (από τη μονιμότητα σε ΝΠΔΔ στην εργασιακή σχέση αορίστου χρόνου σε ΝΠΙΔ). Θεωρούμε ότι πρέπει να προβλέπεται ανάλογη πρόβλεψη στο κείμενο.• Τα επιχειρήματα των εκπροσώπων των ΕΚ για μη αλλαγή του τίτλου των υπό συγχώνευση / κατάργηση ΕΚ κρίνονται ως επαρκή. Επίσης, και στο σημείο αυτό, γίνεται φανερή η άγνοια των εισηγουμένων.• Παρατηρείται, για άλλη μια φορά, η λανθάνουσα προσπάθεια για υποβάθμιση του δημόσιου χαρακτήρα της έρευνας η οποία, κατά την άποψή μας αποτελεί το τελευταίο εργαλείο ανάπτυξης, ειδικά σε συνθήκες κρίσης όπως οι σημερινές.• Τέλος, πρέπει να προβλεφθεί, η κατ’ ελάχιστον, ανάλογη αύξηση της χρηματοδότησης των ΕΚ που θα προκύψουν, κατά το ποσό της σημερινής χρηματοδότησης των υπό κατάργηση / συγχώνευση ΕΚ. Καταλήγοντας και σε συνέχεια της ευρύτατης συμμετοχής εκπροσώπων της ερευνητικής κοινότητας στην παρούσα διαβούλευση, ο Σύλλογος μας εκφράζει τον προβληματισμό του για την ουσία της διαδικασίας αυτής. Πιστεύουμε ότι είναι τέτοια η ταύτιση απόψεων και επιχειρημάτων εναντίον τόσο του σκεπτικού όσο και των προοπτικών του κειμένου που, ελάχιστα αν σέβεται ο Νομοθέτης τη διαδικασία αυτή, θα πρέπει να αποσύρει τις συγκεκριμένες διατάξεις.
 
 
Ενιαίος Σύλλογος Συμβασιούχων Υπαλλήλων Αποσπασμένων στη ΓΓΕΤ
Ο Σύλλογος αποσπασμένων εργαζομένων στη Γενική Γραμματεία Έρευνας & Τεχνολογίας (ΓΓΕΤ) έχει συμμετάσχει σε σειρά προσπαθειών των εκάστοτε αρμόδιων Υπουργείων για μεταβολή του θεσμικού πλαισίου λειτουργίας των Ερευνητικών Κέντρων (ΕΚ) που εποπτεύει η ΓΓΕΤ (ενδεικτικά, Δεκέμβριος 2007, Φεβρουάριος 2012). Αυτή η μεταβολή θα γινόταν μέσω ενός Νόμου για την Έρευνα για την εισήγηση του οποίου υπεύθυνο ήταν το – εκάστοτε – αρμόδιο Υπουργείο. Ανεξαρτήτως του αν υπήρξε κατάλληλη και διαφανής προετοιμασία των παραπάνω Νομοσχεδίων είτε της διαφοράς απόψεων που εκφράστηκε κατά τη διαβούλευση, γεγονός παραμένει ότι, για την όποια ανάλογη μεταβολή θεσμικού πλαισίου και ειδικά για τον ευαίσθητο τομέα της έρευνας, πρέπει να προηγηθεί σχετική μελέτη και διαβούλευση με τους εκπροσώπους των αντίστοιχων φορέων που θα καταλήξουν σε ένα Νομοσχέδιο που θα διασφαλίζει την καλή λειτουργία τους καθώς και τα δικαιώματα της ερευνητικής κοινότητας. Δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια, ακολουθείται μια διαφορετική “πολιτική” σύμφωνα με την οποία η έρευνα δεν αποτελεί μια αναπτυξιακή ευκαιρία, δεν έχει ιδιαιτερότητες και επομένως δεν απαιτούνται και ιδιαίτερες προτάσεις και πρακτικές για την ενίσχυσή της με δεδομένη, μάλιστα, την σαφή αναγνώριση της σημασίας και του ρόλου της σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο. Έτσι, από το 2009, γνωρίσαμε δυστυχώς την προσπάθεια να χαρακτηριστούν τα ΕΚ ως ΔΕΚΟ, να μειωθεί απλά ο αριθμός των υφισταμένων Ινστιτούτων χωρίς κανένα σχεδιασμό και μελέτη, με λογικές “αποφασίζομεν και διατάσσομεν” και με προοπτική τη “λογιστική” διευθέτηση της εκ των προτέρων πολιτικής απόφασης να μειωθούν οι Προϋπολογισμοί που αφορούσαν τα ΕΚ υπό την εποπτεία της ΓΓΕΤ. Μέχρι σήμερα, τα ΕΚ αντέδρασαν θετικά στην παραπάνω αντιμετώπιση προσπαθώντας να αντεπεξέλθουν στους μειωμένους προϋπολογισμούς και μειώνοντας δραστικά τον αριθμό των Ινστιτούτων τους (από 56 σε 31), ανεξάρτητα από τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν. Δυστυχώς με το υπό διαβούλευση κείμενο, η απαξίωση της έρευνας συνεχίζεται. Χωρίς καμία μελέτη και διαβούλευση, προτείνεται η περαιτέρω συρρίκνωση των ΕΚ και μάλιστα μόνο ποσοτικά και φανερά όχι προς μια περισσότερο ορθολογική δομή χωρίς επιστημονικές επικαλύψεις. Αντίθετα, η εικόνα που προκύπτει είναι η, δυστυχώς όχι άγνωστή μας, υποτίμηση και άγνοια της σημασίας της έρευνας, ειδικά από την πολιτική ηγεσία ενός αναρμόδιου Υπουργείου αλλά, ακόμα χειρότερα, η πολιτική απόφαση κατάργησης Ερευνητικών Κέντρων με ιστορία και επιστημονικές επιτυχίες χωρίς εξασφάλιση της συνέχειάς τους και κυρίως ληφθείσα με μυστικότητα από, άσχετους με το αντικείμενο, συμβούλους υπουργικών γραφείων. Οι εργαζόμενοι στη ΓΓΕΤ, την αρμόδια Δημόσια Υπηρεσία για την εποπτεία του μεγάλου ποσοστού ΕΚ στη χώρα, συντασσόμαστε για άλλη μια φορά με την ερευνητική κοινότητα ιδιαίτερα και τους εργαζομένους στα ΕΚ και εκφράζουμε τη συνολική αντίθεσή μας στην προχειρότητα και κυρίως στους στόχους υποτίμησης της έρευνας, όπως προκύπτουν από το κείμενο του Νομοσχεδίου. Για το λόγο αυτό, ζητάμε μαζί τους την απόσυρση των Άρθρων 7 και 9, την εκ νέου ουσιαστική διαβούλευση με τα συλλογικά όργανα των ΕΚ και την ένταξη των όποιων δομικών μεταβολών στο Νόμο για την Έρευνα. Συμπληρωματικά αλλά όχι και με λιγότερη σημασία, ο Σύλλογος μας παρατηρεί τα παρακάτω ουσιαστικά προβλήματα που αναμένεται να προκύψουν από το Νομοσχέδιο:• Είναι αντισυνταγματική η μεταβολή των εργασιακών σχέσεων στην περίπτωση του ΕΚΚΕ (από τη μονιμότητα σε ΝΠΔΔ στην εργασιακή σχέση αορίστου χρόνου σε ΝΠΙΔ). Θεωρούμε ότι πρέπει να προβλέπεται ανάλογη πρόβλεψη στο κείμενο.• Τα επιχειρήματα των εκπροσώπων των ΕΚ για μη αλλαγή του τίτλου των υπό συγχώνευση / κατάργηση ΕΚ κρίνονται ως επαρκή. Επίσης, και στο σημείο αυτό, γίνεται φανερή η άγνοια των εισηγουμένων.• Παρατηρείται, για άλλη μια φορά, η λανθάνουσα προσπάθεια για υποβάθμιση του δημόσιου χαρακτήρα της έρευνας η οποία, κατά την άποψή μας αποτελεί το τελευταίο εργαλείο ανάπτυξης, ειδικά σε συνθήκες κρίσης όπως οι σημερινές.• Τέλος, πρέπει να προβλεφθεί, η κατ’ ελάχιστον, ανάλογη αύξηση της χρηματοδότησης των ΕΚ που θα προκύψουν, κατά το ποσό της σημερινής χρηματοδότησης των υπό κατάργηση / συγχώνευση ΕΚ. Καταλήγοντας και σε συνέχεια της ευρύτατης συμμετοχής εκπροσώπων της ερευνητικής κοινότητας στην παρούσα διαβούλευση, ο Σύλλογος μας εκφράζει τον προβληματισμό του για την ουσία της διαδικασίας αυτής. Πιστεύουμε ότι είναι τέτοια η ταύτιση απόψεων και επιχειρημάτων εναντίον τόσο του σκεπτικού όσο και των προοπτικών του κειμένου που, ελάχιστα αν σέβεται ο Νομοθέτης τη διαδικασία αυτή, θα πρέπει να αποσύρει τις συγκεκριμένες διατάξεις.