Βλέπετε τα σχόλια που σχετίζονται με την ομάδα λέξεων που επιλέξατε.
 
Αρκτούρος, Αρχέλων, Δίκτυο Μεσόγειος SOS, Ελληνική Εταιρία Προστασίας της Φύσης, Ελληνική Εταιρεία Περιβάλλοντος και Πολιτισμού, Ελληνική Ο
Με το παρόν οι περιβαλλοντικές οργανώσεις Αρκτούρος, Αρχέλων, Δίκτυο Μεσόγειος SOS, Ελληνική Εταιρία Προστασίας της Φύσης, Ελληνική Εταιρεία Περιβάλλοντος και Πολιτισμού, Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία, Εταιρία Προστασίας Πρεσπών, Καλλιστώ, MEDASSET, MOm/Εταιρεία για την Μελέτη και Προστασία της Μεσογειακής Φώκιας και WWF Ελλάς καταθέτουν τις θέσεις τους αναφορικά με το σχέδιο νόμου «Κατάργηση και συγχώνευση νομικών προσώπων του δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα» και ειδικά με την προτεινόμενη συγχώνευση και κατάργηση των Φορέων Διαχείρισης των Προστατευόμενων Περιοχών. Επισημαίνουμε ότι σε αντίθεση με τις δεσμεύσεις της πολιτικής ηγεσίας του ΥΠΕΚΑ για διευρυμένη, ανοιχτή και ουσιαστική δημόσια διαβούλευση σχετικά με το μέλλον της διαχείρισης των πιο σημαντικών οικολογικά περιοχών της χώρας, αλλά και την παρότρυνση για μια τέτοια διαδικασία από την Επιτροπή «Φύση 2000», το «κεντρικό, επιστημονικό, γνωμοδοτικό όργανο του Κράτους για το συντονισμό, την παρακολούθηση και αξιολόγηση των πολιτικών και μέτρων προστασίας της ελληνικής βιοποικιλότητας» (άρθρο 19, ν. 3937/2011), οργανώνεται προσχηματική ηλεκτρονική διαβούλευση διάρκειας μόλις επτά ημερών. Τονίζουμε την αντίθεση μας στην υιοθέτηση της προτεινόμενης προσέγγισης, ιδιαίτερα τη συγκεκριμένη στιγμή, και τον βαθύ προβληματισμό μας για τις επιπτώσεις που μπορεί η υιοθέτηση του μέτρου αυτού να έχει στη διατήρηση του φυσικού κεφαλαίου της χώρας. Δεδομένου ότι έχουμε πολλές φορές επισημάνει τις ελλείψεις και τις δυσλειτουργίες που αντιμετωπίζουν οι Φορείς Διαχείρισης, οι αντιρρήσεις μας στις προτεινόμενες αλλαγές συμβαδίζουν με την αναγνώριση από μέρους μας της ανάγκης για ουσιαστική αναβάθμιση του Εθνικού Συστήματος Προστατευόμενων Περιοχών, στο πλαίσιο ενός αποτελεσματικού και λειτουργικού συστήματος προστασίας και διαχείρισης του φυσικού περιβάλλοντος της χώρας. Είναι επίσης συνεπής με τη μακρόχρονη και έμπρακτη στήριξη που έχουμε παραχωρήσει στους Φορείς Διαχείρισης και τη συμβολή μας στην προστασία της ελληνικής φύσης, την ίδια στιγμή που η πολιτεία δεν παρείχε επαρκή και ουσιαστική θεσμική, πολιτική και οικονομική υποστήριξη. Εν τη απουσία τεκμηρίωσης με επιστημονικά κριτήρια, καθώς και αιτιολόγησης των προτεινόμενων συγχωνεύσεων/ καταργήσεων, ακόμα και σήμερα, δεν είναι καθόλου σαφές το σκεπτικό, τα οφέλη και τελικά η χρησιμότητα των σχεδιαζόμενων συγχωνεύσεων και καταργήσεων. Εξάλλου δεν φαίνεται να έχουν ληφθεί υπόψη ούτε οι πρόσφατες προτάσεις της Επιτροπής Φύση, ούτε και των περιβαλλοντικών οργανώσεων ή άλλων φορέων που έχουν ήδη τοποθετηθεί δημόσια για το μέλλον του συστήματος των προστατευόμενων περιοχών της χώρας.Υποστηρίζουμε ότι αυτό που απαιτείται σήμερα είναι μια ολοκληρωμένη δέσμη παρεμβάσεων για τη δημιουργία ενός συνεκτικού και λειτουργικού Εθνικού Συστήματος Προστατευόμενων Περιοχών, που θα καλύπτει όχι μόνο τις περιοχές που μέχρι και σήμερα υπάγονται στην αρμοδιότητα των 29 Φορέων Διαχείρισης (και που καλύπτει περίπου το 30% των περιοχών Natura 2000 της χώρας), αλλά και το σύνολο των περιοχών που έχουν ενταχθεί στο οικολογικό δίκτυο Natura 2000. Τούτο άλλωστε αποτελεί υποχρέωση της χώρας βάσει της κοινοτικής οδηγίας 92/43/ΕΟΚ, με την οποία θεσπίζεται το δίκτυο Natura 2000. Υπενθυμίζουμε, μάλιστα ότι η προθεσμία της χώρας για την υποβολή των στόχων διατήρησης ανά περιοχή έχει ήδη εκπνεύσει. Κατά τη γνώμη των οργανώσεων, μόνο σε ένα τέτοιο συνεκτικό πλαίσιο ολοκληρωμένης μεταρρύθμισης του Εθνικού Συστήματος Προστατευόμενων Περιοχών πρέπει να εξεταστεί ο αριθμός και τα σχήματα διαχείρισης. Η παρούσα πρόταση που τίθεται προς διαβούλευση φαίνεται να αγνοεί παντελώς τον ρόλο των Φορέων Διαχείρισης σε μια προστατευόμενη περιοχή, τις απαιτήσεις διαχείρισης και προστασίας των οικολογικών χαρακτηριστικών που φιλοξενούν, αλλά και τις αναπτυξιακές δυνατότητες των περιοχών που προστατεύονται αποτελεσματικά. Ως εκ τούτου, προωθεί μια συγκεντρωτική προσέγγιση που είναι αντίθετη με τις ανάγκες των προστατευόμενων περιοχών για συμμετοχική διαχείριση και συνεχή διαβούλευση σε τοπικό επίπεδο.Πιο συγκεκριμένα, σχετικά με τις προτεινόμενες διατάξεις του άρθρου 10 αλλά και των γενικών διατάξεων του άρθρου 15 σημειώνουμε ότι: 1) Δεν προκύπτει εξοικονόμηση πόρων, καθώς το μεγαλύτερο μέρος των δαπανών των Φορέων Διαχείρισης καλύπτονται από ευρωπαϊκούς πόρους, κυρίως από το ΕΣΠΑ, της τάξης των €4.7εκατ. έκαστος, και όχι από τον κρατικό προϋπολογισμό, ενώ τα διοικητικά συμβούλια δεν είναι αμειβόμενα. Εξαίρεση αποτελεί η ελάχιστη συμμετοχή του Πράσινου Ταμείου στην κάλυψη μη επιλέξιμων δαπανών. Μάλιστα, με τις προτεινόμενες συγχωνεύσεις δεν αποκλείεται τα οδοιπορικά έξοδα να αυξηθούν. Η αύξηση των δαπανών, παρόλο που μπορεί ενδεχομένως και λαμβάνοντας υπόψη τις δυσκολίες που αναμένονται (βλ. σημείο 2) να καλύπτονται από τα ευρωπαϊκά προγράμματα, μειώνουν τελικά τους διαθέσιμους πόρους για τις ουσιαστικές ανάγκες διαχείρισης, προστασίας και φύλαξης των περιοχών. 2) Η έναρξη ισχύος των διατάξεων από 1/1/2013 θέτει σε κίνδυνο μια σημαντική, υπό τις παρούσες εθνικές δημοσιονομικές συνθήκες, προτεραιότητα που αφορά στην απορρόφηση και αποδοτική αξιοποίηση των ευρωπαϊκών κονδυλίων. Υπάρχει ο κίνδυνος μέχρι να ολοκληρωθούν όλες οι απαραίτητες ενέργειες συγχώνευσης ή μεταφοράς σε άλλες υπηρεσίες των προγραμμάτων των υφιστάμενων Φορέων Φιαχείρισης, οι καθυστερήσεις να είναι τέτοιες που δεν θα επιτρέψουν την έγκαιρη υλοποίηση των απαραίτητων διαδικασιών στο πλαίσιο του ΕΣΠΑ με αποτέλεσμα τη μη απορρόφηση κοινοτικών κονδυλίων. Η ισχύς των μέτρων θα έπρεπε να ξεκινήσει μετά το πέρας της τρέχουσας προγραμματικής περιόδου ή, κατ’ ελάχιστον, μετά το τέλος του 2013, καταληκτική ημερομηνία για τη συμβασιοποίηση έργων στο ΕΣΠΑ. Μια τέτοια μεταβατική περίοδος θα έδινε επαρκή χρόνο για ουσιαστική επεξεργασία ενός ολοκληρωμένου σχεδίου για τη διοικητική μεταρρύθμιση των φορέων που είναι αρμόδιοι για την προστασία της φύσης, και ειδικά για την οργάνωση του Εθνικού Συστήματος των Προστατευόμενων Φορέων Διαχείρισης. 3) Με την προτεινόμενη συγχώνευση και κατάργηση Φορέων Διαχείρισης ενδέχεται να υπάρξει κύρωση της Ελλάδας και να απαιτηθεί η επιστροφή κονδυλίων, καθώς η στήριξη και λειτουργία των Φορέων Διαχείρισης (μάλιστα και με την πρόβλεψη για σύσταση νέων Φορέων Διαχείρισης) κατά την προγραμματική περίοδο 2007-2013 αποτελεί δέσμευση της χώρας έναντι της ΕΕ. 4) Ενδέχεται να δημιουργηθεί σημαντικό κενό στην προστασία των συγκεκριμένων περιοχών, καθώς μέχρι να ολοκληρωθούν όλες οι απαιτούμενες κανονιστικές πράξεις αλλά και να συσταθούν εκ νέου οι Φορείς Διαχείρισης, μπορεί όχι μόνο να αφήσει τις ευαίσθητες αυτές περιοχές εκτεθειμένες και χωρίς φύλαξη, αλλά και να οδηγήσει στην έγκριση έργων που θα επιβαρύνουν την περιοχή, καθώς οι Φορείς δεν θα μπορούν στις ασφυκτικές νέες προθεσμίες των αναθεωρημένων αδειοδοτικών διαδικασιών να γνωμοδοτήσουν επί των συγκεκριμένων έργων. 5) Δεν είναι σαφές από τις προτεινόμενες διατάξεις, και ειδικά από την πρόβλεψη (άρθ. 10 παρ. 12(β)) για προγραμματικές συμβάσεις ή συμβάσεις διαχείρισης με το ΥΠΕΚΑ ότι οι υπηρεσίες που αναλαμβάνουν τη διαχείριση των περιοχών, των οποίων οι Φορείς Διαχείρισης καταργούνται, είναι στελεχωμένες με επαρκές και καταρτισμένο προσωπικό για να αναλάβουν τον ρόλο του σχήματος διαχείρισης μιας προστατευόμενης περιοχής. Επιπλέον, δεν είναι σαφές αν οι υπηρεσίες στις οποίες ανατίθεται η διαχείριση προστατευόμενων περιοχών των οποίων οι φορείς διαχείρισης είναι υποχρεωμένες ή έχουν μόνο τη δυνατότητα να συνάψουν προγραμματική σύμβαση ή σύμβαση διαχείρισης με το ΥΠΕΚΑ, και με ποιο χρονικό ορίζοντα. 6) Όσον αφορά στο περιεχόμενο των συμβάσεων διαχείρισης το οποίο το παρόν νομοσχέδιο επιδιώκει, με καθυστέρηση 13 ετών, να καθορίσει, είναι ιδιαίτερα ελλιπές και δεν ενσωματώνει προτάσεις που έχουν κατατεθεί στο πρώην ΥΠΕΧΩΔΕ εδώ και τουλάχιστον μια δεκαετία. Συγκεκριμένα, η παρούσα διάταξη συγχέει τη σύμβαση διαχείρισης με το σχέδιο διαχείρισης, το οποίο είναι το βασικότερο εργαλείο για την προστασία μιας προστατευόμενης περιοχής. Δεν ορίζει, για παράδειγμα, ποιοι είναι οι εμπλεκόμενοι φορείς και τα συγκεκριμένα συμβαλλόμενα πρόσωπα, ποια είναι η διαδικασία για την κατάρτιση των συμβάσεων, ποιες οι τυπικές προϋποθέσεις για την υποβολή ενδιαφέροντος ανάληψης της υποχρέωσης διαχείρισης μιας περιοχής, με ποια κριτήρια επιλέγονται οι συμβασιούχοι, που ορίζονται στην κείμενη νομοθεσία, ποιες οι αρμοδιότητες παρακολούθησης και εποπτείας του ΥΠΕΚΑ ούτε και ποιες οι τυπικές υποχρεώσεις αναφοράς και ενημέρωσης από μέρους του συμβασιούχου, αλλά και ποιες είναι οι διαδικασίες τροποποίησης, λύσης της σύμβασης και τυχόν διαχείρισης επίλυσης των διαφορών. Καταλήγοντας, θεωρούμε τη συγκεκριμένη ρύθμιση άκαιρη, αποσπασματική και άστοχη. Αντί της προώθησης του συγκεκριμένου άρθρου, θεωρούμε ότι πρέπει να οργανωθεί ένας ανοιχτός, συμμετοχικός και ουσιαστικός διάλογος που θα οδηγήσει σε μια ολοκληρωμένη αναθεώρηση της διοικητικής δομής που είναι αρμόδια για την προστασία της ελληνικής φύσης, που θα μπορούσε με τον κατάλληλο σχεδιασμό, οργάνωση και υποστήριξη να συνεισφέρει σημαντικά στη βιώσιμη έξοδο από την οικονομική και κοινωνική κρίση που βιώνει η χώρα. Πολλά από τα παραπάνω, οι περιβαλλοντικές οργανώσεις τα είχαν ήδη επισημάνει σε σχετική επιστολή προς τα αρμόδια υπουργεία τον Ιούλιο, μετά την ανακοίνωση της αριθμητικής προσέγγισης μείωσης των φορέων του δημοσίου (http://www.wwf.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=927:2012-07-26-09-49-08&catid=70:2008-09-16-12-10-46&Itemid=90).
 
 
Υπεύθυνοι υλοποίησης Ευρωπαικών Προγραμμάτων σε Φορείς Διαχειρισης
ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΝΤΑΙ ΕΞΑΙΤΙΑΣ ΤΗΣ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗΣ- ΣΥΓΧΩΝΕΥΣΗΣ ΤΩΝ 29 ΦΟΡΕΩΝ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΟΜΕΝΩΝ ΠΕΡΙΟΧΩΝ (Φ.Δ.Π.Π.) ΣΕ 14 Σύμφωνα με το Άρθρο 10 του υπό διαβούλευση νομοσχεδίου, προβλέπεται η Κατάργηση και Συγχώνευση Φορέων Διαχείρισης Προστατευόμενων Περιοχών. Ειδικότερα, σύμφωνα με την παράγραφο 5,«Η κυριότητα και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί της κινητής και ακίνητης περιουσίας των φορέων που λύονται και συγχωνεύονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, περιέρχονται αυτοδικαίως και χωρίς την τήρηση οιουδήποτε τύπου, πράξης ή συμβολαίου, στους φορείς στους οποίους συγχωνεύονται. Οι συμβατικές υποχρεώσεις και οι εγκεκριμένες χρηματοδοτήσεις των φορέων που συγχωνεύονται, μεταφέρονται στους αντίστοιχους φορείς που συνιστώνται, οι οποίοι λειτουργούν ως οιονεί καθολικοί διάδοχοι αυτών. Οι φορείς αυτοί είναι οι δικαιούχοι των προγραμμάτων και των δράσεων που έχουν εκπονηθεί από τους φορείς που συγχωνεύονται καθώς και των πόρων και των υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτά» και την παράγραφο 12-γ),«Δικαιούχος των προγραμμάτων και των δράσεων που έχουν αναλάβει οι φορείς που καταργούνται με την παράγραφο 10, καθώς και των πόρων και των υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτές, είναι ο αντίστοιχος φορέας στον οποίο περιέρχονται οι αρμοδιότητες του κάθε φορέα που καταργείται. Το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου των φορέων που καταργούνται με την παράγραφο 10, καθώς και όσοι απασχολούνται σε αυτούς με σύμβαση έργου, παρέχουν εφεξής τις υπηρεσίες τους στους φορείς που αναλαμβάνουν τις υποχρεώσεις τους, για όλη τη διάρκεια σύμβασής τους και του προγράμματος, στο οποίο συμμετέχουν», Επί των παραπάνω, θα πρέπει να αναφερθούν τα εξής: • Το υπό διαβούλευση Νομοσχέδιο για την κατάργηση και συγχώνευση των Φ.Δ. καλείται να εξυπηρετήσει την γενικότερη προσπάθεια περί εξοικονόμησης χρηματικών πόρων. Εντούτοις, η δρομολόγηση των παραπάνω διαδικασιών θα δημιουργήσει άμεσα τεράστια προβλήματα στην εκτέλεση των ενταγμένων προγραμμάτων στο ΕΣΠΑ και άλλων διακρατικών προγραμμάτων και στην απορρόφηση των εγκεκριμένων και δεσμευμένων κοινοτικών κονδυλίων. Συνεπώς αναμένεται ότι θα προκληθεί ζημία και όχι όφελος για την Ελλάδα!• Oι Φ.Δ., με την οργάνωσή που έχουν επιτύχει και την εμπειρία που έχουν αποκτήσει, υλοποιούν, στο μεγαλύτερο βαθμό με αυτεπιστασία, το έργο τους μέσα από αυστηρά, εγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα, η τήρηση των οποίων είναι απαραίτητη για την επιτυχή ολοκλήρωση των εγκεκριμένων Πράξεων. Με αυτόν τον τρόπο διασφαλίζεται η ομαλή απορρόφηση των κοινοτικών κονδυλίων του ΕΣΠΑ που έχουν δεσμευτεί για τη χρηματοδότηση αυτών των Πράξεων, σημαντικό μέρος των οποίων αποδίδεται στην Ελληνική Οικονομία, μέσω ασφαλιστικών, φορολογικών εισφορών κ.λπ.• Για τους Φ.Δ. που καταργούνται, η διαχείριση των κοινοτικών κονδυλίων για την υλοποίηση των εγκεκριμένων πράξεων του ΕΣΠΑ περιέρχεται στις Αποκεντρωμένες Διοικήσεις (των αντίστοιχων ανά καταργούμενο Φ.Δ.) Περιφερειών. Εντούτοις, η διαδικασία που θα απαιτηθεί για να περάσει η χρηματοδότηση του κάθε καταργούμενου Φορέα (που αποτελεί τον σημερινό δικαιούχο στο ΕΣΠΑ) στην αντίστοιχη Αποκεντρωμένη Διοίκηση Περιφέρειας, καθώς και η όποια τροποποίηση απαιτηθεί για το κάθε Τεχνικό Δελτίο που υλοποιείται, είναι ιδιαιτέρως χρονοβόρα. Αυτό θέτει αυτομάτως σε κίνδυνο την ομαλή υλοποίηση των Πράξεων και μπορεί να σημάνει την σημαντική καθυστέρηση στην απορρόφηση των εγκεκριμένων Κοινοτικών κονδυλίων. Επίσης, έντονο προβληματισμό προκαλεί το κατά πόσο και πόσο γρήγορα η υπηρεσία υποδοχής του προγράμματος και των δράσεων του κάθε καταργούμενου Φορέα (η οποία μέχρι σήμερα δεν έχει κάποια σχετική αρμοδιότητα) θα μπορέσει να προσαρμοστεί, προκειμένου να διαχειριστεί το υλοποιούμενο πρόγραμμα και να ανταποκριθεί στις πολύπτυχες υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτό, όπως για παράδειγμα στην Επιστημονική Παρακολούθηση.• Όσον αφορά στους συγχωνευόμενους Φ.Δ., με βάση τη μέχρι τώρα εμπειρία από ανάλογες διεργασίες, είναι με βεβαιότητα τουλάχιστον υπεραισιόδοξος ο χρόνος που εκτιμάται ότι θα απαιτηθεί για την έναρξη λειτουργίας των νέων σχημάτων διαχείρισης των Προστατευόμενων Περιοχών (διορία μόνο τριών μηνών για την σύσταση των νέων Δ.Σ. – διορία μόνο δύο μηνών για την έκδοση εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας, Κανονισμού Υπηρεσιών και Προσωπικού, εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας του Διοικητικού Συμβουλίου, Κανονισμού Οικονομικής Διαχείρισης και Προμηθειών, καθώς και Κανονισμού Ανάληψης και Εκτέλεσης για τρίτους ή ανάθεσης σε τρίτους επιστημονικών ή ερευνητικών προγραμμάτων, μελετών υπηρεσιών τεχνικής βοήθειας και εν γένει έργων και υπηρεσιών από τους οποίους διέπεται όλη η (οικονομική και διοικητική) λειτουργία των Φ.Δ.). Επιπροσθέτως, δεν είναι δυνατόν να υπολογιστεί καν η καθυστέρηση που θα προκύψει μέχρι να γίνει η αλλαγή των Δικαιούχων, η τροποποίηση των Τεχνικών Δελτίων που θα πρέπει πλέον οι νέοι Φ.Δ. να υλοποιήσουν, αφού ξεπεραστούν πρώτα σημαντικές δυσκολίες (θέματα αυτεπιστασιών, αντιμετώπιση προβλημάτων κατάτμησης κ.λπ.), καθώς και πλήθους άλλων διαδικασιών που θα πρέπει απαραιτήτως να ολοκληρωθούν (π.χ. τροποποίηση των συστημάτων διαχειριστικής επάρκειας). Τα παραπάνω θα επιφέρουν, όπως και στην περίπτωση των καταργούμενων Φ.Δ., εξαιρετική καθυστέρηση στην υλοποίηση των Πράξεων αλλά και στην απορρόφηση των κοινοτικών κονδυλίων, αυξάνοντας σημαντικά τον κίνδυνο ότι οι σχετικές Πράξεις δεν θα υλοποιηθούν στο 100%.• Οι σημαντικές αλλαγές που θα επιφέρει ο νέος νόμος στα συστήματα διαχείρισης των Προστατευόμενων Περιοχών, οι οποίες μέχρι σήμερα υπάγονται στους 29 Φ.Δ. και οι αναπόφευκτες καθυστερήσεις που περιγράφονται ανωτέρω, θα διαταράξουν κατά πολύ την ομαλή υλοποίηση, ιδιαιτέρως σημαντικών δράσεων τους. Ειδικότερα, οι Φ.Δ., ως δικαιούχοι των Πράξεων για τη προστασία και διατήρηση της βιοποικιλότητας των Προστατευόμενων Περιοχών τους, είναι υποχρεωμένοι να υλοποιήσουν τα σχετικά έργα για την Καταγραφή και Επιστημονική Παρακολούθηση των τύπων οικοτόπων και των ειδών χλωρίδας και πανίδας των Παραρτημάτων II, IV και V της Οδηγίας 92/43 και β) των πουλιών της Οδηγίας 79/409 αλλά και να συντάξουν τα Διαχειριστικά Σχέδια αυτών. Τα δεδομένα που θα προκύψουν από τις παραπάνω εργασίες θα καλύψουν συμβατικές υποχρεώσεις της Ελλάδας απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τα χρονοδιαγράμματα παραγωγής τους είναι πλέον ιδιαιτέρως πιεστικά! Οι Φορείς, με τον σημερινό τρόπο λειτουργίας τους κάνουν πραγματικό αγώνα δρόμου, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι θα τηρηθούν αυτά τα δεσμευτικά χρονοδιαγράμματα και οι υποχρεώσεις τους. Συνεπώς, η καθυστέρηση που με βεβαιότητα θα προκύψει μέχρι να ξεκινήσουν να λειτουργούν τα νέα σχήματα διαχείρισης των Προστατευόμενων Περιοχών, θα οδηγήσει αναπόφευκτα στην επιβολή προστίμων στην Ελλάδα από την Ευρωπαϊκή Ένωση.• Στις περιπτώσεις που από κάποιους Φ.Δ. δεν έχουν μέχρι σήμερα συμβασιοποιηθεί σημαντικά έργα, όπως αυτό της Επιστημονικής Παρακολούθησης, η ως άνω προβλεπόμενη καθυστέρηση (βλ. παρ. 3, 4) είναι σχεδόν βέβαιο ότι δεν θα επιτρέψει στα νέα σχήματα διαχείρισης των Προστατευόμενων Περιοχών να το πράξουν μέχρι το τέλος του 2013 (όπως απαιτείται από τους κοινοτικούς κανονισμούς). Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε κήρυξη των Πράξεων από την Διαχειριστική Αρχή ως ημιτελείς και των δαπανών ως μη επιλέξιμες, που θα σημάνει, μεγάλο οικονομικό κόστος για την Ελλάδα, σύμφωνα με το Σύστημα Διαχείρισης του ΕΣΠΑ, αυτές οι δαπάνες θα πρέπει να καλυφτούν από την Εθνική συμμετοχή στην συγχρηματοδότηση του ΕΣΠΑ. Με αυτόν τον τρόπο, η Εθνική συμμετοχή θα αυξηθεί σημαντικά, πιθανώς σε υψηλότερα επίπεδα εκείνης στο Γ΄ ΚΠΣ (65% κοινοτική – 35% Εθνική). Τίθεται λοιπόν το ερώτημα κατά πόσο έχει υπολογιστεί αυτό το κόστος και ποιός ή ποιοί θα το χρεωθούν, τη στιγμή μάλιστα που τα συναρμόδια Υπουργεία έχουν επανειλημμένως προειδοποιηθεί για αυτόν τον κίνδυνο!• Επίσης η απορρέουσα μη κανονική ροή χρηματοδότησης τους θα οδηγήσει στην αδυναμία λήψης φορολογικής και ασφαλιστικής ενημερότητα αφού δεν θα είναι δυνατή η έγκυρη πληρωμή ασφαλιστικών εισφορών, μισθών και φόρων. Κάτι τέτοιο θα οδηγήσει σε ένα φαύλο κύκλο αδυναμίας εκπλήρωσης των υποχρεώσεων των ΦΔ. Έτσι οι Νόμιμοι Εκπρόσωποι – Πρόεδροι των νέων σχημάτων θα βρεθούν απολογούμενοι στις δικαστικές αρχές για την μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων τους.• Η αλλαγή των ΑΦΜ που μοιραία θα απαιτηθεί κατά τη δημιουργία των νέων Φ.Δ. και σίγουρα θα υλοποιηθεί αρκετά μετά την έναρξη του επόμενου οικονομικού έτους, θα δημιουργήσει ένα πρόσθετο, σοβαρό λογιστικό πρόβλημα-εμπόδιο στην ολοκλήρωση της διοικητικής ενοποίησης και στο ‘κλείσιμο’ του εν λόγω οικονομικού έτους.• Στο υπό διαβούλευση Νομοσχέδιο δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη ότι τα Διοικητικά Συμβούλια (Πρόεδροι και μέλη) των Φ.Δ. έχουν προσφέρει τις υπηρεσίες τους αμισθί από την ίδρυση των Φ.Δ. μέχρι σήμερα και δεν επιβαρύνουν τους προϋπολογισμούς λειτουργίας των Φ.Δ., πολύ δε περισσότερο τον Τακτικό Προϋπολογισμό. Κατά το σχεδιασμό λειτουργίας των νέων σχημάτων διαχείρισης των Προστατευόμενων Περιοχών, έχει άραγε εκτιμηθεί το κόστος μετακινήσεων και συνεδριάσεων του ΔΣ που θα προκύψει σε ένα συγχωνευμένο Φ.Δ. που θα έχει, για παράδειγμα, υπό την αιγίδα του τρεις προστατευόμενες περιοχές σε μια ακτίνα τουλάχιστον 200 χιλιομέτρων; Έχει συνυπολογιστεί το πρόβλημα που θα προκύψει πλέον από την έλλειψη επαφής-επικοινωνίας με την τοπική κοινωνία, υπονομεύοντας την προώθηση των συμμετοχικών διαδικασιών στη λήψη αποφάσεων για την προστασία της περιοχής; Στο παραπάνω παράδειγμα, αν μέχρι σήμερα γινόταν μια συνεδρίαση ανά μήνα ύστερα από την συγχώνευση θα πρέπει κανονικά να γίνονται τρεις τουλάχιστον συνεδριάσεις ανά μήνα σε διαφορετικές περιοχές, προκειμένου να διασφαλίζεται κατά το δυνατόν η ορθή διαχείριση του κατά πολύ διευρυμένου προστατευταίου αντικειμένου.
 
 
Περιβαλλοντικές Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις
Με το παρόν οι περιβαλλοντικές οργανώσεις Αρκτούρος, Αρχέλων, Δίκτυο Μεσόγειος SOS, Ελληνική Εταιρία Προστασίας της Φύσης, Ελληνική Εταιρεία Περιβάλλοντος και Πολιτισμού, Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία, Εταιρία Προστασίας Πρεσπών, Καλλιστώ, MEDASSET, MOm/ Εταιρεία για την Μελέτη και Προστασία της Μεσογειακής Φώκιας και WWF Ελλάς καταθέτουν τις θέσεις τους αναφορικά με το σχέδιο νόμου «Κατάργηση και συγχώνευση νομικών προσώπων του δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα» και ειδικά με την προτεινόμενη συγχώνευση και κατάργηση των Φορέων Διαχείρισης των Προστατευόμενων Περιοχών. Επισημαίνουμε ότι σε αντίθεση με τις δεσμεύσεις της πολιτικής ηγεσίας του ΥΠΕΚΑ για διευρυμένη, ανοιχτή και ουσιαστική δημόσια διαβούλευση σχετικά με το μέλλον της διαχείρισης των πιο σημαντικών οικολογικά περιοχών της χώρας, αλλά και την παρότρυνση για μια τέτοια διαδικασία από την Επιτροπή «Φύση 2000», το «κεντρικό, επιστημονικό, γνωμοδοτικό όργανο του Κράτους για το συντονισμό, την παρακολούθηση και αξιολόγηση των πολιτικών και μέτρων προστασίας της ελληνικής βιοποικιλότητας» (άρθρο 19, ν. 3937/2011), οργανώνεται προσχηματική ηλεκτρονική διαβούλευση διάρκειας μόλις επτά ημερών. Τονίζουμε την αντίθεση μας στην υιοθέτηση της προτεινόμενης προσέγγισης, ιδιαίτερα τη συγκεκριμένη στιγμή, και τον βαθύ προβληματισμό μας για τις επιπτώσεις που μπορεί η υιοθέτηση του μέτρου αυτού να έχει στη διατήρηση του φυσικού κεφαλαίου της χώρας. Δεδομένου ότι έχουμε πολλές φορές επισημάνει τις ελλείψεις και τις δυσλειτουργίες που αντιμετωπίζουν οι Φορείς Διαχείρισης, οι αντιρρήσεις μας στις προτεινόμενες αλλαγές συμβαδίζουν με την αναγνώριση από μέρους μας της ανάγκης για ουσιαστική αναβάθμιση του Εθνικού Συστήματος Προστατευόμενων Περιοχών, στο πλαίσιο ενός αποτελεσματικού και λειτουργικού συστήματος προστασίας και διαχείρισης του φυσικού περιβάλλοντος της χώρας. Είναι επίσης συνεπής με τη μακρόχρονη και έμπρακτη στήριξη που έχουμε παραχωρήσει στους Φορείς Διαχείρισης και τη συμβολή μας στην προστασία της ελληνικής φύσης, την ίδια στιγμή που η πολιτεία δεν παρείχε επαρκή και ουσιαστική θεσμική, πολιτική και οικονομική υποστήριξη. Εν τη απουσία τεκμηρίωσης με επιστημονικά κριτήρια, καθώς και αιτιολόγησης των προτεινόμενων συγχωνεύσεων/ καταργήσεων, ακόμα και σήμερα, δεν είναι καθόλου σαφές το σκεπτικό, τα οφέλη και τελικά η χρησιμότητα των σχεδιαζόμενων συγχωνεύσεων και καταργήσεων. Εξάλλου δεν φαίνεται να έχουν ληφθεί υπόψη ούτε οι πρόσφατες προτάσεις της Επιτροπής Φύση, ούτε και των περιβαλλοντικών οργανώσεων ή άλλων φορέων που έχουν ήδη τοποθετηθεί δημόσια για το μέλλον του συστήματος των προστατευόμενων περιοχών της χώρας.Υποστηρίζουμε ότι αυτό που απαιτείται σήμερα είναι μια ολοκληρωμένη δέσμη παρεμβάσεων για τη δημιουργία ενός συνεκτικού και λειτουργικού Εθνικού Συστήματος Προστατευόμενων Περιοχών, που θα καλύπτει όχι μόνο τις περιοχές που μέχρι και σήμερα υπάγονται στην αρμοδιότητα των 29 Φορέων Διαχείρισης (και που καλύπτει περίπου το 30% των περιοχών Natura 2000 της χώρας), αλλά και το σύνολο των περιοχών που έχουν ενταχθεί στο οικολογικό δίκτυο Natura 2000. Τούτο άλλωστε αποτελεί υποχρέωση της χώρας βάσει της κοινοτικής οδηγίας 92/43/ΕΟΚ, με την οποία θεσπίζεται το δίκτυο Natura 2000. Υπενθυμίζουμε, μάλιστα ότι η προθεσμία της χώρας για την υποβολή των στόχων διατήρησης ανά περιοχή έχει ήδη εκπνεύσει. Κατά τη γνώμη των οργανώσεων, μόνο σε ένα τέτοιο συνεκτικό πλαίσιο ολοκληρωμένης μεταρρύθμισης του Εθνικού Συστήματος Προστατευόμενων Περιοχών πρέπει να εξεταστεί ο αριθμός και τα σχήματα διαχείρισης. Η παρούσα πρόταση που τίθεται προς διαβούλευση φαίνεται να αγνοεί παντελώς τον ρόλο των Φορέων Διαχείρισης σε μια προστατευόμενη περιοχή, τις απαιτήσεις διαχείρισης και προστασίας των οικολογικών χαρακτηριστικών που φιλοξενούν, αλλά και τις αναπτυξιακές δυνατότητες των περιοχών που προστατεύονται αποτελεσματικά. Ως εκ τούτου, προωθεί μια συγκεντρωτική προσέγγιση που είναι αντίθετη με τις ανάγκες των προστατευόμενων περιοχών για συμμετοχική διαχείριση και συνεχή διαβούλευση σε τοπικό επίπεδο. Πιο συγκεκριμένα, σχετικά με τις προτεινόμενες διατάξεις του άρθρου 10 (λαμβάνοντας υπόψη και τις γενικές διατάξεις του άρθρου 15) σημειώνουμε ότι:1) Δεν προκύπτει εξοικονόμηση πόρων, καθώς το μεγαλύτερο μέρος των δαπανών των Φορέων Διαχείρισης καλύπτονται από ευρωπαϊκούς πόρους, κυρίως από το ΕΣΠΑ, της τάξης των €4.7εκατ. έκαστος, και όχι από τον κρατικό προϋπολογισμό, ενώ τα διοικητικά συμβούλια δεν είναι αμειβόμενα. Εξαίρεση αποτελεί η ελάχιστη συμμετοχή του Πράσινου Ταμείου στην κάλυψη μη επιλέξιμων δαπανών. Μάλιστα, με τις προτεινόμενες συγχωνεύσεις δεν αποκλείεται τα οδοιπορικά έξοδα να αυξηθούν. Η αύξηση των δαπανών, παρόλο που μπορεί ενδεχομένως και λαμβάνοντας υπόψη τις δυσκολίες που αναμένονται (βλ. σημείο 2) να καλύπτονται από τα ευρωπαϊκά προγράμματα, μειώνουν τελικά τους διαθέσιμους πόρους για τις ουσιαστικές ανάγκες διαχείρισης, προστασίας και φύλαξης των περιοχών. 2) Η έναρξη ισχύος των διατάξεων από 1/1/2013 θέτει σε κίνδυνο μια σημαντική, υπό τις παρούσες εθνικές δημοσιονομικές συνθήκες, προτεραιότητα που αφορά στην απορρόφηση και αποδοτική αξιοποίηση των ευρωπαϊκών κονδυλίων. Υπάρχει ο κίνδυνος μέχρι να ολοκληρωθούν όλες οι απαραίτητες ενέργειες συγχώνευσης ή μεταφοράς σε άλλες υπηρεσίες των προγραμμάτων των υφιστάμενων Φορέων Φιαχείρισης, οι καθυστερήσεις να είναι τέτοιες που δεν θα επιτρέψουν την έγκαιρη υλοποίηση των απαραίτητων διαδικασιών στο πλαίσιο του ΕΣΠΑ με αποτέλεσμα τη μη απορρόφηση κοινοτικών κονδυλίων. Η ισχύς των μέτρων θα έπρεπε να ξεκινήσει μετά το πέρας της τρέχουσας προγραμματικής περιόδου ή, κατ’ ελάχιστον, μετά το τέλος του 2013, καταληκτική ημερομηνία για τη συμβασιοποίηση έργων στο ΕΣΠΑ. Μια τέτοια μεταβατική περίοδος θα έδινε επαρκή χρόνο για ουσιαστική επεξεργασία ενός ολοκληρωμένου σχεδίου για τη διοικητική μεταρρύθμιση των φορέων που είναι αρμόδιοι για την προστασία της φύσης, και ειδικά για την οργάνωση του Εθνικού Συστήματος των Προστατευόμενων Φορέων Διαχείρισης. 3) Με την προτεινόμενη συγχώνευση και κατάργηση Φορέων Διαχείρισης ενδέχεται να υπάρξει κύρωση της Ελλάδας και να απαιτηθεί η επιστροφή κονδυλίων, καθώς η στήριξη και λειτουργία των Φορέων Διαχείρισης (μάλιστα και με την πρόβλεψη για σύσταση νέων Φορέων Διαχείρισης) κατά την προγραμματική περίοδο 2007-2013 αποτελεί δέσμευση της χώρας έναντι της ΕΕ. 4) Ενδέχεται να δημιουργηθεί σημαντικό κενό στην προστασία των συγκεκριμένων περιοχών, καθώς μέχρι να ολοκληρωθούν όλες οι απαιτούμενες κανονιστικές πράξεις αλλά και να συσταθούν εκ νέου οι Φορείς Διαχείρισης, μπορεί όχι μόνο να αφήσει τις ευαίσθητες αυτές περιοχές εκτεθειμένες και χωρίς φύλαξη, αλλά και να οδηγήσει στην έγκριση έργων που θα επιβαρύνουν την περιοχή, καθώς οι Φορείς δεν θα μπορούν στις ασφυκτικές νέες προθεσμίες των αναθεωρημένων αδειοδοτικών διαδικασιών να γνωμοδοτήσουν επί των συγκεκριμένων έργων. 5) Δεν είναι σαφές από τις προτεινόμενες διατάξεις, και ειδικά από την πρόβλεψη (άρθ. 10 παρ. 12(β)) για προγραμματικές συμβάσεις ή συμβάσεις διαχείρισης με το ΥΠΕΚΑ ότι οι υπηρεσίες που αναλαμβάνουν τη διαχείριση των περιοχών, των οποίων οι Φορείς Διαχείρισης καταργούνται, είναι στελεχωμένες με επαρκές και καταρτισμένο προσωπικό για να αναλάβουν τον ρόλο του σχήματος διαχείρισης μιας προστατευόμενης περιοχής. Επιπλέον, δεν είναι σαφές αν οι υπηρεσίες στις οποίες ανατίθεται η διαχείριση προστατευόμενων περιοχών των οποίων οι φορείς διαχείρισης είναι υποχρεωμένες ή έχουν μόνο τη δυνατότητα να συνάψουν προγραμματική σύμβαση ή σύμβαση διαχείρισης με το ΥΠΕΚΑ, και με ποιο χρονικό ορίζοντα. 6) Όσον αφορά στο περιεχόμενο των συμβάσεων διαχείρισης το οποίο το παρόν νομοσχέδιο επιδιώκει, με καθυστέρηση 13 ετών, να καθορίσει, είναι ιδιαίτερα ελλιπές και δεν ενσωματώνει προτάσεις που έχουν κατατεθεί στο πρώην ΥΠΕΧΩΔΕ εδώ και τουλάχιστον μια δεκαετία. Συγκεκριμένα, η παρούσα διάταξη συγχέει τη σύμβαση διαχείρισης με το σχέδιο διαχείρισης, το οποίο είναι το βασικότερο εργαλείο για την προστασία μιας προστατευόμενης περιοχής. Δεν ορίζει, για παράδειγμα, ποιοι είναι οι εμπλεκόμενοι φορείς και τα συγκεκριμένα συμβαλλόμενα πρόσωπα, ποια είναι η διαδικασία για την κατάρτιση των συμβάσεων, ποιες οι τυπικές προϋποθέσεις για την υποβολή ενδιαφέροντος ανάληψης της υποχρέωσης διαχείρισης μιας περιοχής, με ποια κριτήρια επιλέγονται οι συμβασιούχοι, που ορίζονται στην κείμενη νομοθεσία, ποιες οι αρμοδιότητες παρακολούθησης και εποπτείας του ΥΠΕΚΑ ούτε και ποιες οι τυπικές υποχρεώσεις αναφοράς και ενημέρωσης από μέρους του συμβασιούχου, αλλά και ποιες είναι οι διαδικασίες τροποποίησης, λύσης της σύμβασης και τυχόν διαχείρισης επίλυσης των διαφορών. Καταλήγοντας, θεωρούμε τη συγκεκριμένη ρύθμιση άκαιρη, αποσπασματική και άστοχη. Αντί της προώθησης του συγκεκριμένου άρθρου, θεωρούμε ότι πρέπει να οργανωθεί ένας ανοιχτός, συμμετοχικός και ουσιαστικός διάλογος που θα οδηγήσει σε μια ολοκληρωμένη αναθεώρηση της διοικητικής δομής που είναι αρμόδια για την προστασία της ελληνικής φύσης, που θα μπορούσε με τον κατάλληλο σχεδιασμό, οργάνωση και υποστήριξη να συνεισφέρει σημαντικά στη βιώσιμη έξοδο από την οικονομική και κοινωνική κρίση που βιώνει η χώρα. Πολλά από τα παραπάνω, οι περιβαλλοντικές οργανώσεις τα είχαν ήδη επισημάνει σε σχετική επιστολή προς τα αρμόδια υπουργεία τον Ιούλιο, μετά την ανακοίνωση της αριθμητικής προσέγγισης μείωσης των φορέων του δημοσίου:http://www.wwf.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=927:2012-07-26-09-49-08&catid=70:2008-09-16-12-10-46&Itemid=90.
 
 
Κακάλης Αθανάσιος
Αναφορικά με την απόφαση κατάργησης του φορέα διαχείρισης της λίμνης Καστοριάς και την εκχώρηση διαχειριστικών αρμοδιοτήτων του στην Αποκεντρωμένη Διοίκηση Ηπείρου – Δυτικής Μακεδονίας, μάλλον το ζήτημα δεν θα έπρεπε να εμφυλοχωρεί στη λογική της εν λόγω διαβούλευσης. Και αυτό διότι στο βαθμό που συζητείται σοβαρά μια τέτοια διαδικασία, η Κυβέρνηση έρχεται σε αντίφαση με αυτό που ευαγγελίζεται ως στόχο, την πραγμάτωση πνεύματος και νοοτροπίας περιφερειακής συνείδησης, αυτενέργειας και απόφασης των τοπικών κοινωνιών. Είναι σαφές, ότι η ανάδειξη των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της λίμνης, στη βάση της ιστορικής συνέχειας και παράδοσης, της ανάγκης προστασίας της με την απαιτούμενη περιβαλλοντική ευαισθησία, καθώς και τη βιώσιμη προοπτική της στη διάρκεια του χρόνου, ικανοποιούνται αποτελεσματικότερα, όταν ο Φορέας ανήκει στη φυσική διοικητική του περιφέρεια, την Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας. Έτσι, η έννοια της αιρετής περιφερειακής διοίκησης – πέραν των άλλων – ενδυναμώνεται κατ’ ουσία, μιας και υπάρχει άμεση χωροταξική συσχέτιση με την εν λόγω λίμνη, υπάρχει ταχύτερη λήψη αποφάσεων, υποβολή αυτών σε άμεση κρίση και έλεγχο από τους τοπικούς φορείς, όπως υπαγορεύεται και από τη νέα «καλλικρατική» δομή που έχει πλέον το κράτος μας. Αθανάσιος Ν. ΚακάληςΠρόεδρος Δ.Ε.Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας,Τμήματος Δυτικής Μακεδονίας.
 
 
Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΓΡΑΦΕΙΟ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΡΧΗ Κοζάνη 8/10/2012Αρ. Πρωτ. 86794/3066Ταχ. Δ/νση : Διοικητήριο Περιοχή ΖΕΠΤαχ. Κώδικας : 50100 Κοζάνη ΠΡΟΣ: Υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής ΔιακυβέρνησηςΔημόσια Διαβούλευση του ΥΔΜΕΔ επί σχεδίου νόμου «Κατάργηση και συγχώνευση νομικών προσώπων του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα».Τηλέφωνο : 2461052610-3Fax : 2461052614Email :info@pdm.gov.gr Θέμα: Παρατηρήσεις της Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας στο πλαίσιο της Διαβούλευσης του ΥΔΜΕΔ αναφορικά με την κατάργηση και συγχώνευση φορέων διαχείρισης προστατευόμενων περιοχών. Η βεβιασμένη και η εκ του προχείρου συγχώνευση-κατάργηση φορέων επιφορτισμένων με τη διαχείριση προστατευομένων περιοχών, θέτει σε καθεστώς καθυστέρησης και οπισθοδρόμησης, σημαντικότατες περιβαλλοντικές κατακτήσεις, οι οποίες επιτεύχθηκαν την τελευταία δεκαετία στην Χώρα μας.Οι προτεινόμενες συγχωνεύσεις δεν εδράζονται σε τεκμηριωμένη προσέγγιση με βάση μια ολοκληρωμένη οικολογική διαχειριστική πρακτική, αλλά αναδεικνύουν μια ισχυρή συγκεντρωτική τάση, η οποία ουδόλως εγγυάται την επιτυχία του εγχειρήματος.Επιπλέον, τελεί υπό αμφισβήτηση το επιχείρημα της εξοικονόμησης οικονομικών πόρων δεδομένου ότι τα διοικητικά συμβούλια των εν λόγω φορέων είναι μη αμειβόμενα, ενώ οι περισσότερες δράσεις τους χρηματοδοτούνται από Επιχειρησιακά ή ανταγωνιστικά Προγράμματα και δεν δεσμεύουν πόρους από τον τακτικό προϋπολογισμό.Ιδιαίτερα για τη Δυτική Μακεδονία, μια περιφέρεια με σημαντικότατο οικολογικό απόθεμα, οι προαναφερόμενες εξελίξεις καταγράφονται με αρνητικό πρόσημο, τόσο στην κατεύθυνση της αξιοποίησης των συγκριτικών μας αναπτυξιακών πλεονεκτημάτων, όσο και της εμπέδωσης μιας ισχυρής περιβαλλοντικής διαχειριστικής δομής σε επίπεδο αιρετής περιφέρειας.Πρωτίστως οι δράσεις ανάδειξης, προστασίας και αξιοποίησης του οικολογικού πλούτου απαιτούν τη συνδρομή και κινητοποίηση του συνολικού Κοινωνικού Κεφαλαίου της περιοχής αναφοράς. Αυτούς αφορά και σε αυτούς απευθύνεται. Οι τοπικές κοινωνίες πρέπει να έχουν τον πρώτο λόγο σε θέματα που σχετίζονται και αφορούν στη διαχείριση του φυσικού περιβάλλοντος, κυρίαρχα όταν το φυσικό περιβάλλον αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο μιας συλλογικής, ιστορικής και πολιτιστικής ταυτότητας.Εν κατακλείδι, όσον αφορά στην Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας προτείνουμε οι Εθνικοί της Δρυμοί και οι Υγρότοποί της, (Εθνικός Δρυμός Πίνδου, Εθνικός Δρυμός Πρεσπών, Υγροβιότοπος Λίμνης Καστοριάς), να αποτελέσουν έναν φορέα διαχείρισης, του οποίου οι διαχειριστικές αρμοδιότητες να εκχωρηθούν στην Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας, που είναι και ο φυσικός τους χώρος, με ξεκάθαρους στόχους και οριοθετημένες ευθύνες για την αποτελεσματικότερη και καλύτερη διαχείρισή τους. O Περιφερειάρχης Δυτικής Μακεδονίας Γεώργιος Κ. Δακής