Βλέπετε τα σχόλια που σχετίζονται με την ομάδα λέξεων που επιλέξατε.
 
Αθανάσιος Δάμιαλης
Ένα από τα κατεξοχήν προβλήματα της ερεευνητικής και εκπαιδευτικής διαδικασίας στο ελληνικό πανεπιστήμιο είναι η αθρόα αποφοίτηση πτυχιούχων (ΠΕ, μεταπτυχιακών και διδακτορικών ερευνητών), χωρίς όμως αντίκρυσμα στην αγορά εργασίας και με ελάχιστους συνδέσμους με τον παραγωγικό ιστό της χώρας. Αυτό οφειλεται σε δύο αιτίες: 1) τάση των νέων και των οικογενειών τους για απόκτηση διπλώματος ειδίκευσης (κάθε επιπέδου), με την προσδοκία να ‘μονιμοποιηθούν’ στο δημόσιο τομέα. Συνυπεύθυνος σε αυτή τη λανθασμένη νοοτροπία είναι το πολιτικό σύστημα του παρελθόντος. 2) έλειψη μέριμνας από τα αρμόδια Υπουργεία και από το ελληνικό πανεπιστήμιο για επιλογή και διαλογή των υποψηφίων εκείνων αλλά και των επιστημονικών εκείνων αντικειμένων που συνδέονται άμεσα με τον παραγωγικό ιστό της χώρας και, κυρίως, όταν οι κοινωφελείς επιπτώσεις αυτών είναι μεγάλης κλίμακας. Ως μέτρο σύγκρισης θα μπορύσε να ληφθούν παρόμοιες δράσεις και αντικείμενα σε προηγμένες χώρες του εξωτερικού. Πρέπει να σημειωθεί ότι η σύνδεση του επιστημονικού-εκπαιδευτικού κλάδου με τον παραγωγικό κλάδο και την αγορά εργασίας θα εξαλείψουν φαινόμενα μετανάστευσης (νέων) επιστημόνων στο εξωτερικό. Επίσης, θα αναπτυχθεί ο ιδιωτικός τομέας, δεδομένου μάλιστα ότι ήδη δραστηριοποιούνται επιχειρήσεις (συχνά μικρομεσαίες) και επιστήμονες-ελεύθεροι επαγγελματίες, που διαθέτουν όλη την τεχνογνωσία και την κατάρτιση και εμπειρία, αλλά απλά δεν προβλέπονται διαδικασίες συμμετοχής τους σε ερευνητικές και εκπιδευτικές διαδικασίες. Και αντίστροφα, δεν υπάρχουν τα εργαλεία, κυρίως χρηματοδοτικά, τα οποία θα επιτρέψουν σε τέτοιες επιχειρήσεις είτε να απασχολήσουν είτε να επιμορφώσουν αποφοίτους πανεπιστημίων. Όλα τα παραπάνω συνδέονται και με την καινοτομία και έρευνα στην Ελλάδα, για τα οποία μέχρι και σήμερα δε λαμβανόταν μέριμνα: 1) χρηματοδοτικά εργαλεία αξιοποιούνταν μόνο από μέλη ΔΕΠ (μη δυνατότητα συμμετοχής ως Κύριου Ερευνητή νέων διδακτόρων, επιχειρήσεων με δραστηριότητα σε επιστημονικούς τομείς κλπ), 2) οι όποιες δράσεις καινοτομίας και ειδικά με κοινωφελές και άμεσο αντίκτυπο στην αγορά εργασίας και στο ευρύ κοινό προωθούνταν με ιδιωτική πρωτοβουλία και ύστερα από μεμονωμένες και παροδικές οικονομικές ενισχύσεις. Προτείνεται: 1) να προβλεφθούν συγκεκριμένες δράσεις προώθησης και χρηματοδότησης της έρευνας επιστημόνων (εντός και εκτός του πανεπιστημίου και του εκπαιδευτικού συστήματος) που έχουν διακριθεί παγκοσμίως, δυνατότητα πολύ μεγάλη και άμεσα εφαρμόσιμη δεδομένης της καθιέρωσης των Δράσεων Αριστείας από το Υπουργείο Παιδείας και Δια Βίου Μάθησης. Τέτοιοι διακεκριμένοι επιστήμονες αποτελούν καταρχήν διαφήμιση για τη χώρα, οπότε και δεν πρέπει να περιορίζονται τέτοιες δράσεις ανάδειξης στα στενά εθνικά πλαίσια και στην ‘αποθήκευση’ των ονομάτων σε μια βάση δεδομένων; Ο ρόλος αυτών των ερευνητών-επιστημόνων θα μ,πορούσε να είναι τουλάχιστον συμβουλευτικός στους κατάλληλους δημόσιους φορείς. 2) Μέσω συγκρίσεων και με την υφιστάμενη κατάσταση σε ΑΕΙ του εξωτερικού, μπορούν να προαχθούν διεπιστημονικά αντικείμενα έρευνας τα αοποία θα αυξήσουν το επίπεδο ανταγωνιστικότητας του ελληνικού πανεπιστημίου αλλά και του ιδιωτικού τομέα στη χώρα, καθώς θα παράγονται πλέον καινοτόμα (για την εγχώρια αγορά) και ανταγωνιστικά (για τη διεθνή) προϊόντα και υπηρεσίες, που θα παρέχουν και θέσεις εργασίας σε πολλούς νέους, εξειδιεκευμένους επιστήμονες.
 
 
Αθανάσιος Δάμιαλης
Μέριμνα πρέπει να ληφθεί και για ‘προσωπικό’ των ΕΚ, το οποίο δεν είναι μόνιμο, αλλά ούτε και ανήκει στους φοιτητές. Τέτοιο είναι οι μεταδιδακτορικοί ερευνητές (ΜΕ). Οι συγκεκριμένοι (συχνά μαζί με τους υποψήφιους διδάκτορες), απασχολούνται πλήρως τόσο με το ερευνητικό έργο όσο και με το εκπαιδευτικό (διδασκαλία, επίβλεψη φοιτητών/εργασιών τους), συνήθως μάλιστα αμισθί (ανέκαθεν, πόσο μάλλον κατά την περίοδο της ‘κρίσης’). Δεδομένου ότι η συγκεκριμένη κατηγορία αποτελεί το ‘μέλλον’ του ερευνητικού και εκπαιδευτικού ιστού της χώρας και δεδομένου ότι (τουλάχιστον με το προϋπάρχον σύστημα μακρόχρονων διδαδικασιών διεξαγωγής των διδακτορικών διατριβών στην Ελλάδα) η μέση ηλικία των ‘νέων’ μεταδιδακτορικών ερευνητών είναι 30-40 χρόνια, απαιτείται η συγκεκριμένη πρόβλεψη απασχόλησης της κατηγορίας αυτής του προσωπικού, ώστε: 1) να αξιοποιείται συστηματικά μέρος έστω των διδακτόρων της χώρας και να σταματήσει η αθρόα μετανάστευση σε χώρες του αξωτερικού και άρα και η ολοένα αυξανόμενη αποδυνάμωση του ερευνητικού δυναμικού της Ελλάδας, 2) η επίσημη συμμετοχή των ΜΕ σε διαδικασίες επίβλεψης, διδασκαλίας, έρευνας στο ελληνικό πανεπιστήμιο, μια που έτσι κι αλλιώς η συμμετοχή του ενεργή, αλλά και για να αποδεικνύεται η επαγγελματική και ερευνητική του εμπειρία, κάτι που μέχρι σήμερα εκτεινόταν ως τα όρια των διαπροσωπικών σχέσεων με τα μέλη ΔΕΠ. Σε κάθε αντίθετη ή διαφορετική περίπτωση – όπως γινόταν μέχρι και σήμερα και ανεξάρτητα από την τρέχουσα ‘οικονομική κρίση’ – θα πρέπει να ληφθεί μέριμνα ώστε να αναλάβουν περισσότερες υποχρεώσεις οι εκλεγμένοι καθηγητές, να αυξήσουν το χρόνο απασχόλησής τους για την εκπαιδευτική και ερευνητική διαδιακασία και να εντείνουν τις προς αυτή την κατεύθυνση δραστηριότητές τους, κάτι που μέχρι και σήμερα δε γινόταν, δεδομένου του ‘επικουρικού’ έργου του πάσης φύσεως μη αναγνωρισμένου ‘προσωπικού’.
 
 
Σύλλογος Ερευνητών ΕΚ ‘Αθηνά’
Ε. ΠΡΟΩΘΗΣΗ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΡΕΥΝΑ (Αξιολόγηση ΕΚ)Και το θέμα αυτό φαίνεται να εξαρτάται από τον εσωτερικό κανονισμό των ΕΚ. Η αξιολόγηση αφορά αποκλειστικά και μόνο τα ΕΚ που εποπτεύονται από τη ΓΓΕΤ με την προσθήκη της Ακαδημίας Αθηνών. Δεν αναφέρονται καθόλου τα άλλα ΕΚ. Συμπληρωματικά παρατηρείται το παράδοξο η ΓΓΕΤ να εποπτεύει και να αξιολογεί.Δεν είμαστε αντίθετοι στις αξιολογήσεις και θεωρούμε ότι πρέπει να γίνονται σε τακτά χρονικά διαστήματα. Ωστόσο, δεν καθορίζονται σαφή και ξεκάθαρα κριτήρια αξιολόγησης, γεγονός που καταργεί κάθε στοιχειώδη διαφάνεια και αντικειμενικότητα.Το νόημα μιας ουσιαστικής αξιολόγησης έγκειται στη συμβολή της στον εντοπισμό “ασθενειών” και στη “θεραπεία” τους, οδηγώντας τα ΕΚ σε αναπτυξιακές ατραπούς μέσα από τη μεταβολή, διόρθωση ή και τον επανακαθορισμό του αναπτυξιακού τους πλάνου. Ως τέτοια, η ουσιαστική αξιολόγηση απαιτεί σταθερούς κανόνες, σαφή κριτήρια, υψηλού επιπέδου κριτές, σαφείς διαδικασίες, σε τακτά διαστήματα σε συμφωνία με το πέρας του επιχειρησιακού τους σχεδίου. Αντίθετα στο κείμενο που τέθηκε στη δημόσια διαβούλευση από το Υπουργείο Παιδείας τίποτε από αυτά δεν καθορίζεται, ούτε καν αναφέρεται, ενώ για όλα θα υπάρχει απάντηση στον εκάστοτε εσωτερικό κανονισμό, οδηγώντας σε πραγματική υποβάθμιση του ρόλου της αξιολόγησης.
 
 
Ευάγγελος Αχιλλόπουλος
Η καταγραφή των υποδομών είναι μια εξαιρετικά σημαντική εργασία και εξαιρετικά απαραίτητη όχι μόνο για τους ερευνητές αλλά και για τις επιχειρήσεις. Αν γνωρίζουμε τις υποδομές, τον εξοπλισμό, τα όργανα μέτρησης και τα εργαλεία που είναι διαθέσιμα στα ερευνητικά κέντρα αυτό από μόνο του μπορεί να αποτελέσει ένα επιπλέων έσοδο από την χρήση αυτών των πόρων από τις επιχειρήσεις. Για να γίνει εφικτό αυτό χρειάζεται να καταγράφονται μια σειρά από στοιχεία αυτών των υποδομών και να αναρτούνται σε ένα ειδικό portal. 1. Ότι έχει αποφασιστεί από την ΓΓΕΤ συν,2. Αναλυτικές τεχνικές προδιαγραφές3. Φωτογραφίες του εργαστήριου ή του εξοπλισμού4. Υπεύθυνος ή και χειριστής(ες)5. Τηλέφωνο επικοινωνίας και email6. Κόστος χρήσης ανά, ώρα, βάρδια, ημέρα, εβδομάδα, μήνα.7. Οροί χρήσης,8. Διαδικασία δέσμευσης χρόνου ή αίτησης χρήσης9. Τρόπος πληρωμής Αν επιπλέων τα δεδομένα αυτά της database είναι σε κάποια ανοιχτή δομή θα διευκολυνθεί η διασπορά της πληροφορίας σε τρίτες βάσεις δεδομένων. Τέλος αν οι τιμές αντανακλούν αποκλειστικά το κόστος και από αυτό ένα ποσό να παρέχετε ως μπόνους στον άμεσα εμπλεκόμενο τεχνικό που θα το χειρίζεται, αυτό θα αποτελέσει και μια μορφή προώθησης της επαφής των εργαστηρίων με τον παραγωγικό ιστό της χώρας.
 
 
Δρ. Αικατερίνη Παζιώνη-Καλλή
Με τη συμμετοχή μου στη διαβούλευση, με αφορμή το Άρθρο 02: ΕΘΝΙΚΟ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΕΡΕΥΝΑΣ , θα ήθελα να καταθέσω τις ακόλουθες προτάσεις, προσδοκώντας την ανάπτυξη/αξιοποίηση του ερευνητικού δυναμικού από τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, δίκαιη ενσωμάτωση και πραγματική ισότητα.Προτάσεις:1. Δημιουργία βάσης δεδομένων στο Υπουργείο Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, με καλές πρακτικές έρευνας, ανά θεματική κατηγορία/επιστημονικό πεδίο.2. Δημιουργία βάσης δεδομένων από το ΥΠΔΒΜΘ, με τους/τις ερευνητές-τριες που δρουν στον Ελληνικό χώρο.3. Καταγραφή επιστημονικών περιοδικών που προωθούν την έρευνα, ανά επιστημονικό πεδίο και θεματικές κατηγορίες.4. Έγκαιρη «ανοικτή» πρόσκληση για συμμετοχή εμπειρογνωμόνων/ερευνητών, σε ερευνητικά έργα του Δημόσιου τομέα, προκειμένου να προσέρχονται άτομα από ποικίλα εργασιακά περιβάλλοντα.5. Συνεχή επιμόρφωση ερευνητών, στα πλαίσια Εθνικά οργανωμένων (ανοικτών) σεμιναρίων / εναρμόνιση με Ευρωπαϊκές και Διεθνείς πολιτικές.6. Ειδικές δράσεις για τις γυναίκες-ερευνήτριες του ευρύτερου δημόσιου τομέα με διοργάνωση σεμιναρίων/συνεδρίων/συναντήσεων, ανά επιστημονικό πεδίο και θεματικές κατηγορίες.7. Θεσμοθετημένη διευκόλυνση των ερευνητών-τριών που εργάζονται σε άλλες υπηρεσίες του ευρύτερου δημοσίου – πλην του ερευνητικού τομέα – προκειμένου να συμμετάσχουν σε οργανωμένες επιστημονικές/ερευνητικές δράσεις της Πολιτείας και σε άλλα Ευρωπαϊκά ερευνητικά έργα.8. Θεσμοθετημένη δημιουργία Ερευνητικών Κέντρων στους ΟΤΑ, για την προαγωγή της κοινωνικής έρευνας – βασικής & εφαρμοσμένης – προκειμένου να σχεδιάζονται άριστες πολιτικές και να διανέμονται με αξιόπιστα κριτήρια οι αντίστοιχοι ευρωπαϊκοί οικονομικοί πόροι.9. Ανάπτυξη συνεργασιών μεταξύ εξειδικευμένου στελεχιακού δυναμικού των ΟΤΑ – Ερευνητικών Κέντρων – Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, για την προώθηση της εφαρμοσμένης έρευνας και καλών εκπαιδευτικών πρακτικών, σε τοπικό επίπεδο.10. Αξιοποίηση ερευνητικού δυναμικού – με τη διασφάλιση ποιότητας δεξιοτήτων/ερευνητικών γνώσεων – από άλλους εργασιακούς χώρους (πλην των αμιγώς ερευνητικών κέντρων) του ευρύτερου δημόσιου τομέα.11. Θεσμοθέτηση και προαγωγή – επί της ουσίας – των αρχών που προβλέπονται στη «Ευρωπαϊκή Χάρτα του ερευνητή» (Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, 11-3-2005), για την προώθηση της αριστείας στην έρευνα, στα πλαίσια του ευρύτερου δημόσιου τομέα.