Βλέπετε τα σχόλια που σχετίζονται με την ομάδα λέξεων που επιλέξατε.
 
Σύλλογος Ερευνητικού Προσωπικού Ακαδημίας Αθηνών (ΣΕΠΑΑ)
Η αξιοποίηση και η διαχείριση των ερευνητικών αποτελεσμάτων των ΕΚ από το Γραφείο Μεταφοράς Τεχνογνωσίας και Αξιοποίησης Ερευνητικών Αποτελεσμάτων των ΕΚ θα πρέπει να γίνεται μόνο με τη σύμφωνη γνώμη των ΕΚ και των εμπλεκομένων ερευνητών και μόνο για τα προγράμματα που χρηματοδοτούνται από τον δημόσιο τομέα. Σημειώνουμε ότι η Ακαδημία Αθηνών επιτελεί κατά κύριο λόγο βασική έρευνα, και η βασική έρευνα έχει ως πρωταρχικό κίνητρο την παραγωγή νέας γνώσης, και δεν αποσκοπεί στην εμπορική αξιοποίηση της γνώσης αυτής.
 
 
ΕΝΙΑΙΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΣΥΜΒΑΣΙΟΥΧΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΣΤΗ ΓΓΕΤ
Ο Σύλλογός μας διαμαρτύρεται για την ανάρτηση Σχεδίου Νόμου κατ’ άρθρο στις 29 Ιανουαρίου 2012 ενώ η διαβούλευση έληγε στις 30 Ιανουαρίου επί συνοπτικών Άρθρων, του ίδιου Σχεδίου Νόμου. Παρά την πρόθεση μας για συμμετοχή στη Διαβούλευση αυτή, θεωρούμε ότι η παράταση δεν ήταν αρκετή ώστε να εκφράσουμε εμπεριστατωμένα σχόλια μας επί του νέου κειμένου. Επομένως, με τη συμμετοχή μας, περιοριζόμαστε στο σχολιασμό των αρχικών Άρθρων με την ελπίδα ότι δεν υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές μεταξύ των δύο κειμένων, γεγονός που θα εξέθετε ακόμα περισσότερο τη διαδικασία της διαβούλευσης. Ζητήματα Προσωπικού Το κείμενο καταλήγει με αναφορά στις Μεταβατικές Διατάξεις και στη διαβούλευση που θα ακολουθούσε την παρούσα. Ο Σύλλογός μας εκφράζει τη διαμαρτυρία του για το ότι δεν έχει γίνει τίποτα μέχρι σήμερα προς αυτήν την κατεύθυνση και κυρίως για το γεγονός ότι το κείμενο των Μεταβατικών Διατάξεων δεν έχει γίνει ακόμη γνωστό. Πέρα από τη διαπίστωση ότι οι διατάξεις αυτές θα βοηθήσουν στην ομαλή μετάβαση στις νέες συνθήκες, θεωρούμε ότι πρέπει να προβλεφθεί μια επιπλέον μεταβατική διάταξη με αντικείμενο τα ζητήματα προσωπικού της ΓΓΕΤ. Πιο συγκεκριμένα, περίπου το 1/3 των εργαζομένων στη ΓΓΕΤ συνδέεται εργασιακά όχι με την ίδια αλλά με τα Ε.Κ. τα οποία επόπτευε και από τα οποία έχουν αποσπαστεί σε αυτήν. Το φαινόμενο αυτό υφίσταται για πάνω από 20 χρόνια και αφορά εργαζομένους με προσόντα και κυρίως εμπειρία και προσφορά στο έργο της ΓΓΕΤ. Λύση στην εργασιακή αβεβαιότητα τους είναι η πρόβλεψη Μεταβατικής Διάταξης που να εξασφαλίζει τη δημιουργία προσωποπαγών θέσεων στη ΓΓΕΤ. Με βάση το γεγονός ότι το Σχέδιο Νόμου υποστηρίζει τις αρμοδιότητες και κυρίως το ρόλο της ΓΓΕΤ στο σύστημα διαχείρισης της έρευνας, η άποψη του Συλλόγου μας είναι ότι το παραπάνω μπορεί να υλοποιηθεί με την εργασιακή εξασφάλιση του συνόλου των εργαζομένων στη ΓΓΕΤ και στη συνέχεια την ενίσχυση της, αν αυτό κριθεί απαραίτητο. Ο Σύλλογός μας είναι στη διάθεση της πολιτικής ηγεσίας αλλά και των εκπροσώπων των Κομμάτων της Βουλής για διευκρινίσεις και την υποστήριξη της θέσης του και θα συνεχίσει την προώθηση των δίκαιων αιτημάτων του. Σε σχέση με τα ζητήματα προσωπικού των Ε.Κ., ο Σύλλογός μας παραθέτει τις παρακάτω παρατηρήσεις: • Οι Ειδικοί Λειτουργικοί Επιστήμονες είχαν σύμφωνα με τον προηγούμενο σε ισχύ νόμο, συγκεκριμένο ρόλο στη λειτουργία ενός Ε.Κ., ο οποίος μάλιστα έχει να κάνει εκτός των άλλων με τη διευκόλυνση της διαδικασίας εξεύρεσης επιπλέον χρηματοδοτικών πόρων και εργαλείων, τη διαδσύνδεση με τους παραγωγικούς φορείς και την υποβοήθηση γενικότερα του ερευνητικού έργου. Σε μια εποχή που η δημόσια χρηματοδότηση συνεχώς μειώνεται και η καινοτομία και η μεταφορά τεχνολογίας προς την αγορά είναι το ζητόυμενο, πιστεύουμε ότι είναι λάθος η κατάργηση του θεσμού των ΕΛΕ.• Σε περίπτωση κατάργησης, πρέπει να διασφαλίζονται οι θέσεις των εργαζομένων στα Ε.Κ. Οποιοδήποτε σημείο το αμφισβητεί μας βρίσκει αντίθετους. Για παράδειγμα, καταργούνται οι θέσεις ΕΛΕ και προβλέπεται ανοιχτή διαδικασία για κρίση σε θέσεις ερευνητών. Θεωρούμε ότι θα πρέπει να αποφασίσουν οι ίδιοι για παραμονή ή εξέλιξη και ότι ειδικά αν τελικά καταργηθούν οι θέσεις τους θα πρέπει τουλάχιστον να κριθούν για προσωποπαγή θέση στη βαθμίδα (σ.σ. και όχι με ανοιχτή διαδικασία).• Συμφωνούμε με τον καθορισμό αυστηρών και αντικειμενικών οικονομικών κινήτρων αλλά μόνο μέχρι ενός ορίου. Δεν είναι δυνατό ακόμα και στην περίπτωση που εφαρμοστεί ένα δίκαιο και αντικειμενικό σύστημα να υπάρχουν χαώδεις διαφορές στις οικονομικές απολαβές των ερευνητών.
 
 
ΕΝΙΑΙΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΣΥΜΒΑΣΙΟΥΧΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΣΤΗ ΓΓΕΤ
Ο Σύλλογός μας διαμαρτύρεται για την ανάρτηση Σχεδίου Νόμου κατ’ άρθρο στις 29 Ιανουαρίου 2012 ενώ η διαβούλευση έληγε στις 30 Ιανουαρίου επί συνοπτικών Άρθρων, του ίδιου Σχεδίου Νόμου. Παρά την πρόθεση μας για συμμετοχή στη Διαβούλευση αυτή, θεωρούμε ότι η παράταση δεν ήταν αρκετή ώστε να εκφράσουμε εμπεριστατωμένα σχόλια μας επί του νέου κειμένου. Επομένως, με τη συμμετοχή μας, περιοριζόμαστε στο σχολιασμό των αρχικών Άρθρων με την ελπίδα ότι δεν υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές μεταξύ των δύο κειμένων, γεγονός που θα εξέθετε ακόμα περισσότερο τη διαδικασία της διαβούλευσης. Εθνικό Στρατηγικό Πλαίσιο Έρευνας & Καινοτομίας (ΕΣΠΕΚ) Ένα Πρόγραμμα – Πλαίσιο όπως περιγράφεται στους στόχους του Άρθρου κρίνεται ως αναγκαίο και συμφωνούμε απολύτως με τη δημιουργία του. Σύμφωνα και με το σχόλιο του προηγούμενου Άρθρου, θεωρούμε ότι δεν είναι δυνατό το βασικό εργαλείο εθνικού στρατηγικού προγραμματισμού να καταρτίζεται από μια επιστημονική “επιτροπή σοφών” με την υποστήριξη του αρμόδιου δημόσιου φορέα (ΓΓΕΤ). Προτείνουμε να συμβαίνει το αντίθετο: η κατάρτιση να ανήκει στην αρμοδιότητα του αρμόδιου δημόσιου φορέα ο οποίος έχει την – πολιτική – ευθύνη του σχεδιασμού στρατηγικής έρευνας ενώ καθαρά συμβουλευτικό ρόλο μπορεί να παίζει το ΕΣΕΤΕΚ. Συμφωνούμε με τη θεσμοθέτηση της χρηματοδότησης της έρευνας, της ενιαίας διαδικασίας αξιολόγησης προτάσεων και της ενιαίας καταγραφής και παρακολούθησης όλων των έργων ΕΤΑΚ. Προτείνουμε τον σαφή ορισμό της ευθύνης και του συντονισμού της ΓΓΕΤ σε σχέση με τη διαδικασία αξιολόγησης προτάσεων ΕΤΑΚ. Πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στη διαδικασία αναθεώρησης του ΕΣΠΕΚ. Η εισήγηση θα πρέπει να προέρχεται από τη ΓΓΕΤ και το Υπουργείο μετά από συγκεκριμένη διαδικασία αναθεώρησης του Προγράμματος με βάση τις ετήσιες εκθέσεις προόδου και την πενταετή απολογιστική έκθεση η οποία θα προβλέπει εισηγήσεις και αξιολόγησή τους. Τέλος, η πρόβλεψη σε νόμο χρηματικών βραβείων για ερευνητές που “συμβάλλουν” στην υλοποίηση των στόχων του ΕΣΠΕΚ κρίνεται ως υποτιμητική του ρόλου και της προσφοράς της έρευνας και προτείνεται να απαλειφθεί.
 
 
Περιφερειακό Όργανο για την Καινοτομία, Έρευνα και Τοπική Ανάπτυξη Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας
ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟΥ ΟΡΓΑΝΟΥ ΔΙΑΣΥΝΔΕΣΗΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΩΝ ΑΤΕΙ ΚΑΙ ΑΚΑΔΗΜΑΙΚΩΝ – ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑ ΕΡΕΥΝΑ ΚΑΙ ΤΟΠΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑΣ (ΕΤΑΚ) Το Περιφερειακό Όργανο διασύνδεσης Πανεπιστημίων, ΑΤΕΙ και Ακαδημαικών – Ερευνητικών Ιδρυμάτων με την καινοτομία, έρευνα και τοπική ανάπτυξη της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας συνήλθε την 19η Ιανουαρίου 2012 και συζήτησε διεξοδικά το νέο σχέδιο νόμου για την Έρευνα. Το Περιφερειακό Όργανο θεωρεί ότι το σχέδιο νόμου περιέχει μια σειρά ευεργετικών διατάξεων που θα δώσουν νέα ώθηση στην έρευνα και καινοτομία στη χώρα μας. Τέτοιες διατάξεις είναι η θέσπιση ενός Εθνικού Στρατηγικού Πλαισίου Έρευνας και Καινοτομίας (ΕΣΠΕΚ) με ορίζοντα 5ετίας, η λειτουργική ενοποίηση του χώρου έρευνας με τη σύνδεση των Ερευνητικών Κέντρων με τα ΑΕΙ της χώρας και η θέσπιση της δυνατότητας μετακινήσεων προσωπικού μεταξύ των ερευνητικών φορέων και των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην έρευνα.Σχετικά με την ενότητα «Οργάνωση, Διοίκηση και Εποπτεία των Ερευνητικών Κέντρων», το Περιφερειακό Όργανο θα ήθελε να εκφράσει την ισχυρή αντίθεση του στην επιχειρούμενη αποδυνάμωση των ερευνητικών ινστιτούτων που δρουν στα πλαίσια περιφερειακών ερευνητικών κέντρων όπως το ΕΙΧΗΜΥΘ (ΙΤΕ) και το ΙΝΒΙΣ (ΑΘΗΝΑ) στην Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας. Τα ινστιτούτα αυτά με το υφιστάμενο καθεστώς διαθέτουν αυτοτέλεια και αυτονομία ενώ συνεργάζονται αρμονικά με τα άλλα ινστιτούτα στα πλαίσια των προαναφερθέντων περιφερειακών ερευνητικών κέντρων. Στο υπό διαβούλευση σχέδιο νόμου:1. Δεν κατοχυρώνεται με σαφήνεια η αυτοδίκαιη και αναγκαία συμμετοχή των Διευθυντών των Ινστιτούτων στα Διοικητικά Συμβούλια των ΕΚ. Η εκπροσώπηση των περιφερειακών ινστιτούτων στα ΔΣ μέσω τρίτων θα δημιουργήσει εκτός των άλλων σοβαρά προβλήματα λειτουργίας των ΕΚ. Επίσης η επιχειρούμενη «κυλιόμενη» εκπροσώπηση των Διευθυντών Ινστιτούτων από άλλους Διευθυντές, ιδιαίτερα στην περίπτωση πολυθεματικών Ινστιτούτων θα οδηγήσει σε υποβάθμιση του ρόλου των ινστιτούτων πολλά εκ των οποίων έχουν πρωτεύσει σε προγενέστερες αξιολογήσεις.2. Η θέσπιση της θέσης ενός Γενικού Διευθυντή ο οποίος επικουρεί το ΔΣ σε διοικητικά και οικονομικά ζητήματα είναι γενικά θετική. Όμως οι κατά τόπους Διευθυντές των Ινστιτούτων θα πρέπει να εξακολουθήσουν να εποπτεύουν το προσωπικό και να διαχειρίζονται τα οικονομικά των ινστιτούτων τους κάτω από την εποπτεία του ΔΣ του ΕΚ. Είναι πρακτικά αδύνατο ο Γενικός Διευθυντής να εποπτεύει και να διαχειρίζεται μακρόθεν την καθημερινή οικονομική δραστηριότητα ενός αποκεντρωμένου ινστιτούτου που δρα στα πλαίσια ενός ΕΚ.3. Απουσιάζουν ρυθμίσεις που να αναφέρονται στην οργάνωση και θεσμική-οικονομική υποστήριξη της Πανεπιστημιακής Έρευνας, που κατέχει πρωτεύουσα θέση στην παραγωγή ερευνητικού έργου, νέων ερευνητών και καινοτομίας.Συμπερασματικά θεωρούμε ότι πρέπει να γίνουν σημαντικές αλλαγές στο σχέδιο νόμου ώστε να μη διαταραχθεί αναίτια η λειτουργία των ερευνητικών κέντρων και να δοθεί έμφαση σε θέματα που θα βελτιώσουν την έρευνα όπως- πέραν των θετικών που ήδη αναφέρονται στο σχέδιο- είναι η επιλογή διευθυντών με καταξίωση στην έρευνα και διοίκηση, η συνεχής αξιολόγηση με κίνητρα για την ενίσχυση της αριστείας, η θεσμοθέτηση του κατάλληλου σχήματος για την αξιολόγηση των προτάσεων, η νομοθετική δέσμευση για την ετήσια αύξηση της πενιχρής εθνικής χρηματοδότησης (0,58% του Α.Ε.Π. το 2011) και την περιοδική, χωρίς χρονικά κενά καταβολή της (δεδομένου ότι τα χρονικά κενά στην χρηματοδότηση της έρευνας επηρεάζουν εξαιρετικά αρνητικά την εκπόνηση του ερευνητικού έργου που πρέπει να εκτελείται συνεχώς και απρόσκοπτα), η ενίσχυση του ρόλου των Ερευνητών και φυσικά η ενίσχυση των περιφερειακών ιδρυμάτων που έτσι κι αλλιώς είναι και στόχος της τρέχουσας Ευρωπαϊκής πολιτικής. Εκ μέρους του Περιφερειακού Οργάνου, Δημήτριος Δουγένης, Καθηγητής Ιατρικής Παν/μίου Πατρών
 
 
Μανώλης Γεωργούλης, Σπύρος Βασιλάκος, Ηλίας Βαγενάς
Το προσχέδιο αναφέρει γενικά ότι σκοπός και ευχή είναι η εξομοίωση των ερευνητών με τα μέλη ΔΕΠ των ΑΕΙ. Μετά από ανάγνωση του κειμένου, όμως, θεωρούμε ότι βαίνει προς την αντίθετη κατεύθυνση και συγκεκριμένα προς την υποβάθμιση και τελική απαξίωση του ερευνητικού έργου που επιτελείται στην Ελλάδα. Ενδεικτικά σταχυολογούμε μερικά βασικά σημεία, ως εξής: Εργασιακό καθεστώς ερευνητών:Με το παρόν προσχέδιο προτείνεται να μετατραπεί το νομικό καθεστώς των ερευνητών Α’ και Β’ βαθμίδας σε ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ενώ των ερευνητών Γ’ βαθμίδας σε συμβασιούχου ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου. Το μέχρι τώρα καθεστώς (το οποίο παραμένει ως έχει για τα μέλη ΔΕΠ των ΑΕΙ) είναι ότι οι ερευνητές Α’ και Β’ είναι μόνιμοι υπάλληλοι δημοσίου δικαίου και ο ερευνητής Γ’ είναι επί θητεία υπάλληλος δημοσίου δικαίου. Οι παραπάνω νομικοί όροι ουσιαστικά υποδηλώνουν ότι οι ερευνητές Α’ και Β’ εξισώνονται νομικά με υπαλλήλους των ΔΕΚΟ (π.χ. οδηγοί της ΕΘΕΛ, υπάλληλοι της ΔΕΗ, κτλ.) ο δε ερευνητής Γ’ εξισώνεται νομικά με συμβασιούχο των ΟΤΑ (Δήμων κτλ.). Υπό τις παρούσες οικονομικές συνθήκες οι ερευνητές γίνονται το πιο ευάλωτο κομμάτι της επιστημονικής κοινότητας σε αντίθεση με τους πανεπιστημιακούς, οι οποίοι διατηρούν τη μονιμότητά τους χωρίς εξωτερική αξιολόγηση σε προσωπικό επίπεδο. Σε καμία περίπτωση δεν είμαστε υπέρ της δημοσιοϋπαλληλικής μονιμότητας, αλλά προτείνουμε τη μονιμότητα επί τη βάσει εξωτερικής αξιολόγησης, υπερβαίνοντας σε αυτό το σημείο ακόμα και τα ισχύοντα για τους πανεπιστημιακούς. Εδώ προτείνουμε υποβιβασμό του ερευνητή σε κατώτερη βαθμίδα σε περίπτωση παρατεταμένης απουσίας ποιοτικής ερευνητικής δραστηριότητας με βάση τα διεθνή κριτήρια. Στην τελευταία περίπτωση, θα μπορούσε ο όποιος ερευνητής να αιτηθεί μετάταξης στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Κάτι τέτοιο, άλλωστε, ισχύει ήδη για τους ερευνητές Γ’. Ζητήματα προσωπικού:Το προσχέδιο δικαιολογεί την αύξηση της παραμονής ερευνητών σε αντίστοιχες βαθμίδες με τη φράση «για να αποφευχθεί ο συνωστισμός στις ανώτερες βαθμίδες». Αυτή παραπέμπει σε παρωχημένες δημοσιοϋπαλληλικές νοοτροπίες. Συγκεκριμένα, η θητεία του ερευνητή Γ’ παρατείνεται στα έξι (6) χρόνια αντί για την ως τώρα ισχύουσα περίοδο των τριών (3) ετών χωρίς δυνατότητα εξέλιξης και αξιολόγησης του έργου του. Προτείνουμε:– Ο ερευνητής Γ’ να μπορεί να ζητήσει εξέλιξη μετά από τρία (3) χρόνια παραμονής στη βαθμίδα επί τη βάσει εξωτερικής αξιολόγησης (ό,τι δηλαδή ισχύει σε ΑΕΙ και ΤΕΙ για τους επίκουρους καθηγητές).– Για τους ερευνητές Β’ να ισχύσει ό,τι ισχύει για τους αναπληρωτές καθηγητές των ΑΕΙ και ΤΕΙ, επί τη βάσει εξωτερικής αξιολόγησης. Κλείνουμε με την ευχή ότι οι παραπάνω απόψεις (ή έστω κάποιες από αυτές) θα αντανακλούν τελικά ένα τροποποιημένο κείμενο του παρόντος προσχεδίου. Όλοι κατανοούν ότι αν οι παραπάνω προτεινόμενες διατάξεις τελικά ισχύσουν, αφαιρώντας κατ’ ουσία τα όποια ηθικά κίνητρα (δεχόμαστε ότι οικονομικά κίνητρα σε μια τέτοια περίοδο για τη χώρα είναι ενδεχομένως μη πραγματοποιήσιμα, αν και το οικονομικό κόστος εξομοίωσης ερευνητών με πανεπιστημιακούς είναι μικρό) για την πραγματοποίηση έρευνας αριστείας, θα εξωθήσουν το πιο παραγωγικό και εξωστρεφές κομμάτι του ελληνικού ερευνητικού ιστού είτε στην επιδίωξη για μια θέση σε ΑΕΙ, είτε στην έξοδο από την έρευνα, είτε τελικά στην αναζήτηση θέσης σε ιδρύματα του εξωτερικού, με προφανές αντίκτυπο για την πορεία της πρωτότυπης έρευνας στην Ελλάδα.