Βλέπετε τα σχόλια που σχετίζονται με την ομάδα λέξεων που επιλέξατε.
 
Παπαγεωργιάδου Χαρίκλεια
Τα Ινστιτούτα του ΕΙΕ υπακούοντας στις επιταγές του Υπουργείου και ανταποκρινόμενα στις ανάγκες της χώρας προέβησαν αυτοβούλως στη μεταξύ τους συγχώνευση, απεμπολώντας, μεταξύ άλλων, και το «ιστορικό» τους όνομα με το οποίο ήταν γνωστά στη διεθνή επιστημονική κοινότητα. Παρόλα αυτά οι ερευνητές του ΕΙΕ βρίσκονται σήμερα στη δυσάρεστη θέση να υφίστανται την άνιση μεταχείριση έναντι του ΕΚΚΕ, το οποίο εντάσσεται στο ΕΙΕ χαίροντας εξαιρετικών προνομιών σε σχέση με τα υπάρχοντα Ινστιτούτα.1. Αλλοιώνεται ο τίτλος του ΕΙΕ,στον οποίο επεξηγματικά παρατίθενται τα επιστημονικά πεδία που το απαρτίζουν-τακτική άγνωστη μέχρι τώρα και επιβληθείσα από την ένταξη του ΕΚΚΕ. Και είναι απορίας άξιο πώς ένα Ίδρυμα Ερευνών μετά την παύλα μετουσιώνεται και ουσιαστικά υποβιβάζεται σε Κέντρο Μελετών. ΄Η το ένα θα είναι ή το άλλο. Αν δεν χρειαζόμαστε ως χώρα Εθνικό Ιδρυμα Ερευνών ας έχουν οι κρατούντες το θάρρος και την πολιτική τόλμη να το καταργήσουν, σε μια εποχή μάλιστα κατά την οποία πανθομολογείται ο ρόλος της έρευνας ως μοχλός ανάπτυξης.2. Η προνομιακή εκπροσώπηση του ΕΚΚΕ στο ΔΣ συνιστά παραβίαση κάθε σχέσης ισοτιμίας μεταξύ των Ινστιτούτων, εκτός αν προβλέπται κάποιου είδους αυτοτέλειά του σε αντιδιαστολή με την πράξη ένταξής του στο ΕΙΕ.Εν συντομία, οι παράγραφοι 2 και 4 βρίσκονται σε πλήρη αντιδιαστολή με την εισαγωγική παρ. 1, εφόσον η ένταξη του ΕΚΚΕ στο ΕΙΕ ως Ινστιτούτο δεν δικαιολογεί τους προνομιακούς όρους με τους οποίους γίνεται αυτή και θίγει κατάφωρα την αρχή τις ισοτιμίας με τα άλλα Ινστιτούτα.Παράλληλα, τα υπάρχοντα Ινστιτούτα του ΕΙΕ καλούνται να συναινέσουν στη νέα αυτή συγχώνευση σε ένα θολό τοπίο όσον αφορά στις οικονομικές παραμέτρους της (μισθοδοσία αυξημένου προσωπικού, κάλυψη λειτουργικών αναγκών κλ.π.) για τις οποίες δεν λαμβάνεται καμμία πρόνοια, και τις οποίες επωμίζεται το ΕΙΕ ως φορέας υποδοχής.Εν κατακλείδι, αν η πολιτεία θεωρεί ότι τελικά χρειάζεται ένα ακόμα εσωστρεφές και μίζερο Κέντρο Θετικών, Ιστορικών και Κοινωνικών Επιστημών δικαιούται να το πράξει, ας αναλογιστεί όμως και τις συνέπειες, και σε διεθνές επίπεδο, και ας αναλάβει τις ευθύνες της για την κατάργηση ενός Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών.
 
 
Βασιλική Βλυσίδου
Πρόκειται για μια ακόμη προσπάθεια απαξίωσης της έρευνας, της παραγωγής νέας γνώσης, που είναι σύμφυτη με την παιδεία και την υγεία ενός λαού. Χωρίς τα αγαθά αυτά, η κοινωνία οδηγείται νομοτελειακά στο μαρασμό, στον αργό θάνατο.Το σχέδιο συγχώνευσης του ΕΚΚΕ με το ΕΙΕ δημιουργεί πάμπολλα (θεσμικά, διοικητικά κ.ά.) προβλήματα στους δύο Ερευνητικούς Φορείς και αποτελεί μνημείο προχειρότητας και γραφειοκρατικής μικρόνοιας. Ενώ π.χ. ο συντάκτης ασχολείται λεπτομερώς με την απρόσκοπτη συνέχιση των εκκρεμών δικών του ΕΚΚΕ ή την απογραφή των κινητών και ακίνητων περιουσιακών στοιχείων του (5 β-γ), «παραλείπει» να αναφερθεί σαφώς στις οικονομικές παραμέτρους του θέματος (μισθοδοσία προσωπικού, λειτουργικές δαπάνες κ.ά). Σπεύδοντας να καταγγείλει τη μίσθωση του ακινήτου του ΕΚΚΕ και αναθέτοντας τη συνέχισή της στο ΔΣ του ΕΙΕ (5 στ), μήπως ο συντάκτης διανοείται ότι κάτι τέτοιο είναι δυνατόν να καλυφθεί από τον ελλειμματικό προϋπολογισμό του ΕΙΕ ή ότι το ΕΚΚΕ μπορεί να στεγαστεί στο ΕΙΕ; Τον διαβεβαιώνουμε ότι δεν γίνεται τίποτε από τα δύο.Βασιλική ΒλυσίδουΔιευθύντρια ΕρευνώνΤμήμα Βυζαντινών Ερευνών / ΕΙΕ
 
 
Μαρία Κετσετζοπούλου
Σε μια γνωστή εφημερίδα έγραφε πρόσφατα ότι ‘όταν μια χώρα απειλείται ταυτόχρονα από οικονομική, κοινωνική και εθνική καταστροφή, με έναν τρόπο μπορεί να αντισταθεί: Αν διαθέτει πνευματική και επιχειρηματική ελίτ, πολιτικό σύστημα και κοινωνία που μπορούν να αντέξουν, προς του κοινό τους συμφέρον, το βάρος μιας, έστω πρόσκαιρης, συμμαχίας… αν αυτοί οι τρείς παράγοντες θεωρούν την ύπαρξή τους συνδεδεμένη με την επιβίωση της χώρας στο σύνολό της’. Αν υποθέσουμε ότι η παραπάνω άποψη κρύβει μια δόση αλήθειας, αναρωτιέται εύλογα κανείς στην κρίσιμη αυτή εποχή σε τι αποσκοπεί, τι ακριβώς εξυπηρετεί η προβλεπόμενη κατάργηση/ συγχώνευση του ΕΚΚΕ, του μοναδικού δημόσιου κέντρου για κοινωνική έρευνα, και μάλιστα χωρίς κανένα (τεκμηριωμένο) οικονομικό και κοινωνικό όφελος, με μια πράξη, όπως αναφέρεται ήδη από πολλούς, αντισυνταγματική, πρόχειρη, αποσπασματική, επιστημονικά ατεκμηρίωτη… Από πολλούς αναφέρεται επίσης, η ανάγκη για την προστασία του δημόσιου, ανεξάρτητου χαρακτήρα της έρευνας και ειδικότερα, της κοινωνικής έρευνας, σε μια εποχή όπου τα κοινωνικά προβλήματα οξύνονται. Αυτό που θα μπορούσε να προσθέσει κανείς είναι ότι σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες λειτουργούν ανεξάρτητα επιστημονικά κέντρα για κοινωνική έρευνα. Αξίζει να αναφερθούμε στην Βουλγαρία, μιά που η κατάσταση στη χώρα αυτή τελευταία συχνά συσχετίζεται με τις εξελίξεις στη χώρα μας. Παρά λοιπόν τις σημαντικές οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές τις τελευταίες δεκαετίες στη Βουλγαρία, πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα (περιλαμβανομένου και του Εθνικού Ινστιτούτου Κοινωνιολογίας) διατηρούν το δημόσιο χαρακτήρα τους και λειτουργούν στο πλαίσιο μιας Ανεξάρτητης Δημόσιας Ακαδημίας της επιστήμης. Το συγκεκριμένο νομοσχέδιο, όπως αυτό κατατέθηκε για διαβούλευση, προφανώς δεν αποσκοπεί σε επιστημονικά τεκμηριωμένο και συνολικό σχεδιασμό για τον ερευνητικό ιστό και την ερευνητική στρατηγική της Ελλάδας, όπως ο νόμος ορίζει. Ειδικότερα, το άρθρο 9 που αντισυνταγματικά και αποσπασματικά προβλέπει την κατάργηση/ συγχώνευση του ΕΚΚΕ, θα αποτελέσει μια ‘συμβολή’ στην υποβάθμιση και συρρίκνωση της έρευνας και του ερευνητικού ιστού της χώρας και είναι σαφές ότι επιβάλλεται η άμεση απόσυρσή του.Μαρία Κετσετζοπούλου, Δ/ντρια Ερευνών, ΕΚΚΕ
 
 
Αριστοτέλης Χατζηιωάννου
Η προτεινόμενη από την Ελληνική πολιτεία και τα όργανα της συγχώνευση ΕΚΚΕ- ΕΙΕ αποτελεί μνημείο ασυγχώρητης θεσμικής προχειρότητας, αυτοχειριαστικής διάθεσης ως προς τον δημόσιο χαρακτήρα της αποστολής των 2 φορέων και το διεθνώς αναγνωρίσιμο έργο τους και τέλος, κυνικού αμοραλισμού σε ότι αφορά την υιοθέτηση λογικών πολτικού κόστους στην κατεύθυνση της επίδειξης εδώ και τώρα μεταρρυθμιστικού έργου, επιλέγοντας 2 φορείς που δεν διαθέτουν τη δυνατότητα για μαζικού χαρακτήρα αντιδράσεων. Και τα δυο κέντρα θεραπεύουν την επιστημονική έρευνα στα πεδία τους, αποτελώντας ιστορικές δομές με διεθνή αναγνώριση και ευρύ δίκτυο διεθνών και εθνικών ερευνητικών συνεργασιών, που επιτεύχθηκαν με τον προσωπικό μόχθο γενεών ερευνητών, παρά την έμπρακτη, διαχρονική και ποικιλώνυμη απουσία στήριξης από την συντεταγμένη Πολιτεία, η οποία συστηματικά περί άλλων ετύρβαζε. Η προσφορά τους στην Ελληνική κοινωνία, πέραν της απασχόλησης επιστημόνων με υψηλά πρόσοντα, και της διασφάλισης πολύτιμων πόρων από Ευρωπαϊκές ανταγωνιστικές πηγές χρηματοδότησης, έγκειται κυρίως στην ένταξη της χώρας μας στις πλέον πολιτισμένες κοινωνίες του πλανήτη μας (για πόσο άκόμη άραγε) μέσω της ισότιμης της συμμετοχής στην διεθνή επιστημονική αρένα και τις διακρίσεις των ερευνητικών και ακαδημαϊκών της δομών, ιστορικά μέλη των οποίων αποτέλουν και τα 2 κέντρα. Η προτεινόμενη συγχώνευση, που προφανώς αποτελεί de facto ενέργεια αναδιάρθρωσης του μικρού σε μεγέθη (όχι όμως και σε αποτελέσματα) και λειτουργικά ευαίσθητου, ερευνητικού ιστού, δεν εντάσσεται στο πλαίσιο που ορίζει ο ισχύων νόμος 1514/85 για την οργάνωση της επιστημονικής έρευνας και δεν αντιμετωπίζει τους φορείς ως ερευνητικούς οργανισμούς που η διάρθρωση, τα οργανόγραμματα τους, το ρυθμιστικό πλαίσιο και οι προυπολογισμοί τους απορρέουν από αυτόν. Υπό την έννοια αυτή είναι θεσμικά έωλη οπότε και η συμμετοχή μου στη διαβούλευση αυτή λαμβάνει χώρα διατηρώντας εν προκειμένω, όλες τις νόμιμες επιφυλάξεις.Επί της ούσιας τώρα, η συγκεκριμένη συγχώνευση έρχεται επισπεύδουσα, δίχως καν να αποτιμηθεί το αποτέλεσμα του κύκλου εσωτερικών συγχωνεύσεων που έχουν συντελεστεί και στα 2 κέντρα και να προταθούν βελτιωτικές δράσεις στην κατεύθυνσης εξυπηρέτησης του δημοσίου αγαθού, που είναι η ενδυνάμωση της ερευνητικής τους αποστολής. Κινείται επίσης εκτός πλαισίου των γνωμοδοτήσεων του ΕΣΕΤ, των μελετών αξιολόγησης που παρήγγειλε διαχρονικά η Ελληνική Πολιτεία καθώς και δίχως την ύπαρξη οιασδήποτε μελέτης σκοπιμότητας που να τεκμηριώνει τα οφέλη, να αναδεικνύει τους κινδύνους και να εισηγείται λύσεις σε πλήθος ζητημάτων που άπτονται από τη διαφορά εργασιακών καθεστώτων των 2 φορέων (ΝΠΔΔ καιΝΠΙΔ), τους κανονισμούς τους, θέματα αμοιβών και συνταξιοδοτήσεων, ανελαστικές δαπάνες, διοικητική λειτουργία και άλλα.Πρώτιστα όμως, η τηλεγραφική περιγραφή του εγχειρήματος συγχώνευσης,και την εκκωφαντική του σιωπή σε ότι αφορά τη διαμόρφωση και το ύψος του προϋπολογισμού του νέου φορέα, σε καθεστώς χρηματοδοτικής καχεξίας και με συσσωρευμένα ελλείματα,την επιστημολογικά απαράδεκτη, ονοματοδοσία ακορντεόν που θίγει την διεθνή του αναγνωρισιμότητακαι την αποδοχή λογικών συναλλαγής στην εκπροσώπηση των εργαζομένων στα όργανα διοίκησης του φορέα δημιουργώντας στεγανά εντός του νέου φορέα,αναδεικνύουν τον ανορθόλογο και επικίνδυνο χαρακτήρα της μεθόδευσης. Είναι δε πασιφανές οτι το τελευταίο μέλημα της κίνησης αυτής είναι η διασφάλιση της ποιότητας και ποσότητας του ερευνητικού έργου που καλούνται να αποδώσουν στους δύσκολους αυτούς καιρούς οι δομές αυτές. Αριστοτέλης Χατζηιωάννου, Ερευνητής ΙΒΦΧΒ/ΕΙΕΑντιπρόεδρος ΔΣ ΕΕΕ & ΔΣ ΣΠ ΕΙΕ
 
 
ΑΔΕΔΥ
Συγχωνεύσεις ερευνητικών κέντρων Η Ε.Ε. της Α.Δ.Ε.Δ.Υ. καταγγέλλει, για μία ακόμη φορά, την επιχειρούμενη κατάργηση Κοινωνικών Αγαθών και Υπηρεσιών, μέσω της συγχώνευσης και κατάργησης Δημοσίων Δομών και Υπηρεσιών και της μεθόδευσης για μαζικές απολύσεις στο Δημόσιο. Είναι, πλέον, απόλυτα σαφές ότι το πρόγραμμα συγχωνεύσεων και καταργήσεων Δημοσίων Οργανισμών, Υπηρεσιών και Φορέων δεν γίνεται για την καλύτερη οργάνωση και την -κατά γενική ομολογία αναγκαία- βελτίωση της λειτουργίας του Δημοσίου προς όφελος του πολίτη. Αντιθέτως, εξυπηρετεί ένα και μόνο σκοπό: Την υλοποίηση των κυβερνητικών δεσμεύσεων προς την Τρόικα, για άμεσες απολύσεις προσωπικού και περιορισμό των Δημοσίων Υπηρεσιών, με απώτερο στόχο την κατάργηση βασικών Κοινωνικών Αγαθών (Δημόσια Παιδεία-Έρευνα, Δημόσια Υγεία, Κοινωνική Ασφάλιση κ.λπ.). Αυτή, όμως, η πολιτική δεν έχει καμία σχέση με το συμφέρον των πολιτών. Αντιθέτως στρέφεται κατά των θεμελιωδών και συνταγματικά κατοχυρωμένων κοινωνικών δικαιωμάτων τους. Στο πλαίσιο αυτό, εντάσσονται και οι προτεινόμενες συγχωνεύσεις των Ερευνητικών Κέντρων στο σχέδιο νόμου «Κατάργηση και συγχώνευση νομικών προσώπων του δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα», οι οποίες: 1. Σηματοδοτούν τη βίαιη απόσυρση του Κράτους από την υποχρέωσή του να υπερασπίζεται, να κατοχυρώνει και να εγγυάται Δημόσια Αγαθά, τα οποία είναι θεμελιώδη για τους πολίτες και γι’ αυτό προστατεύονται από το Σύνταγμα (π.χ., Παιδεία, Έρευνα, Υγεία, Πρόνοια, Κοινωνική Ασφάλιση κ.λπ.). Καταστρατηγείται έτσι το άρθρο 16 παρ.1 του Συντάγματος. 2. Είναι αντισυνταγματικές, δεδομένου ότι στην περίπτωση του ΕΚΚΕ καταργείται ευθέως η συνταγματικά κατοχυρωμένη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων, αφού η μεταφορά του προσωπικού συνοδεύεται και από την αλλαγή της εργασιακής του σχέσης. Η κίνηση αυτή έρχεται να προστεθεί στις αντισυνταγματικές νομοθετικές παρεμβάσεις (π.χ. εφεδρεία, προσυνταξιοδοτική διαθεσιμότητα) της προηγούμενης περιόδου, με απώτερο στόχο την κατάργηση της μονιμότητας συνολικά στο Δημόσιο Τομέα. 3. Γίνονται κατά παρέκκλιση του ειδικού θεσμικού πλαισίου που διέπει την έρευνα (Ν.1514/85). 4. Αντιβαίνουν τις επαναλαμβανόμενες κυβερνητικές ανακοινώσεις περί ανάπτυξης της χώρας, μέσω ενίσχυσης της Έρευνας και της Καινοτομίας, ενώ ταυτόχρονα τα οικονομικά και αναπτυξιακά οφέλη είναι στην πραγματικότητα ανύπαρκτα. Από την Ε.Ε. της ΑΔΕΔΥ