Βλέπετε τα σχόλια που σχετίζονται με την ομάδα λέξεων που επιλέξατε.
 
Αντώνης Γεοργούλας
Για το ΕΚΚΕ Διαβάζοντας τα πρώτα νέα από το «μέτωπο» της κυβερνητικής προσπάθειας για την –υποτιθέμενη– «ορθολογική» οργάνωση του ευρύτερου δημόσιου τομέα μέσω της άμεσης κατάργησης ή της κατάργησης δια της συγχώνευσης οργανισμών, πέφτω σε μελαγχολία. Ειδικά όταν διαβάζω ότι στην κατηγορία της κατάργησης δια της συγχώνευσης περιλαμβάνεται το ΕΚΚΕ. Ουσιαστικά, πρόκειται για τον μόνο εθνικό φορέα της κοινωνικής έρευνας με ένα τεράστιο έργο στo να καταστεί διαυγής η ελληνική κοινωνία του κάθε παρόντος χρόνου –προφανώς σε προηγούμενες δεκαετίες όταν υπήρχε έστω και μια ελάχιστη ερευνητική πολιτική.Εν μέσω συναισθηματικής φόρτισης μου ήλθαν κατά νου κάποιοι στίχοι του Μεγάλου Αλεξανδρινού:Μέσα στον φόβο και στές υποψίες/ με ταραγμένο νου και ταραγμένα μάτια/λυώνουμε και σχεδιάζουμε το πώς να κάμουμε/ για ν’ αποφύγουμε τον βέβαιοτον κίνδυνο που έτσι φρικτά μας απειλεί./ Κι όμως λανθάνουμε, δεν είν’ αυτός στον δρόμο·ψεύτικα ήσαν τα μηνύματα/ (ή δεν τ’ ακούσαμε ή δεν τα νοιώσαμε καλά).Άλλη καταστροφή που δεν την φανταζόμεθαν,/ εξαφνική, ραγδαία πέφτει επάνω μας,κι ανέτοιμους –που πιά καιρός– μας συνεπαίρνει.Όσο παράξενο και αν φαίνεται, οι στοίχοι αυτοί μου άνοιξαν τον δρόμο για κάποιους λογικούς και εννοιολογικούς συνειρμούς, ώστε να τοποθετήσω πρώτα το πρόβλημα της κοινωνικής έρευνας στα κοινωνικά του συγκείμενα και να κάνω ακολούθως ένα μικρό σχολιασμό μιας πολιτικής που φαίνεται να μας ξαναγυρνά αναφανδόν στην μεσαιωνική αυθεντία.Δεν χρειάζεται να περιγράψει κανείς εκτενώς το μέγεθος της κρίσης μέσα στην οποία ζούμε. Σε τελική ανάλυση, πρόκειται για μια βαθειά κρίση νομιμοποίησης που διαπερνά όλες τις σφαίρες της κοινωνικής δραστηριότητας –κι όχι μόνο την οικονομία, όπως συνήθως εμφανίζεται. Διαπερνά την πολιτική σφαίρα και το κράτος, διαπερνά την πολιτιστική σφαίρα και την επικοινωνία, διαπερνά προφανώς την οικονομική σφαίρα, διαπερνά κάθε πτυχή τόσο της κοινωνικής δραστηριότητας όσο και της προσωπικότητας των πολιτών. Αυτό δεν είναι κάτι καινούριο∙ απλώς, μια δυσμενής διεθνής συγκυρία ήταν αρκετή για να φανεί ότι ο «βασιλιάς ήταν γυμνός» και να αναδυθεί το παγόβουνο της απο-νομιμοποίησης κάθε κυριαρχίας.Ούτε χρειάζεται να περιγράψει κανείς καταλεπτώς τα αποτελέσματα και τις εκφράσεις της. Ζούμε σε ένα νοσηρό περιβάλλον που έχει πλημμυρίσει από καχυποψίες, θεωρίες συνομωσίας και από την συλλήβδην καταγγελία των πάντων –κάτι που δημιουργεί τις ευνοϊκές συνθήκες για την άνθιση ενός νέου αυταρχισμού με ιδιαίτερα βίαιες και φασιστικές εκφράσεις. Ο ένας δείχνει τον άλλο ως υπεύθυνο και κανείς δεν μπορεί να υποδείξει έγκυρα και με υπευθυνότητα τις πραγματικές διαστάσεις φαινομένων και/ ή των γεγονότων.Χρειάζεται ίσως μια μικρή υπενθύμιση ενός από τους ρόλους των κοινωνικών επιστημών στις σύγχρονες και δημοκρατικές κοινωνίες –οι προσδιορισμοί είναι βέβαια πλεονασμός γιατί μόνο σε αυτού του τύπου τις κοινωνίες οι κοινωνικές επιστήμες και, κατά προέκταση, η κοινωνική έρευνα έχουν να παίξουν τον συγκεκριμένο ρόλο. Πρόκειται για τον ρόλο της κριτικής εγρήγορσης με γνώμονα τις καταστατικές αξίες αυτών των κοινωνιών –κι αν δεν απατώμαι, αυτές παραμένουν η ισότητα, η ελευθερία, αλλά και η αδελφότητα.Συνδέοντας τις τρεις παραπάνω πτυχές, μπαίνουμε μέσα στον λόγο του ποιητή. Η καταστροφή είναι η κατάργηση των μέσων συνειδητοποίησης των δυνατοτήτων που διαθέτει μια σύγχρονη κοινωνία. Και αυτά τα μέσα δεν είναι άλλα από τις κοινωνικές επιστήμες και την έρευνά τους. Όλα τα άλλα είναι σοφιστείες που ανοίγουν τον δρόμο της επιστροφής στην μεσαιωνική αυθεντία, στον αυταρχισμό και την βίαιη επιβολή της κυριαρχίας –καταστάσεις από τις οποίες ούτως ή άλλως δεν έχουμε καταφέρει να ξεφύγουμε πλήρως (είναι μια από τις υπενθυμίσεις τις τρέχουσας κρίσης).Νομίζω ότι στο όνομα της οικονομίας και μιας δήθεν ορθολογικής διαχείρισης του δημοσίου, λαμβάνεται μια απόφαση που στερεί από την εξουθενωμένη κοινωνία τα μέσα της συνειδητοποίησης του εαυτού της και της λειτουργίας της. Αντί λοιπόν να ενδυναμωθούν αυτά τα μέσα, ουσιαστικά καταργείται δια της συγχώνευσης ο εθνικός φορέας της κοινωνικής έρευνας, το ΕΚΚΕ –που έχει εμπράκτως αποδείξει ότι χρησιμοποίησε με επιστημονική περίσκεψη αυτά τα μέσα.Πολύ φοβάμαι ότι αυτή είναι η αρχή μιας χιονοστιβάδας που θα συμπαρασύρει τον κάθε θύλακα της επιστημονικής διερεύνησης της κοινωνίας και θα αποψιλώσει από την τελευταία κάθε δυνατότητα δημοκρατικής λειτουργίας. Να λοιπόν η «καταστροφή που δεν την φανταζόμεθαν,/ [κι] εξαφνική, ραγδαία πέφτει επάνω μας,κι ανέτοιμους –που πιά καιρός– μας συνεπαίρνει».Ελπίζοντας να διαψευστώ. Αντώνης ΓεωργούλαςΚαθηγητής, Παν/μιο Κρήτης
 
 
Μαρίνα Πετρονώτη
Οι ασαφείς και αντισυνταγματικές διατάξεις του άρθρου 9 στο υπό διαβούλευση Νομοσχέδιο για την κατάργηση – συγχώνευση του ΕΚΚΕ δεν εκπλήσσουν. Αντίθετα, αν ιδωθούν με αναφορά στην αδιαφορία που ολοένα συχνότερα επιδεικνύει η Πολιτεία για τις έγκυρες, δημοκρατικές διαδικασίες στην πολιτική της έρευνας, είναι αναμενόμενες. Πράγματι, αν όπως τα κείμενα που κατατίθενται εδώ αναδεικνύουν, η κατάργηση και μετέπειτα συγχώνευση του ΕΚΚΕ στο ΕΙΕ όχι μόνον δεν εξασφαλίζει ουσιαστικά οικονομικά οφέλη, αλλά θα τροφοδοτήσει πλήθος οικονομικών και λειτουργικών προβλημάτων –συνυφασμένων με την ανεύρεση και διανομή πόρων, τη διεξαγωγή των ερευνητικών προγραμμάτων, τα εργασιακά δικαιώματα των ερευνητών, τις συνεργασίες με ευρωπαϊκά ινστιτούτα και πανεπιστήμια, κ.ά. – τότε ποιοι άλλοι εκτός από την προαναφερθείσα αδιαφορία λόγοι, υπαγορεύουν τη σύνταξη του άρθρου 9; Μήπως οι αρμόδιοι υπουργοί στέκουν μετέωροι και αναποφάσιστοι μπροστά στο (ιστορικό) δίλημμα: «Ανήκει ή όχι η Ελλάδα στο δυτικό κόσμο»; Διότι, στην περίπτωση που επιθυμούν την παραμονή της χώρας στο κοινωνικά, εκπαιδευτικά και πολιτισμικά προηγμένο κομμάτι αυτού του κόσμου, γιατί απουσιάζει ένας συγκροτημένος πολιτικός λόγος για το μέλλον της κοινωνικής έρευνας στη χώρα; Γιατί η συγχώνευση των δύο Κέντρων επιτελείται με τόσο βεβιασμένους, αδιαφανείς και πρόχειρους όρους που εντέλει θίγει, αντί να ωφελεί, όσους απασχολούνται σε αυτά; Γιατί καταργείται η αυτοτέλεια ενός Κέντρου που έχει ως τώρα, συμβάλλει δυναμικά στην επιστημονική προσέγγιση και ερμηνεία καίριων κοινωνικών φαινομένων, στάσεων και μετασχηματισμών; Γιατί αναστέλλονται αντί να αναπτύσσονται ερευνητικές συνθήκες οι οποίες έχουν επί μακρόν δοκιμαστεί και αποφέρει καρπούς στη διασφάλιση επιστημονικής γνώσης και την αξιοποίησή της στη λήψη πολιτικών αποφάσεων διαφόρων κυβερνητικών σχημάτων; Θέλω να ελπίζω ότι η απόσυρση του Νομοσχεδίου που αφορά τη λειτουργία και την υπόσταση του ΕΚΚΕ είναι εφικτή. Διαφορετικά η Διαβούλευση θα είναι κατ’ επίφαση μόνο ‘ανοικτή’ στο διάλογο με την ερευνητική κοινότητα. Μαρίνα ΠετρονώτηΚοινωνική ΑνθρωπολόγοςΠρώην Διευθύντρια Ερευνών, ΙΑΑΚ/ΕΚΚΕ
 
 
Ιωάννα Τσίγκανου
Έκπληκτος και ενεός ο νομικός κόσμος της χώρας προσπαθεί να κατανοήσει το πνεύμα και το γράμμα του άρθρου 9 του υπό διαβούλευση πολυδιαφημισθέντος Σχεδίου Νόμου περί κατάργησης – συγχώνευσης φορέων του δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα.Πραγματικά απαιτείται η επιστράτευση της επιστημονικής μας φαντασίας προκειμένου να κατανοήσουμε το γράμμα του νόμου, καθώς συνιστά ευθεία προσβολή τόσο της ελληνικής γλώσσας όσο και της νομικής γλώσσας. Οι συντάκτες του κειμένου παρέδωσαν προς διαβούλευση ένα κείμενο γλωσσικά και συντακτικά απαράδεκτο, νομοτεχνικά ατελές και αόριστο που βρίθει ανακριβειών και αντιφάσεων. Φαίνεται πως ο πολιτικός, νομοθετικός και ιδεολογισμός κυνισμός με τον οποίο προωθούνται οι πιλοτικές καταργήσεις – συγχωνεύσεις φορέων αντανακλάται και στη διατύπωση του κειμένου.Ως προς το πνεύμα του νόμου, το εν λόγω άρθρο συνιστά θεσμική αλλοίωση των ακαδημαϊκού χαρακτήρα δημόσιων ερευνητικών δομών της χώρας αφού τις μεταχειρίζεται ως υπηρεσίες και οργανικές μονάδες. Σε μια ιστορική συγκυρία που δομές αιχμής για την έξοδο της χώρας από την κρίση, όπως τα ερευνητικά κέντρα είναι περισσότερο από ποτέ απαραίτητες, η πολιτεία επιλέγει να τις απαξιώσει, υποβαθμίσει και αφανίσει, αρχής γενομένης από τον πιο μικρό και ως εκ τούτου πλέον ευάλωτο κρίκο.Δεν θα ασχοληθώ ούτε με την αντισυνταγματικότητα της ρύθμισης του άρθρου 9 αναφορικά με τη νομική προσωπικότητα των υπό συγχώνευση φορέων, ούτε με την – με εξαιρετική ομολογουμένως μαεστρία – προωθούμενη άρση της συνταγματικά κατοχυρωμένης μονιμότητας δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων. Αυτά είναι πολύ προφανή για να χρήζουν κριτικής και σχολιασμού. Ο εξαιρετικά αναρμόδιος για τα θέματα της έρευνας αξιότιμος κ. Υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, ως διαπρεπής συνταγματολόγος, τα γνωρίζει. Μάλλον εκ παραδρομής συμπεριελήφθη μια τέτοια ρύθμιση στο υπό διαβούλευση Σχέδιο Νόμου.Θα ασχοληθώ όμως με την ποιότητα της δημοκρατίας μας. Διότι η εν λόγω ρύθμιση του άρθρου 9 αυτό που κυρίως προσπαθεί με μετέωρο βήμα νομικής ασάφειας να προωθήσει είναι η βίαιη αλλαγή των θεσμών και η αναγκαστική και εκβιαστική μετατροπή των εργασιακών δικαιωμάτων των εργαζομένων χωρίς ουδεμία δυνατότητα ανακούφισης μέσω του θεσμού των μετατάξεων. Είναι αυτή η βία κατά θεσμών, δημοσίων αγαθών και δικαιωμάτων που συνιστά «έγκλημα και τιμωρία».Στη δε περίπτωση του ΕΚΚΕ η τιμωρία στρέφεται και κατά της κοινωνίας αφού την αποστερεί από τη δυνατότητα της ανεξάρτητης επιστημονικής του μαρτυρίας για τα τεκταινόμενα σήμερα στην κοινωνία.Για όλους τους παραπάνω λόγους είναι ευνόητο ότι το άρθρο 9 χρήζει απόσυρσης. Ιωάννα Τσίγκανου, Διευθύντρια Ερευνών, ΕΚΚΕ, Κοινωνιολόγος του Εγκλήματος
 
 
Έρση Ζακοπούλου
Η πληθώρα των σχολίων στο περιώνυμο άρθρο 9 αποκαλύπτει περίτρανα ότι η ελληνική κοινωνία δεν έχει, σε τέτοιο τουλάχιστον βαθμό, χάσει τα αντανακλαστικά της, ώστε να μην αντιλαμβάνεται ότι δεν είναι λογικό, σκόπιμο και προς την κατεύθυνση του εκσυγχρονισμού του κράτους, ένα ερευνητικό Κέντρο να αποσπάται από τον ερευνητικό ιστό και να γίνεται αντικείμενο διαχείρισης εκτός κάθε σχεδιασμού και κάθε πολιτικής για την έρευνα της χώρας. Αυτό ακριβώς γίνεται με την κατάργηση της αυτοτέλειας του ΕΚΚΕ στο πλαίσιο γενικών συγχωνεύσεων.Πραγματικά ακόμη και ο πλέον καλόπιστος πολίτης δεν αντιλαμβάνεται γιατί ενώ το Υπουργείο Παιδείας – και πριν το Υπουργείο Ανάπτυξης – τώρα και χρόνια δεν κατορθώνει να αποκρυσταλλώσει σοβαρή πολιτική για την έρευνα της χώρας, το θεσμικό της πλαίσιο και την προσήκουσα διάρθρωση των ερευνητικών της φορέων, προχωρά στην κατάργηση ενός Κέντρου της. Θα διορθωθεί τίποτα στην έρευνα με την θεσμική αυτή κίνηση?Αντίθετα, πώς και πόσο επιτέλους θα έπρεπε να διαμαρτυρηθεί ολόκληρη η ερευνητική κοινότητα για την ανικανότητα του κράτους να χαράξει πολιτική, για τις παλινωδίες που υφίστανται με τον αέναο σχεδιασμό νέων σχεδίων νόμων, τα άπειρα παραδείγματα ανικανότητας της διοικητικής μηχανής να εξασφαλίσει την εύρυθμη λειτουργία του όποιου θεσμικού πλαισίου και τις άτακτες σπασμωδικές επιμέρους ρυθμίσεις. Τόση προχειρότητα και ανικανότητα έχει επιδείξει ο πολιτικός κόσμος και το κράτος απέναντι στην έρευνα ώστε να είναι ο μόνος τομέας, απ’ ό,τι γνωρίζουμε – τόσο το χειρότερο αν υπάρχουν και άλλα σχετικά παραδείγματα – όπου ένας νόμος ψηφίζεται αλλά η εφαρμογή του αναστέλλεται και επανασχεδιάζεται εκ νέου από άλλο Υπουργείο .. για να ξαναξεχαστεί. Και τα χρόνια περνούν. Αλλά, τι ζητάμε όταν ακόμη και σε ποιο Υπουργείο πρέπει να ανήκει η έρευνα δεν είναι σε θέση να αποφασίσουν με κάποια συνέπεια οι … αρμόδιοι!Επιτέλους, η έρευνα δεν μπορεί να συνεχίσει να είναι το κατεξοχήν πεδίο πειραματισμών, παραλείψεων, αυθαιρεσιών και επιμεριστικών ατελέσφορων επιλογών. Κάτι τέτοιο δεν γεννά παρά αδιαφορία ή ιδιοτελείς ατομικές στρατηγικές στο εσωτερικό της ερευνητικής κοινότητας.Το ΕΚΚΕ δεν έφταιξε σε τίποτα για να το μεταχειρίζονται τώρα έτσι. Αντίθετα προσπάθησε να επιβιώσει όσο καλύτερα μπορούσε στο εχθρικό αυτό περιβάλλον και παρήγαγε όφελος για την ελληνική κοινωνία και τον πολιτισμό. Ας έχει τουλάχιστον το δικαίωμα να αντιμετωπιστεί επί ίσοις όροις, όπως αρμόζει στην πάνω από πενήντα χρόνια αυτοτελή ύπαρξή του, στο πλαίσιο της σχεδιαζόμενης – για άλλη μία φορά – αναδιάρθρωσης του ερευνητικού ιστού της χώρας στο εγγύς μέλλον.΄Ερση Ζακοπούλου Διευθύντρια Ερευνών ΕΚΚΕΕύη Φαγαδάκη ΕΛΕ Β ΕΚΚΕ
 
 
Μαρίνα Πετρονώτη
Οι ασαφείς και αντισυνταγματικές διατάξεις του άρθρου 9 στο υπό διαβούλευση Νομοσχέδιο για την κατάργηση – συγχώνευση του ΕΚΚΕ δεν εκπλήσσουν. Αντίθετα, αν ιδωθούν με αναφορά στην αδιαφορία που ολοένα συχνότερα επιδεικνύει η Πολιτεία για τις έγκυρες, δημοκρατικές διαδικασίες στην πολιτική της έρευνας, είναι αναμενόμενες. Πράγματι, αν όπως τα κείμενα που κατατίθενται εδώ αναδεικνύουν, η κατάργηση και μετέπειτα συγχώνευση του ΕΚΚΕ στο ΕΙΕ όχι μόνον δεν εξασφαλίζει ουσιαστικά οικονομικά οφέλη, αλλά θα τροφοδοτήσει πλήθος οικονομικών και λειτουργικών προβλημάτων –συνυφασμένων με την ανεύρεση και διανομή πόρων, τη διεξαγωγή των ερευνητικών προγραμμάτων, τα εργασιακά δικαιώματα των ερευνητών, τις συνεργασίες με ευρωπαϊκά ινστιτούτα και πανεπιστήμια, κ.ά. – τότε ποιοι άλλοι εκτός από την προαναφερθείσα αδιαφορία λόγοι, υπαγορεύουν τη σύνταξη του άρθρου 9; Μήπως οι αρμόδιοι υπουργοί στέκουν μετέωροι και αναποφάσιστοι μπροστά στο (ιστορικό) δίλημμα: «Ανήκει ή όχι η Ελλάδα στο δυτικό κόσμο»; Διότι, στην περίπτωση που επιθυμούν την παραμονή της χώρας στο κοινωνικά, εκπαιδευτικά και πολιτισμικά προηγμένο κομμάτι αυτού του κόσμου, γιατί απουσιάζει ένας συγκροτημένος πολιτικός λόγος για το μέλλον της κοινωνικής έρευνας στη χώρα; Γιατί η συγχώνευση των δύο Κέντρων επιτελείται με τόσο βεβιασμένους, αδιαφανείς και πρόχειρους όρους που εντέλει θίγει, αντί να οφελεί, όσους απασχολούνται σε αυτά; Γιατί καταργείται η αυτοτέλεια ενός Κέντρου που έχει ως τώρα συμβάλλει δυναμικά στην επιστημονική προσέγγιση και ερμηνεία καίριων κοινωνικών φαινομένων, στάσεων και μετασχηματισμών; Γιατί αναστέλλονται αντί να αναπτύσσονται ερευνητικές συνθήκες οι οποίες έχουν επί μακρόν δοκιμαστεί και αποφέρει καρπούς στη διασφάλιση επιστημονικής γνώσης και την αξιοποίησή της στη λήψη πολιτικών αποφάσεων διαφόρων κυβερνητικών σχημάτων; Θέλω να ελπίζω ότι η απόσυρση του Νομοσχεδίου που αφορά τη λειτουργία και την υπόσταση του ΕΚΚΕ είναι εφικτή. Διαφορετικά η Διαβούλευση θα είναι κατ’ επίφαση μόνο ‘ανοικτή’ στο διάλογο με την ερευνητική κοινότητα. Μαρίνα ΠετρονώτηΚοινωνική ΑνθρωπολόγοςΠρώην Διευθύντρια Ερευνών, ΙΑΑΚ/ΕΚΚΕ