Βλέπετε τα σχόλια που σχετίζονται με την ομάδα λέξεων που επιλέξατε.
 
Λύντα Παπαγαλάνη – Καλαφάτη
Στο ΕΚΚΕ εργάστηκα σαν φοιτήτρια το 1965 στο Μόναχο στη μεγάλη έρευνα για τη μετανάστευση που πραγματοποιήθηκε στη Γερμανία υπό τη διεύθυνση των κ. Β. Φίλια, Γ. Νοταρά και Π. Σκούφη. Με έναυσμα αυτήν την έρευνα αφού τελείωσα τη Νομική Αθηνών υπηρέτησα σαν ερευνήτρια και πανεπιστημιακός δάσκαλος τις κοινωνικές επιστήμες από το 1968. Στη διαδρομή αυτή η διδασκαλία και οι κοινές ερευνητικές προσπάθειες με έφεραν κοντά – σαν φίλη και στενή συνεργάτρια – με τους ανθρώπους που θεμελίωσαν θεσμικά ό,τι υπάρχει σήμερα: τον Ιωάννη Περιστιάνη, τον Γιώργο Μιχαηλίδη – Νουάρο, την Ιωάννα Λαμπίρη – Δημάκη, τον Βασίλη Φίλια ,τον Νικόλαο Σβορώνο και νεώτερους κοινωνικούς επιστήμονες, γνωστούς στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Μέσα από αυτήν την διαδρομή θα ήθελα να καταθέσω τον ενθουσιασμό και τον κόπο με τον οποίο ολοκληρώθηκαν τόσο το ΕΚΚΕ όσο και η πανεπιστημιακή θεσμοθέτηση της διδασκαλίας της κοινωνιολογίας. Θα ήθελα να βεβαιώσω για την κατάθεση γνώσεων, αφιλοκέρδειας και κόπου με τα οποία πραγματοποιήθηκε το συλλογικό αυτό όραμα. Το όραμα αυτό ποτέ δε θα είχε ολοκληρωθεί αν ο καθένας δε ξεπερνούσε τις προσωπικές του φιλοδοξίες ή τις πολιτικές του επιλογές.Εν ονόματι όλων αυτών των ανθρώπων και των προσπαθειών εκφράζω την αντίθεσή μου στην κατάργηση του ΕΚΚΕ. Λύντα Παπαγαλάνη Καλαφάτη, Κοινωνιολόγος – Κοινωνική Ανθρωπολόγος,Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης, Πανεπιστήμιο Αθηνών
 
 
Ρωξάνη Καυταντζόγλου (εκ μέρους του Ε.Γ.Σ. ΕΚΚΕ)
ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΟΥ ΕΚΚΕ Το Επιστημονικό Γνωμοδοτικό Συμβούλιο του Ινστιτούτου Κοινωνικών Ερευνών του ΕΚΚΕ, όργανο που από τη θεσμική του θέση έχει την ευθύνη συμβολής στη διαμόρφωση προϋποθέσεων και στρατηγικής για την ανάπτυξη της κοινωνικής έρευνας, θα επικεντρώσει τις παρατηρήσεις του στις επιπτώσεις των προτεινομένων ρυθμίσεων του άρθρου 9 στην παραγωγή επιστημονικής έρευνας. Για τα γενικότερα θέματα της αντισυνταγματικότητας της σχετικής ρύθμισης υπάρχουν ήδη πολλές κριτικές τοποθετήσεις συναδέλφων τις οποίες το ΕΓΣ προσυπογράφει. 1) Στο πλαίσιο του συγκεκριμένου νομοσχεδίου η συγχώνευση-κατάργηση του ΕΚΚΕ γίνεται στο όνομα ενός γενικότερου στόχου επίτευξης διοικητικών οικονομιών και οικονομιών κλίμακας που θα επιτρέψουν την παραγωγή μεγαλύτερου όγκου υπηρεσιών με μικρότερο κόστος ανά μονάδα και τη διεκδίκηση μεγαλύτερου μεριδίου της αγοράς. Εν προκειμένω, οι διοικητικές οικονομίες είναι επισφαλείς και σε κάθε περίπτωση πολύ περιορισμένες ενώ η πρόβλεψη για οικονομίες κλίμακας δεν βασίζεται κυριολεκτικά πουθενά και αποτελεί ένα ξεπερασμένο ιδεολόγημα. Πρώτον, η «αγορά» στην οποία απευθύνεται το ΕΚΚΕ δεν έχει συνάφεια ή συνέργιες με αυτή του ΕΙΕ. Δεύτερον, οι παραγωγικές «εισροές» (υλικά, βοηθητικές υπηρεσίες) στην περίπτωση της κοινωνικής έρευνας έχουν πολύ περιορισμένη συμμετοχή στη διαμόρφωση του κόστους. Τέλος, οι υποδομές της έρευνας είναι κυρίως «άυλες» (π.χ. διαδίκτυο). Συνεπώς κλασσικές οικονομίες κλίμακας δεν πρέπει να αναμένονται. Αντίθετα, θα δημιουργηθούν για μεγάλο διάστημα υψηλές δαπάνες, διοικητικά και ατομικά προβλήματα προσαρμογής, τόσο για το ΕΚΚΕ που μέχρι σήμερα κατόρθωσε να παραμείνει οικονομικά υγιές, όσο και για το ΕΙΕ, με αρνητικές επιπτώσεις στην παραγωγή έρευνας. 2) Στον αντίποδα του ιδεολογήματος ότι οι μεγαλύτερες γραφειοκρατικές μονάδες είναι πάντα περισσότερο παραγωγικές βρίσκεται η έννοια της ενδεδειγμένης λειτουργικής αποκέντρωσης με εξειδικευμένους φορείς αρίστου μεγέθους– τόσο στο δημόσιο τομέα με φορείς ειδικού σκοπού όσο και στον ιδιωτικό (θυγατρικές). Τα πλεονεκτήματα αυτών των φορέων είναι η εξειδίκευση και η εμπειρία, η ευελιξία, οι αποτελεσμα¬τικότερες σχέσεις διοίκησης-προσωπικού, ο «πατριωτισμός» για το φορέα και, συχνά, οι μικρές λειτουργικές δαπάνες με την ανάθεση υπηρεσιών σε εξωτερικούς συνεργάτες. Στην περίπτωση του ΕΚΚΕ πρέπει να προστεθεί το κύρος και η εμπιστοσύνη που αυτό έχει οικοδομήσει διεθνώς στην πολυετή του ιστορία. Το σημαντικότατο κόστος απώλειας αυτών των πλεονεκτημάτων φαίνεται να αγνοήθηκε πλήρως από τη χονδροειδή «ποσοτική» λογική της συγχώνευσης-κατάργησης. 3) Υπάρχουν ισχυρά επιχειρήματα υπέρ της θέσης ότι η κοινωνική έρευνα, από τη φύση της, πρέπει να θεραπεύεται από φορείς δημοσίου δικαίου. Από τη άλλη, τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς υπάρχουν σημαντικοί φορείς ιδιωτικού δικαίου που προωθούν την έρευνα στους ίδιους ή συγγενείς τομείς (ανθρωπιστικές επιστήμες). Ως εκ τούτου, φαίνεται να μην μπορεί να αποφανθεί κανείς επί αυτού με απόλυτο τρόπο. Στην πραγματικότητα όμως, στους «ιδιωτικο-οικονομικούς» φορείς για την κοινωνική και ανθρωπιστική έρευνα είτε είναι καθοριστικός ο ρόλος της άμεσης δημόσιας χρηματο¬δότησης είτε πρόκειται για – εν μέρει ή στο σύνολο – κοινωφελή ιδρύματα. Συνεπώς το επίμαχο σημείο δεν είναι τόσο η νομική μορφή όσο η διασφάλιση πόρων με τρόπο που να εξασφαλίζει τη σχετική αυτονομία, την κοινωνική χρησιμότητα και την ακεραιότητα της έρευνας σε αντίθεση με την υπερβολική εξάρτηση από ετερόκλητες αγοραίες ή δημόσιες πηγές χρηματοδότησης με αλλότρια ή στενά χρησιμοθηρικά (η πολιτικά) κίνητρα (βλ. λ.χ. ευρωπαϊκές μελέτες ρουτίνας). Δυστυχώς η μετατροπή σε φορέα ιδιωτικού δικαίου έχει συνδεθεί στην Ελλάδα με το πρόσταγμα για ακριβώς αυτή την μεγαλύτερη εξάρτηση από ψευδο-αγοραία χρηματοδότηση και εφαρμογή ιδιωτικο-οικονομικών ποσοτικών κριτηρίων αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας. Στην περίπτωση του ΕΚΚΕ, η υπαγωγή σε καθεστώς Ι.Δ. προκαλεί σύμφωνα με τα παραπάνω εύλογες ανησυχίες για αρνητικές εξελίξεις στην πορεία των κοινωνικών ερευνών. 4) Έχει από πολλούς επισημανθεί ότι η συγχώνευση-κατάργηση του ΕΚΚΕ αποφασίστηκε στο πλαίσιο ενός καταλόγου ετερόκλητων φορέων και χωρίς καμία σύνδεση με την τεκμηριωμένη αξιολόγηση και το σχεδιασμό του ερευνητικού χώρου. Θεωρούμε ότι αυτό αποτελεί καθοριστική αδυναμία της προτεινόμενης διάταξης τόσο από ουσιαστική όσο και από νομική πλευρά (αρχή αναλογικότητας). Από αυτή την άποψη, θα πρέπει να επισημανθεί η τεράστια ευθύνη που φέρει ο Υπουργός Παιδείας μένοντας σιωπηλός απέναντι στην κατάφωρη παραβίαση του ‘ενιαίου χώρου έρευνας και παιδείας’, χώρου αποκλειστικά δικής του αρμοδιότητας, επιτρέποντας την απόσπαση θεσμών αυτού του χώρου από την δική του ευθύνη διαχείρισης και σχεδιασμού και ουσιαστικά συναινώντας σε αυτήν. Διερωτόμαστε πως θα αντιδρούσε σε μια απόφαση για συγχώνευση Σχολών ή Τμημάτων ΑΕΙ την οποία θα μεθόδευε άλλος αναρμόδιος Υπουργός στη βάση χονδροειδών ποσοτικών κριτηρίων. Συμπερασματικά, θεωρούμε ότι το άρθρο 9 του νομοσχεδίου πρέπει να αποσυρθεί και το ζήτημα της εξέλιξης του ΕΚΚΕ να ενταχθεί στο γενικότερο πλαίσιο τεκμηριω¬μένης αξιολόγησης και σχεδιασμού του ερευνητικού χώρου από αρμόδια όργανα και με έγκυρες διαδικασίες. Αθήνα, 4 Οκτωβρίου 2012 ΤΑ ΜΕΛΗ ΤΟΥ Ε.Γ.Σ. ΤΟΥ ΕΚΚΕ Ρωξάνη Καυταντζόγλου, Πρόεδρος Θεώνη Σταθοπούλου, Αντιπρόεδρος Δημήτρης Εμμανουήλ, Γραμματέας Νίκος Μπούζας, Μέλος Κώστας Τσακίρης, Μέλος