Βλέπετε τα σχόλια που σχετίζονται με την ομάδα λέξεων που επιλέξατε.
 
ΕΛΙΚΑ Α.Ε.
Η συγκεκριμένη διάταξη με την οποία επιβάλλεται υπέρογκο ετήσιο τέλος διατήρησης δικαιώματος άδειας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας κρίνεται στο σύνολό της ως αρνητική και θα πρέπει να αποσυρθεί. Μετά την επιβολή της ειδικής εισφοράς, μια ακόμη οικονομική επιβάρυνση, σε συνδυασμό και με την απαίτηση προσκόμισης εγγυητικής επιστολής, θα θέσει σε σημαντικότατο κίνδυνο την οικονομική βιωσιμότητα του κλάδου των ΑΠΕ και κυρίως της αιολικής ενέργειας, αναστέλλοντας κάθε αναπτυξιακή προσπάθεια, με αρνητικότατες επιπτώσεις στον τομέα της απασχόλησης. Πιο συγκεκριμένα, η προτεινόμενη διάταξη αντιτίθεται σαφώς στην αρχή της αναλογικότητας. Αυτό που επιδιώκεται είναι ο περιορισμός του «εμπορίου των αδειών». Κατ’ αρχάς, δεν είναι κατανοητό ποιό είναι το πρόβλημα της μεταβίβασης των αδειών, το οποίο άλλωστε επιτρέπεται από τη νομοθεσία. Μάλιστα, η μεταβίβαση των αδειών από έναν οικονομικά ανύπαρκτο κάτοχο σε ένα εύρωστο επενδυτή διευκολύνει την επιχειρηματική δραστηριότητα, ενεργεί υπέρ του δημοσίου συμφέροντος και συνεισφέρει στην διείσδυση των ΑΠΕ και την επιτυχία των υποχρεωτικών εθνικών στόχων, εκτός αν αυτοί έχουν εγκαταληφθεί. Το μέτρο αυτό είναι κατ’ εξοχήν εισπρακτικό και ως εκ τούτου απαράδεκτο, σε μια περίοδο που τα πάντα έχουν φορολογηθεί. Επί της ουσίας, αν η «χρηστή διοίκηση» σκοπεύει πράγματι σε μια επιπλέον μέθοδο για την απελευθέρωση του ηλεκτρικού χώρου, μπορεί να εφαρμόσει, κατά τα ανωτέρω, το πλαίσιο για τις ανακλήσεις. Άλλως, το μέτρο πλήττει κυρίως τους επενδυτές που έχουν μεγάλα έργα και που πασχίζουν να βρούν χρηματοδότηση για να τα υλοποιήσουν ή περιμένουν τη βελτίωση των οικονομικών (και τραπεζικών) συνθηκών για να εξασφαλίσουν δανεισμό. Αυτοί, λοιπόν, πλήττονται περισσότερο από όλους, επειδή θα κρατήσουν τα έργα, για την ανάπτυξη των οποίων έχουν δαπανήσει τεράστια ποσά και τώρα η Πολιτεία που προκάλεσε τις συνθήκες οικονομικής ασφυξίας έρχεται να τους επιβάλει μια επιπρόσθετη τιμωρία. Σε κάθε περίπτωση και εφόσον τελικά ισχύσει, θα πρέπει να τεθεί ως προϋπόθεση η απόλυτη τήρηση από πλευράς συναρμοδίων Υπηρεσιών, των προβλεπόμενων από την κείμενη νομοθεσία προθεσμιών κατά την αδειοδοτική διαδικασία, προθεσμίες οι οποίες θα πρέπει να καταστούν «αποκλειστικές». Επιπροσθέτως προϋπόθεση θα πρέπει να αποτελέσει και η μη ύπαρξη δικαστικής εμπλοκής κατά την αδειοδοτική διαδικασία (π.χ. προσφυγές στο ΣτΕ). Κι αυτό γιατί όπως είναι λογικό, η όποια καθυστέρηση πλέον μέχρι την υλοποίηση ενός έργου και την θέση αυτού σε δοκιμαστική λειτουργία, θα αποτελεί ζημιογόνο γεγονός για τον εκάστοτε επενδυτή, ενώ θα πρέπει να καταστεί απολύτως σαφές ότι στις πλείστες των περιπτώσεων οι εν λόγω καθυστερήσεις δεν δύναται να ελεγχθούν από τον ίδιο και φυσικά δεν οφείλονται σε αυτόν. Για την ΕΛΙΚΑ Α.ΕΣ. ΚωνσταντινίδηςΔ/νων Σύμβουλος
 
 
RF ENERGY A.E.
Αξιότιμε κύριε Υπουργέ, Σκοπός της παρούσας επιστολής μας είναι η συμμετοχή μας στη δημόσια διαβούλευση για το σχέδιο νόμου «Ρυθμίσεις θεμάτων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και άλλες διατάξεις». Από το σχέδιο νόμου εξάγεται το συμπέρασμα ότι με τις προτεινόμενες αλλαγές γίνεται μια προσπάθεια εξορθολογισμού του χώρου των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Παρόλα αυτά υπάρχουν ορισμένα σημεία τα οποία θα προσθέσουν αρκετά προβλήματα, τα οποία θα έχουν σαν αποτέλεσμα τη δραστική μείωση έργων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Για το λόγο αυτό, προτείνουμε τα εξής: 1. Στο άρθρο 1 παράγραφος 2 το ύψος της εγγυητικής επιστολής να ορίζεται ανά μονάδα ονομαστικής ισχύος του αιτήματος σε μεγαβάτ (MW), σε εκατόν είκοσι χιλιάδες Ευρώ (€ 120.000) για το τμήμα της ισχύος έως και 1 MW, εβδομήντα χιλιάδες Ευρώ (€ 70.000) για το τμήμα της ισχύος από 1 MW έως και 10 MW, σαράντα χιλιάδες Ευρώ (€ 40.000) για το τμήμα της ισχύος από 10 MW έως και 100 MW, είκοσι χιλιάδες Ευρώ (€ 20.000) για το τμήμα της ισχύος από 100 MW έως και 250 MW και δέκα χιλιάδες Ευρώ (€ 10.000) για το τμήμα της ισχύος πάνω από 250MW.2. Στο άρθρο 2 παράγραφος 1 το ετήσιο τέλος για έργα με ονομαστική ισχύ πάνω από 100MW να ορίζεται σε 150.000€ ανεξαρτήτως της ισχύος του έργου, ποσό το οποίο θα είναι είναι πάγιο και δεν θα προσαυξάνεται. Τέλος, στα πλαίσια του παρόντος σχεδίου νόμου θα πρέπει να δρομολογηθεί η τροποποίηση του άρθρου 5 του Ν. 3851/2010 που καθορίζει την τιμολόγηση της ενέργειας που παράγεται από σταθμούς Α.Π.Ε. και Σ.Η.Θ.Υ.Α. προς αποκατάσταση της ίσης αντιμετώπισης όλων των επενδύσεων του χώρου και την εξασφάλιση της βιωσιμότητας τους. Πιο συγκεκριμένα σύμφωνα με την υφιστάμενη διατύπωση του εν λόγω άρθρου, η καθορισμένη τιμή πώλησης της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από σταθμούς Α.Π.Ε. σε Μη Διασυνδεδεμένα Νησιά και οι οποίοι συνδέονται στο Σύστημα μέσω νέας υποθαλάσσιας διασύνδεσης προσαυξάνεται σε ποσοστό έως και 25% της ήδη αυξημένης τιμής πώλησης που ισχύει για τα Μη Διασυνδεδεμένα Νησιά. Επομένως για ένα αιολικό πάρκο που συνδέεται στο Διασυνδεδεμένο Σύστημα η τιμή πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας είναι 87,85 €/MWh ενώ για ένα αιολικό πάρκο σε ένα Μη Διασυνδεδεμένο Νησί που συνδέεται στο Σύστημα μέσω νέας υποθαλάσσιας διασύνδεσης, η τιμή πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας είναι έως και 124,31 €/MWh (99,45 €/MWh + 25%). Η εν λόγω αυξημένη τιμή πώλησης της ηλεκτρικής ενέργειας ορθά καθορίζεται με τον τρόπο αυτό για τα εν λόγω έργα καθώς η κατασκευή της υποθαλάσσιας γραμμής διασύνδεσης ανεβάζει κατακόρυφα το κόστος κατασκευής των έργων συγκριτικά με τα «συμβατικά» έργα που συνδέονται απευθείας στο Σύστημα της χώρας ενώ παράλληλα δίνει κίνητρο να πραγματοποιηθούν επενδύσεις σε περιοχές με υψηλό εκμεταλλεύσιμο αιολικό δυναμικό, όπως τα νησιά, που δε θα ήταν βιώσιμες σε διαφορετική περίπτωση επιτυγχάνοντας παράλληλα τη Διασύνδεση τους με το Σύστημα, γεγονός που τα καθιστά ανεξάρτητα από ρυπογόνες και ακριβές τοπικές μονάδες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Παρόλα αυτά έχει παρατηρηθεί ότι σε περιοχές όπου το δίκτυο είναι κορεσμένο και είτε δεν προβλέπεται η επέκτασή του είτε η σχεδιασμένη επέκτασή του απαιτεί πολλά χρόνια μέχρι να υλοποιηθεί, οι επενδυτές, προκειμένου να αναπτύξουν τα επενδυτικά τους σχέδια, αναγκάζονται ουσιαστικά να συμπεριλαμβάνουν σε αυτά νέες υποθαλάσσιες γραμμές μεταφοράς προκειμένου να διασυνδεθούν τα έργα τους στο Σύστημα της χώρας. Κατ’ αυτό τον τρόπο οι εν λόγω επενδύσεις επιβαρύνονται με το κόστος ανάπτυξης των νέων υποθαλάσσιων γραμμών μεταφοράς χωρίς ωστόσο να επωφελούνται της διάταξης του νόμου που προβλέπει την αυξημένη τιμή πώλησης της ηλεκτρικής ενέργειας, όπως ορίζεται παραπάνω, με αποτέλεσμα να παραμένει στα 87,85 €/MWh. Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω και προκειμένου να μην υπάρχει διαφορετική μεταχείριση στα έργα που αναπτύσσονται στα μη διασυνδεδεμένα νησιά σε σχέση με αυτά που αναπτύσσονται σε περιοχές με κορεσμένο δίκτυο, ενώ ουσιαστικά και στις δύο περιπτώσεις τα έργα είναι αποκλεισμένα ενεργειακά από το ηπειρωτικό σύστημα μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας χωρίς την πραγματοποίηση νέων έργων σύνδεσης, προτείνεται η ακόλουθη τροποποίηση: Διατύπωση νόμου: «Η παραγόμενη ηλεκτρική ενέργεια από σταθμούς Α.Π.Ε. που εγκαθίστανται σε Μη Διασυνδεδεμένα Νησιά και βραχονησίδες της Ελληνικής Επικράτειας και οι οποίοι συνδέονται στο Σύστημα μέσω νέας υποθαλάσσιας διασύνδεσης απαραίτητης για τη διοχέτευση της παραγόμενης ενέργειας, το κόστος της οποίας επιβαρύνονται εξ ολοκλήρου οι κάτοχοι των οικείων αδειών παραγωγής, με εξαίρεση τα τυχόν πρόσθετα έργα της παραγράφου 5 του άρθρου 11 του ν. 3468/2006, όπως ισχύει, τιμολογείται με βάση την τιμή του στοιχείου α΄ για Μη Διασυνδεδεμένα Νησιά του ανωτέρω πίνακα τιμολόγησης, προσαυξημένη κατά ποσοστό 10% πλέον του ποσοστού επί τοις εκατό που ορίζεται από την τετραγωνική ρίζα του λόγου της ευθείας απόστασης σε χιλιόμετρα μεταξύ της εξόδου του τερματικού υποσταθμού ανύψωσης των σταθμών και του σημείου του υφιστάμενου Συστήματος τα οποία συνδέονται μέσω του νέου έργου σύνδεσης, προς το δεκαπλάσιο της συνολικής εγκατεστημένης ισχύος των σταθμών σε MW. Η προσαύξηση δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερη από 25%. Η προσαύξηση ισχύει και μετά την πιθανή διασύνδεση του νησιού ή της νησίδας και προσθετικά σε πιθανή προσαύξηση της προηγούμενης περίπτωσης γ΄.» Τροποποίηση: «Η παραγόμενη ηλεκτρική ενέργεια από σταθμούς Α.Π.Ε. που εγκαθίστανται σε Μη Διασυνδεδεμένα Νησιά ή Διασυνδεδεμένα με κορεσμένο Δίκτυο και βραχονησίδες της Ελληνικής Επικράτειας και οι οποίοι συνδέονται στο Σύστημα μέσω νέας υποθαλάσσιας διασύνδεσης απαραίτητης για τη διοχέτευση της παραγόμενης ενέργειας, το κόστος της οποίας επιβαρύνονται εξ ολοκλήρου οι κάτοχοι των οικείων αδειών παραγωγής, με εξαίρεση τα τυχόν πρόσθετα έργα της παραγράφου 5 του άρθρου 11 του ν. 3468/2006, όπως ισχύει, τιμολογείται με βάση την τιμή του στοιχείου α΄ για Μη Διασυνδεδεμένα Νησιά του ανωτέρω πίνακα τιμολόγησης, προσαυξημένη κατά ποσοστό 10% πλέον του ποσοστού επί τοις εκατό που ορίζεται από την τετραγωνική ρίζα του λόγου της ευθείας απόστασης σε χιλιόμετρα μεταξύ της εξόδου του τερματικού υποσταθμού ανύψωσης των σταθμών και του σημείου του υφιστάμενου Συστήματος τα οποία συνδέονται μέσω του νέου έργου σύνδεσης, προς το δεκαπλάσιο της συνολικής εγκατεστημένης ισχύος των σταθμών σε MW. Η προσαύξηση δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερη από 25%. Η προσαύξηση ισχύει και μετά την πιθανή διασύνδεση του νησιού ή της νησίδας και προσθετικά σε πιθανή προσαύξηση της προηγούμενης περίπτωσης γ΄.» Αιτιολογία: Θεωρούμε ότι είναι δίκαιο ο Παραγωγός που με την πραγματοποίηση νέας υποθαλάσσιας σύνδεσης ανεξάρτητης από το διασυνδεδεμένο δίκτυο του νησιού απελευθερώνει ενεργειακά μια περιοχή με κορεσμένο δίκτυο, να απολαμβάνει τα ίδια προνόμια είτε η περιοχή αυτή είναι διασυνδεδεμένο είτε μη διασυνδεδεμένο νησί. Με τιμή, Για την RF ENERGY Α.Ε
 
 
ΓΕΩΡΓΙΑ ΚΑΤΣΕΝΗ
Να δοθεί η δυνατότητα στους κατόχους αδειών της παραγράφου 1δ του άρθρου 4 του ν. 3468/2006 (άδειες εξαίρεσης) για μικρές Ανεμογεννήτριες στο μη διασυνδεδεμένο δίκτυο με ισχύ μικρότερη ή ίση των 40kW, να υποβάλουν αίτηση τροποποίησης της ισχύος σε 50kW όπως θα επιτρέπεται για τις Άδειες που θα υποβάλλονται στο εξής σύμφωνα με το παρόν σχέδιο νόμου χωρίς διάκριση μεταξύ διασυνδεδεμένου και μη διασυνδεδεμένου δικτύου.
 
 
ΕΛΕΤΑΕΝ
Η συγκεκριμένη ρύθμιση είναι εκτός πραγματικότητας: Οι επιχειρήσεις Α.Π.Ε., οι εργαζόμενοι και τα στελέχη τους, σταυρώνονται καθημερινά από την απίθανη ψυχοφθόρα γραφειοκρατία και παραμένουν ανυπεράσπιστοι απέναντι στην κρατική αυθαιρεσία και απέναντι σε κάθε στέλεχος της διοίκησης που, οχυρωμένο –δίκαια ή άδικα – πίσω από το αντιφατικό θεσμικό πλαίσιο, αρνείται να γνωμοδοτήσει, γνωμοδοτεί εκτός των αρμοδιοτήτων του ή γνωμοδοτεί ξαφνικά και αυτεπάγγελτα αντίθετα από ό,τι η ίδια η υπηρεσία του είχε γνωμοδοτήσει πριν από καιρό! Η ανικανότητα και η αδιαφορία της πολιτικής ηγεσίας να επιλύσει αυτά τα προβλήματα είναι εξοργιστική. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι το ΥΠΕΚΑ δεν έχει καν ασχοληθεί με το να εξετάσει ή να δρομολογήσει την άρση των διοικητικών εμποδίων σύμφωνα με την καταγραφή και το σχέδιο δράσης που περιέλαβε η έκθεση που το ίδιο το ΥΠΕΚΑ απέστειλε στην Τρόικα τον Απρίλιο του 2012 στο πλαίσιο των προβλέψεων του Μνημονίου ΙΙ. Επειδή λοιπόν το Κράτος είναι ανίκανο, οι πολίτες πρέπει να πληρώσουν! Με δεδομένο ότι ο ελάχιστος χρόνος που απαιτείται για την υλοποίηση ενός αιολικού πάρκου, αν όλα πάνε καλά, είναι οκτώ έτη μετά την άδεια παραγωγής, η προτεινόμενη ρύθμιση σημαίνει επιβάρυνση 7.500 – 15.000 € ανά MW που διαθέτει άδεια παραγωγής. Με βάση τα επίσημα στοιχεία του ΥΠΕΚΑ (Ιούνιος 2012) ο συντελεστής υλοποίησης (success factor) για τα αιολικά έργα που διαθέτουν άδεια παραγωγής είναι 7,6%. Αυτό σημαίνει ότι η επιβάρυνση που προκαλεί η προτεινόμενη ρύθμιση ανά τελικά υλοποιημένο MW είναι 98.000 – 196.000 €/MW, δηλαδή αύξηση 7% – 15% του σημερινού κόστους επένδυσης ή 50% σχεδόν αύξηση του κόστους ανάπτυξης των υλοποιημένων έργων. Περαιτέρω η προτεινόμενη ρύθμιση δεν προσφέρει τίποτα το ουσιαστικό στην κάλυψη του ελλείμματος του ΛΑΓΗΕ αφού δεν εξασφαλίζει ούτε το 2% των απαιτούμενων ετήσιων πόρων. Μια παράπλευρη συνέπεια της προτεινόμενης ρύθμισης είναι ότι ωθεί τις επιχειρήσεις να απαιτούν με αγωγή τη ζημία που θα υποστούν εξαιτίας των καθυστερήσεων της διοίκησης και ποσοτικοποιεί –έστω και χωρίς τεκμηρίωση- το ελάχιστο ποσό αυτής της ζημιάς.
 
 
ΕΛΕΤΑΕΝ
Οι Α.Π.Ε. και πάλι ποινολογούνται εάν δεν μπορούν να βρουν χρηματοδότηση. Όταν κάθε πολίτης έχει δικαίωμα να εκδώσει μια οικοδομική άδεια, να μην την υλοποιήσει και ακολούθως να εκδώσει άλλη, οι επιχειρήσεις Α.Π.Ε. δεν μπορεί να έχουν ανάλογο δικαίωμα! Αν μια επιχείρηση αδυνατεί να εκδώσει την εγγυητική επιστολή για να ανανεώσει την άδεια της, τότε χάνει τον γεωγραφικό χώρο όπου επί χρόνια αγωνιζόταν να αναπτύξει την επένδυσή της και αυτός μπορεί να καταληφθεί από άλλη επιχείρηση που θα λάβει άδεια παραγωγής χωρίς εγγυητική επιστολή! Μια εντελώς αδιαφανής και ανισότιμη διαδικασία.