Βλέπετε τα σχόλια που σχετίζονται με την ομάδα λέξεων που επιλέξατε.
 
Δημήτρης Μ.
Για την Παράγραφο 3 του άρθρου 2«3. Τα προσόντα και τα κριτήρια επιλογής πρέπει να συντρέχουν κατά τη λήξη της προθεσμίας υποβολής των αιτήσεων. Η ημερομηνία αυτή λαμβάνεται υπόψη και για τη μοριοδότηση των υποψηφίων, όπου απαιτείται κατά τις κείμενες διατάξεις»………..Πως θα μοριοδοτηθούν οι υποψήφιοι οι οποίοι υπηρετούσαν την 31/10/2011, και είχαν μεταπτυχιακό ή διδακτορικό τίτλο που δεν είχε εγκριθεί η συνάφεια του, ή απέκτησαν ή θα τον αποκτήσουν μετά την 1/11/2011.Θεωρώ ότι τόσο με τα άρθρα 6&7 του Ν. 4024/2011, αλλά και με τον προτεινόμενο νόμοδεν λαμβάνεται υπόψη η περίπτωση των υπηρετούντων δημοσίων υπαλλήλων την 31/10/2011 που απέκτησαν μεταπτυχιακό ή διδακτορικό τίτλο μετά την 1/11/2011, ή θα τον αποκτήσουν και μετά την εφαρμογή του προτεινόμενου νόμου.Π.χ. Α) Για την περίπτωση μεταπτυχιακού τίτλου: Ο ένας υπάλληλος ΠΕ , έστω Χ, θα έχει βαθμό Γ (+2 έτη, λόγω απόκτησης και αναγνώρισης μεταπτυχιακού πριν την 31/10/11), ο δεύτερος υπάλληλος ΠΕ, έστω Υ, βαθμό Δ (λόγω απόκτησης μεταπτυχιακού τίτλου μετά την 1/11/2011, που δεν έχει προσμετρηθεί ).Β) Για την περίπτωση διδακτορικού τίτλου: Υπάλληλος ΠΕ Χ, με ένα χρόνο προυπηρεσίας την 31/10/2011, κάτοχος διδακτορικού τίτλου κατατάχθηκε στο βαθμό Δ1, και σήμερα είναι στο βαθμό-μισθολογικό κλιμάκιο Δ2, υπάλληλος ΠΕ, έστω Υ, με τρία χρόνια υπηρεσίας την 31/10/2011 κατατάχθηκε στο βαθμό Ε.Ο Υ υπάλληλος έχει αποκτήσει διδακτορικό τίτλο μετά την 1/11/2011 και βρίσκεται και πάλι στο βαθμό Ε.Οι παραπάνω υπάλληλοι που έχουν αποκτήσει μεταπτυχιακούς ή διδακτορικούς τίτλους μετά την 1/11/2011, αδικούνται και δεν αντιμετωπίζονται ίσα και με ενιαίο τρόπο με τους συνυποψήφιους τους. Πως σκέπτεστε να καλύψετε το κενό αυτό;
 
 
ariadne
1. «…και δεν έχουν προφανή απόκλιση από την υλοποίηση της στοχοθεσίας τα προηγούμενα έτη πριν την επιλογή τους»: η στοχοθεσία δεν εφαρμόζεται (τουλάχιστον με τον τρόπο που πρόβλέπεται από τις σχετικές διατάξεις), άρα πως θα προκύψει αν έχουν ή όχι απόκλιση; 2. «Προκήρυξη για την επιλογή προϊσταμένων»: ποιο θα είναι το περιεχόμενο της προκήρυξης; Η (ελληνική) εμπειρία έχει δείξει, ότι αν δεν θεσπιστούν (και εφαρμοστούν) συγκεκριμένα κριτήρια, οι προκηρύξεις θα είναι προσχηματικές 3. Το ΠΔ της παραγράφου 3, τι θα περιλαμβάνει; Γιατι δεν εφαρμόζεται ο Ν 3839/2010 (αν δεν κάνω λάθος) για την επιλογή προισταμένων που θεσπίζει καποια σγκεκριμένα κριτήρια; 4. Στην παράγραφο 3 : «Με το προεδρικό διάταγμα της παρούσας παραγράφου μπορεί να καταργείται, να αντικαθίσταται ή να τροποποιείται κάθε διάταξη νόμου ή κανονιστικής πράξης που ρυθμίζει τα ίδια θέματα» : η εξουσιοδότηση δεν μπορεί να είναι τόσο γενικη 5. «Σε περίπτωση που προϊστάμενος Γενικής Διεύθυνσης Υπουργείου, μετά τη λήξη της θητείας του, δεν επιλέγεται …., μπορεί, εφόσον συντρέχει υπηρεσιακή ανάγκη και κρίνεται ικανός για την άσκηση των σχετικών καθηκόντων, να αποσπάται, με αίτησή του ή αυτεπαγγέλτως, σε σώματα επιθεώρησης ή ελέγχου ή να του ανατίθενται επιτελικά ή ειδικά καθήκοντα» : χωρίς προκήρυξη και αξιολόγηση υποψηφιοτήτων; Σαν «τακτοποίηση» ημετέρων φαίνεται και μάλιστα σε θέσεις επιθεωρησης και επιτελικές.
 
 
αργυρης
Οι δημόσιοι υπάλληλοι που έχουν προϋπηρεσία στον ιδιωτικό τομέα είναι πάντα αδικημένοι.Βαθμολογικά δεν μπορούν να ανταγωνιστουν τους συναδέλφους της κλάσης τους διότι δεν αναγνωρίζεται αυτη η προϋπηρεσία τους στον ιδιωτικό τομέα και έτσι δεν εχουν ελπιδεςΓιατί δεν εκδιδεται το σχετικο Προεδρικο Διατάγμα όπως ορίζει ο Ν. 4024/2011; για αναγνωριση σχετικη με τον κλαδο που υπηρετουν μεχρι επτα χρονια στον ιδιωτικο τομεα?αν γινει αυτο την θεση της απογοητευσης θα παρει η ελπιδα και το ενδιαφερον και θα κινητοποιηθουν «κρυφες θετικες δυναμεις» απο τους μεχρι σημερα μονιμως παραγκωνισμενους κατοχους μεταπτυχιακων – διδακτορικων που λογικα και στατιστικα μπορουν να προσφερουν περισσοτερα και καλυτερα.
 
 
ΚΥΡΙΑΚΗ ΓΑΝΙΤΟΥ
Ο Ν. 1232/1982 (άρθρο 9 παρ. 1) εισήγαγε στη νομοθεσία τον όρο δημόσιος τομέας, το δε Σύνταγμα (άρθρο 103 παρ. 7) προβλέπει τον όρο ευρύτερος δημόσιος τομέας. Οι όροι αυτοί έχουν οργανική έννοια και περιλαμβάνουν, σύμφωνα με το άρθρο 1Β του Ν. 2362/1995 (που προστέθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 3871/2010) και το άρθρο 1 παρ. 6 του Ν. 3429/2005, το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τις δημοτικές επιχειρήσεις…(Βλ. σχετ. Σηλιωτόπουλου, Ε. Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, τόμ. Ι, 14η έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 15, υποσ. 2). Από 01-01-2013 σύμφωνα με τον ν. 4093/2012 (υποπαράγραφος Γ1 της παραγράφου Γ περ. 12) «Οι διατάξεις του Κεφαλαίου Δεύτερου του ν. 4024/2011 που αφορούν το βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς των υπαλλήλων του άρθρου 4 του ίδιου νόμου, έχουν ανάλογη εφαρμογή, από 1.1.2013, και στο προσωπικό των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), που ανήκουν στο Κράτος ή σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α., κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησης τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανωνύμων εταιρειών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α` του ν. 3429/2005 (Α` 314), όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ. 1α του άρθρου 1 του ν. 3899/2010 (Α`212)». Από τα παραπάνω προκύπτει ότι και τα Ν.Π.Ι.Δ. των ΟΤΑ (Δημοτικές Επιχειρήσεις) από 01.01.2013 εντάσσονται κανονικά στο Ενιαίο Μισθολόγιο όπως όλοι οι Δημόσιοι Υπάλληλοι. Συνεπώς, δε δικαιολογείται οι ρυθμίσεις των άρθρων 1 και 2 του ανωτέρω νομοσχεδίου να μην εφαρμόζονται και στα ΝΠΙΔ και συγκεκριμένα στις δημοτικές επιχειρήσεις, αφού πλέον το ενιαίο μισθολόγιο ισχύει και για τις δημοτικές επιχειρήσεις, οι οποίες υποχρεούνται να έχουν οργανογράμματα και απασχολούν άτομα σε θέσεις ευθύνης.Είναι, λοιπόν, κατάφωρη αδικία, άτομα που προσελήφθησαν με σύμβαση αορίστου χρόνου μέσω προκήρυξης που διεξήχθη υπό τον έλεγχο του ΑΣΕΠ, για θέσεις Προϊσταμένου, να τίθενται στην ίδια μοίρα με τους εργαζόμενους των ΝΠΙΔ ή γενικότερα φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα που προσελήφθησαν εκτός ΑΣΕΠ και βρίσκονται σε θέσεις Προϊσταμένων με λιγότερα τυπικά προσόντα από τους υφισταμένους τους και οι οποίοι δεν αξιολογήθηκαν από το ΑΣΕΠ για να προσληφθούν στις θέσεις που κατέχουν. Από τη στιγμή που ο τρόπος αμοιβής και για τους υπαλλήλους των ΝΠΙΔ είναι κοινός με τους υπαλλήλους του στενού δημόσιου τομέα και από τη στιγμή που οι νομοθετικές διατάξεις για την κινητικότητα των υπαλλήλων ΔΕ Διοικητικού αφορούσαν και στους υπαλλήλους των ΝΠΙΔ, δεν καταλαβαίνω τον λόγο που θα πρέπει οι τελευταίοι να μείνουν εκτός του πεδίου εφαρμογής του ανωτέρω νομοσχεδίου και να μην τους δίνεται η δυνατότητα προαγωγής με αξιοκρατικά και αντικειμενικά κριτήρια, βάσει των τυπικών προσόντων κι όχι του κριτηρίου της προϋπηρεσίας.Σε κάθε περίπτωση δε, απαιτείται να γίνει πρόβλεψη μεταφοράς του προσωπικού ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου των ΝΠΙΔ που προσλήφθηκε μέσω ΑΣΕΠ σε φορείς του δημόσιου τομέα, με την ίδια θέση (Προϊσταμένου ή μη) και με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα, κατ’ αναλογία με τη σχετική πρόβλεψη του Καλλικράτη για τη συγχώνευση δημοτικών επιχειρήσεων (άρθρο 109 παρ. 2 και 5), σε περίπτωση κατάργησης των ΝΠΙΔ. Κι αυτό γιατί οι υπάλληλοι που προσλήφθηκαν σε ΝΠΙΔ του ευρύτερου δημόσιου τομέα μέσω ΑΣΕΠ και μάλιστα σε θέσεις ευθύνης, έχουν αξιολογηθεί ήδη από το ΑΣΕΠ, και κατά συνέπεια οποιαδήποτε περίπτωση μείωσης, πολλώ δε μάλλον οριστικής απώλειας, της θέσης εργασίας τους αποτελεί, εκτός των άλλων, αμφισβήτηση του κύρους των αποφάσεων της Ανεξάρτητης Αρχής για την επιλογή προσωπικού και σε καμία περίπτωση δε συνάδει με την έννοια της «ΕΝΙΑΙΑΣ» αντιμετώπισης του ευρύτερου δημόσιου τομέα που επιδιώκεται να γίνει.
 
 
Απ.Ν.
Σχόλια επι του Νομοσχεδίου Άρθρο 2, Παράγραφος 2, Εδάφιο αΚαταργείται ο περιοριστικός όρος κατοχής πτυχίου ΑΕΙ για κατάληψη θέσεων γενικών διευθυντών. Ανοίγει έτσι ο δρόμος για εκλογή σε αυτές τις θέσεις υπάλληλων με κατώτερα τυπικά προσόντα αναλόγως των όρων του εκάστοτε εκδιδόμενου Προεδρ. Διατάγματος. Σαφής οπισθοδρόμηση σε σχέση με το προηγούμενο θεσμικό πλαίσιο.Επί παραδείγματι δεν υφίσταται πλέον κανένας περιορισμός για την κατάληψη θέσεων γενικού διευθυντή από υπαλλήλους που εντάχθηκαν στους κλάδους ΤΕ με τα παλαιότερα πτυχία των διετών τεχνικών σχολών, ή ακόμη και υπαλλήλους δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Σε καμία περίπτωση δεν διαφαίνεται να ενισχύεται η ιεραρχική προώθηση νέων ανθρώπων με αυξημένα τυπικά προσόντα.Ως βελτίωση στο προηγούμενο θεσμικό πλαίσιο επιλογής γενικών διευθυντών θα περίμενε κανείς να γίνεται αναφορά στην υποχρέωση κατοχής πτυχίου Πανεπιστημίου ΚΑΙ συναφούς Μεταπτυχιακού Τίτλου κατ’ ελάχιστον, ή εν πάση περίπτωση στην υποχρέωση κατοχής συνδυασμού πτυχίων (σε εξαιρετικές περιπτώσεις ακόμη πιθανώς και των αναβαθμισμένων ΤΕΙ αλλά σίγουρα όχι των διετών Τεχνικών Σχολών), υπό την προϋπόθεση τα πτυχία ή οι συνδυασμοί αυτών να αριθμούν συνολικά τουλάχιστον πέντε ή έξι χρόνια τυπικής εκπαίδευσης. Παράγραφος 3Διαφαίνεται να καταργούνται έμμεσα μέσω έκδοσης Προεδρ. Διαταγμάτωνοι διατάξεις του άρθρου 85 του Κώδικα Δημοσίων Υπαλλήλωνόπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν.3839/2010. Οι διατάξεις αυτές ορίζουνσυγκεκριμένη μοριοδότηση τυπικών προσόντων. Επίσης δεν είναι δυνατό σημαντικά ζητήματα της Δημόσιας Διοίκησης, όπως όι όροι της επιλογής των Προϊσταμένων να κατακερματίζονται σε διάφορα Προεδρικά Διατάγματα, τα οποία μπορεί στο τέλος να αποδειχτούν αντιφατικά και αντικρουόμενα.Γενικότερα δεν είναι ορθό να υπάρξει κινητικότητα προϊσταμένων εντός δημοσίουχωρίς τη θέσπιση ενιαίων επιπέδων προσόντων και κριτηρίων επιλογής σε θέσεις ευθύνης σε όλους τους φορείς του δημοσίου.Επί παραδείγματι υπάλληλος υπουργείου Α μπορεί αν επιλεγεί βάσει Προεδρ. Διατάγματος Α.1 και ακολούθως να μετακινηθεί σε υπουργείο Β όπου υπάλληλοι με υψηλότερα τυπικά προσόντα δεν κατέστη δυνατό να εκλεγούν σε θέση ευθύνης λόγω διαφορετικών απαιτήσεων του αντίστοιχου Προεδ.Διατ. Β.2.Η επαναφορά στο καθεστώς ενιαίας περιγραφής προσόντων του 3839/2010 (αλλά και του 3528/2007) είναι επιβεβλημένη εάν το ζητούμενο είναι η διαφάνεια και η αξιοκρατία σε μία ενιαία δημόσια διοίκηση. Άρθρο 2, Παράγραφος 7, Εδάφιο αΑφήνεται ασαφές το μέγιστο επιτρεπόμενο χρονικό διάστημα τοποθέτησηςπροσωρινού αναπληρωτή προϊστάμενου οργανικής μονάδας. Συγκεκριμένα δεν ξεκαθαρίζεται εάν οφείλουν να εφαρμοστούν οι διατάξεις του άρθρου 86 ,Παράγραφ. 2, εδάφιο στ και Παράγραφος 6 του Ν.3528/2007 (Κώδικας Δημοσίων Υπαλλήλων)όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο πρώτο του Ν.3839/2010, σύμφωνα με τις οποίεςορίζεται μέγιστο χρονικό διάστημα 3 μηνών και 1 μήνα για την τοποθέτηση αντίστοιχα προϊστάμενων οργανικών μονάδων επιπέδου γενικής διεύθυνσης και διεύθυνσης/τμήματος κατόπιν επιλογής με αντικειμενικά κριτήρια. Η κατά καταχρηστικό τρόπο παράταση της περιόδου αναπλήρωσης των θέσεων ευθύνηςπέραν των προβλεπόμενων χρονικών ορίων χωρίς διαδικασία επιλογής με αντικειμενικά κριτήρια βάλλει ευθέως κατά του συστήματος αξιοκρατίας στο δημόσιο και της ανεξαρτησίας της δημόσιας διοίκησης από έξωθεν παρεμβάσεις. Ήδη σήμερα παρατηρούνται σε πολλές περιπτώσεις παρατεταμένα διαστήματα κάλυψης κενών θέσεων ευθύνης με προσωρινούς αναπληρωτές χωρίς να εκδίδονται οι σχετικές προκηρύξεις για την αντικατάσταση κατόπιν επιλογής εντός των προβλεπόμενων χρονικών ορίων, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις του άρθρου 86 του Δημοσιουπ. Κωδ., παρά το γεγονός ότι έχουν συσταθεί τα αρμόδια όργανα επιλογής.Το νέο θεσμικό πλαίσιο θα έπρεπε να ενσκήψει σε αυτό το πρόβλημα με σαφέστερες και δεσμευτικότερες διατάξεις για τα οικεία υπηρεσιακά συμβούλια ή τα αντίστοιχα όργανα επιλογής προϊσταμένων οργανικών μονάδων. Όσον αφορά την τροποποίηση που ψηφίστηκε στο Ν.4141/2013 Άρθρο 17, Παράγραφος 5, στην οποία αναφέρεται αυτολεξεί:«5. α. Κατά την αληθή έννοια του πρώτου εδαφίου τηςπαρ. 3 του άρθρου 86 του ν. 3528/2007, η προβλεπόμενηστη διάταξη αυτή προθεσμία του ενός (1) μηνός είναιενδεικτική.»και αναιρεί την υποχρέωση επιλογής εντός 1 μήνα προϊσταμένων διευθύνσεων και τμημάτων των οποίων η θητεία λήγει, πρέπει να γίνουν τα εξής σχόλια:1. Καταρχάς η αναφορά έπρεπε να γίνεται στο νόμο 3839/2010 που αντικαθιστά τα άρθρα 84 έως 87 του Ν.3528/2007 (και τροποποιεί στην πράξη και την αρίθμηση των παραγράφων και το περιεχόμενο αυτών). Και μόνο η αναφορά σε παλαιότερο κείμενο νόμου που έχει ήδη αντικατασταθεί, εγείρει ζήτημα εγκυρότητας της παραπάνω τροπολογίας-ερμηνείας.2. Η περίπτωση του Ν.3528/2007 στην οποία αναφέρεται η παραπάνω τροπολογία-ερμηνεία ΔΕΝ αφορά την αναπλήρωση προϊσταμένων ΚΕΝΩΝ ή ΝΕΩΝ θέσεων (Άρθρο 86, Παράγραφος 7), αλλά την προκήρυξη εκείνων των θέσεων των οποίων η θητεία λήγει (Άρθρο 86, Παράγραφος 3), και άρα έστω και μία φορά νομίμως έχουν επιλεγεί σε αυτές υπάλληλοι από τα αρμόδια όργανα, τα οποία μετά την ψήφιση του Ν.3839/2010 είναι τα οικεία υπηρεσιακά συμβούλια ή συμβούλια επιλογής προϊσταμένων υπό την προϋπόθεση της διενέργειας ΑΝΟΙΧΤΟΥ διαγωνισμού με αντικειμενικά κριτήρια.3. Ανάλογη κατά το νόημα πρόβλεψη με αυτήν της παραπάνω τροπολογίας που αφορά όμως τους γενικούς διευθυντές υπάρχει ήδη στο Άρθρου 86, Παραγραφ. 2, Εδάφιο ε του Ν.3528/2007 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν.3839/2010. Αναφέρεται συγκεκριμένα ότι:«Οι προϊστάμενοι Γενικών Διευθύνσεων των οποίων η θητεία λήγει, εξακολουθούν να διατηρούν τη θέση τους και να ασκούν τα καθήκοντά τους έως την επιλογή και τοποθέτηση νέων προϊσταμένων»Αυτό δε σημαίνει όμως ότι καταργείται η υποχρέωση πλήρωσης ΚΕΝΩΝ ή ΝΕΩΝ θέσεων γενικών διευθυντών εντός συγκεκριμένου (τρίμηνου) χρονικού ορίου (Άρθρου 86, Παράγραφ. 2, εδάφιο στ, του Ν.3839/2010).4. Η τροπολογία αυτή εάν εφαρμοστεί και στους αναπληρωτές των κενών ή νέων θέσεων ευθύνης είναι προβληματική και εγείρει θέμα συνταγματικότητας, διότι κατακερματίζει το ενιαίο σύστημα ιεραρχικής και βαθμολογικής εξέλιξης της δημόσιας διοίκησης (μέσω απόδοσης μορίων και σε κριμένους και σε ΜΗ κριμένους αναπληρωτές προϊσταμένους). Πιθανώς θα έπρεπε να καθίσταται σαφές από την αρχή ότι η αναπλήρωση κενών θέσεων ευθύνης πέραν κάποιου συγκεκριμένου χρόνου πρέπει να γίνεται χωρίς την καταβολή επιδόματος θέσης και των αντίστοιχων μορίων. Έτσι θα ήταν δυνατή η εναλλαγή υπαλλήλων σε αυτές και η αποτροπή κατάληψης τους από συγκεκριμένα μόνο άτομα εμφορούμενα πιθανώς σε κάποιες περιπτώσεις και από ιδιοτελή κίνητρα.5. Η ολοκλήρωση της όποιας αντικειμενικής διαδικασίας επιλογής σαφώς και δεν μπορεί να επιτυγχάνεται πάντα εντός καθορισμένων χρονικών ορίων. Ωστόσο είναι αδικαιολόγητη η μη έκδοση της προκήρυξης της αντίστοιχης θέσεως από την πρώτη μέρα τοποθέτησης του αναπληρωτή υπαλλήλου της κενής θέσεως διευθυντή ή τμηματάρχη. Πιθανώς ο νόμος θα έπρεπε να προβλέπει την υποχρεωτική αναγραφή της διαδικασίας έναρξης προκήρυξης της κενής θέσεως στην ίδια απόφαση που ορίζει τον αναπληρωτή προϊστάμενο. Άρθρο 2, Παράγραφος 7, Εδάφιο βΠρος τη κατεύθυνση ενίσχυσης εφαρμογής των νέων μέτρων και εμπέδωσης του αισθήματος διαφάνειας και αξιοκρατίας στο δημόσιο καλό θα ήταν να αναθεωρηθεί και η προτεινόμενη κατάργηση του άρθρου 11 του Ν.4024/2011 (ενιαίο βαθμολόγιο- μισθολόγιο), το οποίο προβλέπει εφαρμογή των όρων και προϋποθέσεων επιλογής γενικών διευθυντών και στις προκηρύξεις επιλογής διευθυντών.Το άρθρο 11 του Ν.4024/2011 συμβάλλει ουσιωδώς στη διαφάνεια, στην αξιοκρατία αλλά και στην κινητικότητα των προϊσταμένων υπαλλήλων στο Δημόσιο μέσω της διενέργειας καθολικών διαγωνισμών επιλογής διευθυντών με ανοιχτές προκηρύξεις στις οποίες έχουν δικαίωμα συμμετοχής υπάλληλοι και άλλων υπουργείων. Παράλληλα έμμεσα δίνεται η δυνατότητα στον υποψήφιο Υπάλληλο επιλογής της θέσεως για την οποία διαγωνίζεται και ενισχύεται έτσι η ανεξαρτησία της Δημόσιας Διοίκησης. Παράγραφος 8Ομοίως με την Παράγραφο 7, δεν αναφέρεται το μέγιστο χρονικό όριο αναπλήρωσης θέσεων ευθύνης, ούτε γίνεται μνεία σε υποχρεωτική άμεση έναρξη της διαδικασίας επιλογής προϊσταμένων μέσω προκήρυξης των κενών ή νέων θέσεων. Προφανώς καμία διαδικασία δεν μπορεί να ολοκληρωθεί εντός συγκεκριμένων χρονικών ορίων, εάν δεν έχει καν ξεκινήσει. Γενικότερα το νομοσχέδιο αφήνει πολλά κενά και ερωτηματικά και καθιστά το θεσμικό πλαίσιο σαφώς πιο θολό και ομιχλώδες σε σχέση με τους νόμους 3839/2010 και 3528/2007. Καλό θα ήταν να αναθεωρηθεί σε αρκετά σημεία, ώστε να πάρει θέση σε συγκεκριμένα εφαρμοστικά ζητήματα που έχουν ήδη ανακύψει από την εμπειρία εφαρμογής των προαναφερθέντων νόμων.