Βλέπετε τα σχόλια που σχετίζονται με την ομάδα λέξεων που επιλέξατε.
 
Παναγιώτης Β.
Αγαπητοί συνάδελφοι και φίλοι,ύστερα από μια εποχή δημιουργίας πολλών δημοσίων υπηρεσιών εκπαιδευτικού και ψυχοκοινωνικού χαρακτήρα, είτε αυτόνομων, είτε προσαρτημένων σε άλλες Δημόσιες Υπηρεσίες (ΚΕΔΔΥ, ΙΠΔ, ΣΣΝ, ΚΨΥ, ΟΚΑΝΑ, ΙΚΑ, υπηρεσίες Δήμων, κ.λπ.), φτάσαμε στη σημερινή δύσκολη οικονομική συγκυρία, όπου πλέον δεν προβλέπεται περαιτέρω στελέχωση με τις ειδικότητες που προβλέπει ο νόμος. Έτσι, οι περισσότερες από τις παραπάνω υπηρεσίες έφτασαν στο σημείο να μην επαρκούν σε σχέση με το έργο που καλούνται να επιτελέσουν. Ο διοικητικός, αλλά κυρίως ο ουσιαστικός κατακερματισμός των υπηρεσιών αυτών είναι μια πραγματικότητα. Πιστεύω ότι αυτή η κατάσταση εξασθενεί την αποτελεσματικότητα του Δημοσίου και μειώνει την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών. Σημειώνω, ότι ακόμα και αν η καθεμία από τις παραπάνω υπηρεσίες διαθέτει όλες τις προβλεπόμενες ειδικότητες, πάλι μπορεί να μεγιστοποιήσει τη δράση της συνεργαζόμενη με υπηρεσίες που αναγκαστικά εμπλέκονται σε ορισμένους εξυπηρετούμενους (βλ. παρακάτω).Μια εφικτή και οικονομική λύση είναι η πλήρης αξιοποίηση του υπάρχοντος αξιόλογου ανθρώπινου δυναμικού μέσω ενός θεσμοθετημένου συντονισμού των υπηρεσιών. Ο συντονισμός θα ήταν ιδιαίτερα χρήσιμος σε εξυπηρετούμενους πολίτες που έχουν πολλαπλές ιδιότητες (π.χ. ασφαλισμένος, δημότης και μαθητής). Επιτρέψτε μου ένα σύντομο παράδειγμα: μαθητής που είχε πάρει εξιτήριο ύστερα από βραχύχρονη ψυχιατρική νοσηλεία επέστρεψε στο σχολείο χωρίς κάποιο αναγνωρίσιμο σχέδιο επανένταξης. Το αποτέλεσμα ήταν να τον κοροϊδέψουν για τη νοσηλεία του και να αναγκαστεί να διακόψει το σχολείο. Είναι φανερό ότι χρειαζόμαστε συνεργασία των υπηρεσιών (στο παράδειγμα: της Δημόσιας Κλινικής, του Συμβουλευτικού Σταθμού Νέων και του Σχολείου). Σήμερα, υπάρχουν αρκετές ορθές πρακτικές συνεργασίας των υπηρεσιών, αλλά οφείλονται σε ατομικές πρωτοβουλίες και όχι σε κάποιο οργανωμένο σχέδιο.Πιστεύω, ότι αυτή η ιδέα χρειάζεται ανάπτυξη για να ευδοκιμήσει. Μερικά από τα σημεία που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη είναι τα εξής: 1) Δημιουργία Πρωτοκόλλων Συνεργασίας και σχετική διαμόρφωση Νόμων (ΦΕΚ, Εγκύκλιοι). Σε συνάφεια με αυτά, προτείνεται η δημιουργία Παρατηρητηρίου ή/και θέσπιση ενός Συντονιστή Υπηρεσιών ψυχοκοινωνικού χαρακτήρα ανά περιφέρεια. 2) Δημιουργία ενιαίου ηλεκτρονικού πρωτοκόλλου. Η ημερομηνία της πρώτης αίτησης να μετράει σε περίπτωση παραπομπής σε άλλη υπηρεσία (ο εξυπηρετούμενος να λαμβάνει τις υπηρεσίες με την προτεραιότητα που αντιστοιχεί στην πρώτη αίτηση). 3) Δημιουργία και διάδοση βάσης δεδομένων ανά περιφέρεια της χώρας με τα στοιχεία, όλων των δημοσίων και άλλων μη κερδοσκοπικών φορέων εκπαιδευτικού και ψυχοκοινωνικού ενδιαφέροντος. Στη βάση δεδομένων, πέραν των βασικών στοιχείων, οφείλουμε να δηλώνουμε τις (εναπομείναντες) ειδικότητες, το αν ο φορέας προσφέρει μόνο διάγνωση ή/και υποστήριξη, όπως επίσης και την ιδιαίτερη μέθοδο που εφαρμόζεται (ψυχοθεραπεία, συμβουλευτική, γνωστική συμπεριφορική προσέγγιση, κ.λπ.). 4) Επιμόρφωση και εκπαίδευση του προσωπικού με σκοπό τη δημιουργία ομάδων γονέων, μαθητών, εφήβων κ.λπ. Η ομαδική προσέγγιση στην ψυχοκοινωνική υποστήριξη, όχι μόνο είναι αποτελεσματική, αλλά πολλαπλασιάζει τη μικρή μας αριθμητική δύναμη έναντι των πολλών αιτημάτων (αναγκών) των πολιτών. 5) Τα προγράμματα ΕΣΠΑ να ενισχύουν τη λειτουργία του Δημοσίου, π.χ. αν είναι να αξιοποιηθεί κάποιος ψυχολόγος για την αντιμετώπιση της βίας, τότε να εντάσσεται στις υπάρχουσες δομές της εκπαίδευσης (π.χ. ΚΕΔΔΥ, ΣΣΝ, Γραφεία Αγωγής Υγείας) και να μην χρεώνεται σε ένα «τυχερό» σχολείο για ένα ολόκληρο έτος.Πιστεύω ότι η ιδέα του συντονισμού των εκπαιδευτικών και ψυχοκοινωνικών υπηρεσιών μπορεί να αυξήσει τις δυνατότητες του υπάρχοντος προσωπικού και να καταστήσει την παροχή υπηρεσιών ακόμα πιο αποτελεσματική.
 
 
KKP
Η δυσπιστία προς το Δημόσιο και τους λοιπούς Φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα είναι απολύτως δικαιολογημένη από τα τόσα χρόνια αναποτελεσματικότητας, έλλειψης οργάνωσης, έλλειψης αξιόπιστης αξιολόγησης δομών και προσώπων. Αυτό ισχύει ως καθημερινή διαπίστωση και από τους ίδιους τους εργαζόμενους μέσα στους χώρους & υπηρεσίες που εξυπηρετούν τον πολίτη. Εκεί που η κατάσταση χρίζει άμεσης αντιμετώπισης, ωστόσο, είναι η Τοπική Αυτοδιοίκηση. Οι φορείς του Δημοσίου είχαν μέχρι τώρα μια στοιχειώδη τουλάχιστον αξιολόγηση του ανθρώπινου δυναμικού και των υπηρεσιών τους, ενώ αντίθετα στους ΟΤΑ κάθε έννοια αξιοκρατίας καταλύθηκε προκειμένου να εξυπηρετηθούν κυρίως «πελατειακές σχέσεις». Αυτό, σε καμιά περίπτωση δε σημαίνει ότι δεν προσλήφθηκαν και αξιόλογα άτομα με προσόντα και διάθεση για τη μέγιστη αποδοτικότητα, όπως και για την εξυπηρέτηση του δημότη. Η δε σχέση εργασίας τους (είτε είχε ήδη εγκριθεί ως μόνιμη σχέση εργασίας, ή ως ιδιωτικού δικαίου, ή άλλη μικρότερης διάρκειας) δεν είχε επίδραση στην ποιότητα της δουλειά τους, διότι ο άξιος εργαζόμενος δεν περιμένει τη μονιμοποίηση για να εργαστεί αποτελεσματικά. Τους συγκεκριμένους εργαζόμενους μόνο μια σωστά σχεδιασμένη αξιολόγηση μπορεί να αναδείξει και να αξιοποιήσει για την κάλυψη των αναγκών σε τοπικό επίπεδο, και αυτή η ενέργεια δεν είναι δυνατό να χρονοτριβεί πλέον. Η περίφημη αξιολόγηση που εξαγγέλλεται εδώ και μήνες δεν είναι τόσο δύσκολο να ξεκινήσει τουλάχιστον από τους Δήμους της πρωτεύουσας και να επεκταθεί σταδιακά και στην περιφέρεια. Ειδικότερα δε σε επίπεδο Τοπικής Αυτοδιοίκησης που η έννοια της αξιολόγησης είναι μάλλον μια έννοια άγνωστη, είναι αναγκαίο τουλάχιστον σε μια πρώτη προσπάθεια ένα στοιχειώδες ξεκαθάρισμα μεταξύ των ικανών με προσόντα εργαζομένων και των ανίκανων και ανίδεων. Η φαινομενική -όπως γίνεται μέχρι σήμερα- αξιολόγηση, όταν χρησιμοποιείται ειδικά ως επιχείρημα για τη «νομιμοποίηση» κάποιων πράξεων ή/και την ανάδειξη/ προαγωγή κάποιων ανίκανων εργαζομένων (επειδή έχουν τα «μέσα» και τις «επαφές») έναντι άλλων, έχει περίεργες και κάποιες φορές «αθέμιτες» εφαρμογές!Μια παρενέργεια «αξιολόγησης» είναι, για παράδειγμα, να προάγεται επί σειρά ετών σε θέση Προϊσταμένου Διοικητικής Υπηρεσίας υπάλληλος (άρρεν) β’θμιας εκπαίδευσης, χωρίς γνώσεις ξένων γλωσσών & Η/Υ ή άλλης επιμόρφωσης, έναντι έτερης εργαζόμενης, τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με Διδακτορικό, άριστη γνώση ξένων γλωσσών και με πολλές επιμορφώσεις καθώς και αρκετών ετών επαγγελματικής εμπειρίας (προσοχή στο φύλο – πρόκειται για γυναίκα!). Δεν χρειάζεται να σχολιαστεί περαιτέρω ένα τέτοιο φαινόμενο που δυστυχώς δεν είναι σπάνιο στο χώρο της Τ.Α. που συνεχίζει να λειτουργεί σε μεγάλο βαθμό με την επαρχιώτικη εσωστρεφή νοοτροπία του «ψαρέματος» ψήφων/ παροχής προνομίων στους «ημέτερους» κλπ, όπως φαίνεται και από προηγούμενο σχόλιο που αναρτήθηκε επί του παρόντος άρθρου. Επίσης όπως φαίνεται από προηγούμενα σχόλια, η αξιοποίηση των επιτυχόντων μέσω ΑΣΕΠ θα έπρεπε να είναι το αυτονόητο σε μια χώρα που «πετροβολείται» συνεχώς για έλλειψη ικανών στελεχών, έλλειψη αποτελεσματικότητας/ απόδοσης/ οργάνωσης κ.α. Επομένως, μια πρώτη άμεση δράση που θα έπρεπε να λάβει η Πολιτεία ενόψει της τόσο πολυδιαφημιζόμενης «αξιολόγησης», θα μπορούσε να είναι η σύσταση μιας ολιγομελούς επιτροπής από ανεξάρτητους (από το Δημόσιο) καταξιωμένους επιστήμονες-εμπειρογνώμονες σε ζητήματα δημοσίων/ οργανωτικών/ λειτουργικών αναγκών των υπηρεσιών κ.α. για να επισκεφθούν όλους τους Δήμους, αρχής γενομένης από την Αθήνα. Άλλωστε, είναι πολύ πιο εύκολο να ανιχνευθεί η ανικανότητα ή ο παραλογισμός σε υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα της Τ.Α. του εγγύτερου χώρου της κεντρικής διοίκησης. Ωστόσο, η συγκεκριμένη επιτροπή θα πρέπει να λάβει υπόψη όχι μόνο τις επαφές με τη Διοίκηση και τους προϊσταμένους υπηρεσιών αλλά να έχει επαφές με τους συλλόγους εργαζομένων, με απλούς υπαλλήλους στο χώρο της εργασίας, να ζητήσει όλους τους οργανισμούς εσωτερικής υπηρεσίας του Δήμου και των Νομικών Προσώπων του και να εξετάσει κατά πόσο τα Νομικά Πρόσωπα που συνεχίζουν να λειτουργούν, έχουν αλληλοεπικαλυπτόμενες (με άλλες υπηρεσίες του Δήμου ή άλλα ΝΠΔΔ του ίδιου Δήμου) αρμοδιότητες και επομένως έχουν ως αποτέλεσμα κατασπατάληση οικονομικών πόρων και ανορθολογική κατανομή ανθρώπινου δυναμικού. Ένα ανάλογο παράδειγμα είναι η περίπτωση μεγάλου και γνωστού Δήμου της Ανατολικής Αττικής (με πληθυσμό έως 100.000 κατοίκους) που «νομιμοποίησε» την παράλογη λειτουργία δύο Νομικών Προσώπων του με το ίδιο αντικείμενο όταν στον «Καλλικράτη» αναφέρεται ρητά ότι «Κάθε δήμος μπορεί να συνιστά ή να έχει: Έως δύο (2) νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου,- ένα για τους τομείς αρμοδιοτήτων κοινωνικής προστασίας και αλληλεγγύης και παιδείας και- ένα για τους τομείς πολιτισμού, αθλητισμού και περιβάλλοντος, όπως αυτοί προβλέπονται στο άρθρο 75 του ν. 3463/2006, όπως ισχύει παρ 1 άρθρο 103 του ν. 3852/10. Ο συγκεκριμένος Δήμος διαθέτει, παρά τις οδηγίες, τρία νομικά πρόσωπα εκ των οποίων τα δύο έχουν αλληλοκαλυπτόμενες αρμοδιότητες και δραστηριότητες με βάση ένα ακατάληπτο σκεπτικό, που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η διευθέτηση αυτή μάλλον εξυπηρέτησε διανομή «καθισμάτων» σε ημέτερους συμβούλους/ προέδρους Δ.Σ. και αντίστοιχη ανάθεση αρμοδιοτήτων Προϊσταμένων σε «ημέτερους» εργαζόμενους, χωρίς ουσιαστικά (αλλά και τυπικά) προσόντα, στα συγκεκριμένα Νομικά Πρόσωπα.Στο μεταξύ, για άμεση βελτίωση της υπάρχουσας κατάστασης και σε πλήρη συμφωνία με προηγούμενες αναρτήσεις για τους ΟΤΑ, όπου τα «κακώς κείμενα» είναι δυστυχώς πολλά και κατά περίεργο τρόπο «ανεξιχνίαστα», προτείνονται τα ακόλουθα:Να τροποποιηθεί το σημείο εκείνο του «Καλλικράτη» που αφήνει στην επιλογή των αιρετών τη συγχώνευση των διαφόρων ΝΠΔΔ των Δήμων και να αλλάξει σε αυτοδίκαιη συγχώνευση όλων των ΝΠΔΔ στους Δήμους που ανήκουν. Δυστυχώς οι αιρετοί (με ελάχιστες εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα) εμφορούνται ακόμη από εκείνες τις πεπαλαιωμένες νοοτροπίες εκδούλευσης με βάση τη συγκέντρωση ψήφων.Η κατάργηση των ΝΠΔΔ (με εξαίρεση ίσως Δήμους που έχουν πάνω από 500.000 κατοίκους) και η σύσταση νέων οργανισμών των Δήμων με ορθολογικό καταμερισμό υπηρεσιών και ανθρώπινου δυναμικού θα έχει ως αποτέλεσμα την κατάργηση αντίστοιχα περιττών Διοικητικών Συμβουλίων (και των Προέδρων τους) με αποτέλεσμα αν όχι να εμποδιστούν τουλάχιστον να περιοριστούν «οι πελατειακές σχέσεις», αλλά να μειωθεί και το κόστος λειτουργίας των Υπηρεσιών. Το έργο τους πρέπει να επιτελείται μόνο από υπηρεσιακούς παράγοντες. Τέλος, η κατάργηση των ΝΠΔΔ και η συγχώνευσή τους με το Δήμο στον οποίο ανήκουν θα επιφέρει όχι μόνο οικονομία σε χρηματικούς πόρους αλλά και οικονομία στη λήψη αποφάσεων/ οργάνωση δράσεων/ καταμερισμό εργασιών/ περιορισμό γραφειοκρατίας, ενώ θα βοηθήσει στη δίκαιη αξιοποίηση του έμψυχου δυναμικού. Οι Ο.Τ.Α. είναι ίσως από τους σημαντικότερους φορείς άμεσης υποστήριξης και εξυπηρέτησης του πολίτη και θα έπρεπε να έχει εφαρμοστεί ήδη ένα αυστηρό πλαίσιο λειτουργίας τους, με περιορισμό διοικητικών συμβουλίων όπου οι αιρετοί (ως δεύτεροι «ημίθεοι») κανονίζουν αυθαίρετα τις τύχες «δικαίων και αδίκων», χωρίς να διαθέτουν και τα ανάλογα προσόντα, η δε αξιολόγηση οφείλει να εφαρμοστεί καταρχήν – και πριν ακόμη εφαρμοστεί στο στενό Δημόσιο τομέα – στις υπηρεσίες της ΤΑ και να επαναλαμβάνεται ετησίως. Ωστόσο, η αξιολόγηση για να είναι αποτελεσματική οφείλει και πρέπει να συνυπολογίζει τη διεθνή ευρωπαϊκή εμπειρία και να προσαρμόζεται στις τοπικές ανάγκες, γεγονός εξαιρετικά δύσκολο για την Ελληνική πραγματικότητα όπως αποδεικνύεται καθημερινά. Παρ’ όλ’ αυτά, η ελπίδα πεθαίνει τελευταία…
 
 
ΗΛΙΑΣ
Αρθρο 04. Η δυνατότητα που παρέχετε στους αρμόδιους υπουργούς να ρυθμίζουν θέματα σχετικά με τα ΝΠΔΔ, ΔΕΚΟ, ΝΠΙΔ κλπ, θα πρέπει να βασίζεται σε πλάνο δεκαετίας, αφού έχει προηγηθεί μελέτη κόστους – οφέλους (υπάρχουν αξιόπιστα συστήματα μέτρησης).Απαιτούνται τα παραπάνω για την αποφυγή «αποφάσεων» εξυπηρέτησης πελατειακών σχέσεων κατά το δοκούν. Να υπάρχει «ρήτρα» λογοδοσίας λ.χ. εάν ο Χ-υπουργός σήμερα ιδρύει ένα ΝΠΔΔ και ο Ψ-αντικαταστάτης του ενδεχομένως σε ένα εξάμηνο το τροποποιεί ή το καταργεί ή διπλασιάζει την οργανικότητά του με αποσπάσεις ημετέρων από την εκλογική του περιφέρεια.
 
 
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΑΜΑΣΚΟΣ
Αξιότιμε κ. Υπουργέ, Με αφορμή τη συγκεκριμένη τροποποίηση του άρθρου 103 του Υπαλληλικού Κώδικα Υ.Κ.. το οποίο σημειωτέον έχει εφαρμογή και στη ΔΕΗ ΑΕ σύμφωνα με τα οριζόμενα στο ν. 4093/2012, παρακαλούμε όπως λάβετε υπόψη τα ακόλουθα σχόλιά μας για ενδεχόμενη πρόσθετη τροποποίηση του εν λόγω άρθρου. 1. Στο εδάφιο α’ της παρ. 2 του άρθρου 103 του Υ.Κ. ορίζεται ότι υπάλληλος, ο οποίος τέθηκε σε αργία στις περιπτώσεις α’ έως γ’ της παρ. 1 του ίδιου ως άνω άρθρου, ασκεί εκ νέου τα καθήκοντά του αν αθωωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση. Κατόπιν αυτού και με δεδομένο ότι για τις περιπτώσεις β’ και γ΄ προβλέπεται υπό προϋποθέσεις η αναστολή της θέσης σε αυτοδίκαιη αργία, ανακύπτει το ερώτημα πότε θα λήξει η αργία στην οποία τέθηκε μισθωτός συνεπεία της προαναφερόμενης περίπτωσης α΄ της παρ.1 του άρθρου 103 του Υ.Κ., εφόσον εκδοθεί από το ποινικό δικαστήριο καταδικαστική απόφαση, η οποία δεν δικαιολογεί, κατά την κρίση του αρμόδιου πειθαρχικού συμβουλίου, την επιβολή της πειθαρχικής ποινής της οριστικής απόλυσης του μισθωτού. Από τα παραπάνω καθίσταται αντιληπτό ότι υφίσταται κενό νόμου και επιπλέον ότι ο μισθωτός δεν μπορεί να παραμένει σε καθεστώς αργίας και να συνεχίζεται επί μακρόν ή επ’ αόριστον η καταβολή μειωμένων αποδοχών, παρότι αυτός δεν θα παρέχει την εργασία του, γεγονός καθόλα ασύμφορο για μια ανώνυμη εταιρεία εισηγμένη στο χρηματιστήριο, όπως η ΔΕΗ ΑΕ. 2. Η γραμματική διατύπωση της διάταξης της περ. α΄ της παρ.1 του άρθρου 103 του Υ.Κ. ορίζει ότι τίθεται αυτοδίκαια σε αργία «ο υπάλληλος που στερήθηκε την προσωπική του ελευθερία ύστερα από πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια απόφαση ποινικού δικαστηρίου ή ένταλμα προσωρινής κράτησης». Επομένως, κατά την άποψή μας, απαραίτητη προϋπόθεση για να τεθεί ο μισθωτός σε αυτοδίκαιη αργία είναι, σύμφωνα με τη γραμματική διατύπωση του νόμου, να στερήθηκε εν τοις πράγμασι την προσωπική του ελευθερία (φυσική παρουσία στη φυλακή) και όχι να του επιβλήθηκε ποινή στερητική της ελευθερίας. Ως εκ τούτου, παραμένοντας στη γραμματική διατύπωση του νόμου, δεν μπορεί να τεθεί σε αργία μισθωτός στον οποίο επιβλήθηκε μεν στερητική της ελευθερίας ποινή, μετατράπηκε δε αυτή σε χρηματική ή και σε κοινωφελή εργασία, ή ανεστάλη η εκτέλεσή της, ή παραγράφηκε και δεν εκτελέστηκε κατά τα ειδικώς οριζόμενα στο άρθρο 2 του ν.4043/2012, καθόσον εν προκειμένω δεν συντρέχει η ως άνω προϋπόθεση της πραγματικής αποστέρησης της ελευθερίας.Παρά ταύτα, εάν ο μισθωτός τίθεται σε αυτοδίκαιη αργία συνεπεία και των προαναφερόμενων περιπτώσεων, ανακύπτει το αναφερόμενο στην παρ. 1 του παρόντος ερώτημα που αφορά τη λήξη αυτής. Ενδεικτικά αναφέρεται το παράδειγμα μισθωτού στον οποίο επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης έξι μηνών με αναστολή εκτέλεσής της, η οποία επιπλέον παραγράφηκε εκ του ν. 4043/2012 και συνεπώς η μη εκτελεσθείσα για το λόγο αυτό απόφαση τέθηκε στο αρχείο. Επιπρόσθετα δε, ο πειθαρχικός έλεγχος του εν λόγω μισθωτού ολοκληρώθηκε, έχοντας ληφθεί υπόψη η ποινική καταδικαστική απόφαση από το αρμόδιο πειθαρχικό συμβούλιο, το οποίο δεν έκρινε το μισθωτό απολυτέο, αλλά του επέβαλε πειθαρχική ποινή προσωρινής παύσης. Εάν η αυτοδίκαιη αργία του ν.4093/12 ισχύει και στην περίπτωση του υπόψη μισθωτού, τίθεται το ερώτημα πότε θα λήξει αυτή ώστε να επανέλθει ο μισθωτός στα καθήκοντά του, δεδομένου ότι εν προκειμένω δεν αναμένεται έκδοση αθωωτικής δικαστικής απόφασης.Συνεπώς θα ήταν δόκιμο η συγκεκριμένη διάταξη να τροποποιηθεί ως εξής «τίθεται αυτοδίκαια σε αργία ο υπάλληλος που στερήθηκε εν τοις πράγμασι την προσωπική του ελευθερία ύστερα από πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια απόφαση ποινικού δικαστηρίου ή ένταλμα προσωρινής κράτησης». Επιπροσθέτως των ανωτέρω θέτουμε υπόψη σας και τον προβληματισμό μας όσον αφορά το άρθρο 105 του Υ.Κ. στη διάταξη του οποίου ορίζονται οι αποδοχές που θα λαμβάνει υπάλληλος που τέθηκε σε αργία και το οποίο άρθρο έχει εφαρμογή και στη ΔΕΗ ΑΕ. Στην παρ. 2 του άρθρου 105 του Υ.Κ., όπως αυτό ισχύει σύμφωνα με το ν. 4057/12 ορίζεται ότι καταβάλλεται κατ’ εξαίρεση το 1/4 των αποδοχών για την περίπτωση του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 103.Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 103, όπως ίσχυε σύμφωνα με το ν. 4057/12, αφορούσε την περίπτωση υπαλλήλου που παραπέμφθηκε αμετάκλητα σε ποινικό δικαστήριο. Το άρθρο 103 του ως άνω νόμου αντικαταστάθηκε όμως με την περίπτωση 1 της υποπαραγράφου Ζ3 άρθρου πρώτου του ν. 4093/12, της οποίας το δεύτερο εδάφιο αφορά την περίπτωση υπαλλήλου κατά του οποίου εκδόθηκε ένταλμα προσωρινής κράτησης και στη συνέχεια ήρθη η προσωρινή κράτησή του ή αντικαταστάθηκε με περιοριστικούς όρους. Μετά την πλήρη αναμόρφωση της παραγράφου 1 του άρθρου 103 του Υ.Κ με το ν. 4093/12, θα πρέπει να υπάρξει και αντίστοιχη αναμόρφωση του άρθρου 105 του Υ.Κ. ώστε να διασαφηνίζεται πλήρως η βούληση του νομοθέτη για την περίπτωση εκείνη που οι τελούντες σε αργία θα λαμβάνουν εξαιρετικά μόνο το ¼ των αποδοχών τους, το οποίο δεν προκύπτει με σαφήνεια κατά την ισχύουσα διατύπωση της διάταξης του νόμου.Επιπλέον στο εδάφιο 2 της παρ. 2 του άρθρου 105 του Υ.Κ., όπως αυτό ισχύει σύμφωνα με το ν. 4057/2012, ορίζεται ότι «Το υπόλοιπο των αποδοχών του ή μέρος αυτού μπορεί να αποδοθεί στον υπάλληλο, μετά από αιτιολογημένη απόφαση του πειθαρχικού συμβουλίου, εφόσον δεν τεθεί σε αργία σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ.1 του άρθρου 103 ή απαλλαγεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση». Δεδομένου ότι το τελευταίο εδάφιο της παρ.1 του άρθρου 103 του Υ.Κ., όπως ίσχυε σύμφωνα με το ν. 4057/2012, όριζε «Ο υπάλληλος ασκεί εκ νέου τα καθήκοντά του αν αθωωθεί με τελεσίδικη αθωωτική απόφαση», μετά την πλήρη αναμόρφωση της εν λόγω διάταξης με το ν. 4093/2012, εύλογα τίθεται προβληματισμός ποιο είναι το τελευταίο εδάφιο αυτής, στο οποίο αναφέρεται η ως άνω διάταξη του άρθρου 105 του Υ.Κ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΑΜΑΣΚΟΣΓΕΝΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΠΟΡΩΝΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ Α.Ε.
 
 
gthomakos
Δηλαδή για να καταλάβω , ενώ σε προηγούμενο άρθρο αποσυνδέεται η δυνατότητα προαγωγής ενός υπαλλήλου σε θέση προισταμένου απο τον κλάδο του (δηλ. ΠΕ, ΤΕ,ΔΕ , ΥΕ όλοι έχουν την ίδια τύχη)παρόλ΄αυτά λαμβάνονται υπόψη (όπως είναι λογικό βέβαια)οι δεξιότητες, οι γνώσεις και οι εμπειρίες του υπαλληλου για να καθορίσετε τους ατομικούς του στόχους.Δηλαδή θα καλέσετε έναν υπάλληλο ΠΕ να υπογράψει ένα συμβόλαιο αποδοτικότητας, μάλλον, πιο «δύσκολο» απο αυτό που θα υπογράψει ένας π.χ κατηγορίας ΔΕ. Παρόλα αυτά και οι δύο υπάλληλοι θα κριθούν για προισταμενοι με μόνο κριτήριο την «μη προφανή απόκλιση από την στοχοθεσία», ασχέτως εαν ο πρώτος θα έχει ως στόχο να βγάλει, ίσως, τα καστανα απο τη φωτιά και ο δεύτερος απλά, να χωρίσει δυο γαιδάρων άχυρα. Αν μείνει αυτό έτσι είναι ισοπεδωτικό και άδικο. Προτείνω καταρχάς ο ορισμός της στοχοθεσίας και το συμβόλαιο αποδοτικότητας να καταρτίζονται με την σύμφωνη γνώμη και των υπαλλήλων. Επίσης να γίνει σαφή μοριοδότηση των στόχων ανάλογα με τον βαθμό δυσκολίας τους, και με τον τρόπο αυτό να αξιολογούνται με περισσότερα μορια οι υπάλλλοι που τα καταφέρνουν σε δύσκολους στόχους. Ο καθορισμός του συντελεστή δυσκολίας για κάθε στόχο – αντικείμενο να γίνεται όχι μόνο απο τους προισταμένους αλλά και με την συμμετοχή καιτων υπαλλήλων. Για να αποφευχθεί μάλιστα το φαινόμενο ο κάθενας υπάλληλος να ευλογάει τα γένια του , δηλαδή να προκρίνει το δικό του αντικείμενο ως το δυσκολότερο, να ορισθεί ότι,αφού έχουν καθοριστεί οι συντελεστές δυσκολίας, σε περίπτωση διαφωνίας για τον βαθμό δυσκολίας ενός αντικειμένου μεταξύ δυο υπαλλήλων να αποφασίζεται ανταλλαγή των αντικειμένων τους -δηλαδή να αλλάζουν θέσεις . Σε όλα τα παραπάνω βέβαια υπάρχουν πολλές προυποθέσεις. Η ασάφεια της νομοθεσίας δυστυχώς είναι ο κανόνας και δημιουργεί τεράστια προβλήματα νομιμότητας στις ενέργειες των υπαλλήλων που θα προσπαθούν καθιδροι να «παραγουν» έργο (έργο να ΄ναι και ότι να ΄ναι) για να πιάσουν τους στόχους.Άραγε η νομιμότητα των εκδιδομένων διοικητικών πράξεων θα ελεγχθεί ποτέ απο κανέναν;Ποιον τελικά υπάλληλο θέλετε , αυτόν που παράγει φασόν αποφάσεις και αν τον ρωτήσεις «που το λέει ο νόμος» σε κυττάει σαν εξωγήινο ή αυτόν που βασανίζει το κεφάλι του για να λειτουργεί βάσει της αρχής της νομιμότητας;;; Εννοείται ότι είναι κομβικής σημασίας το νομικό πλαίσιο που θα ρυθμίζει τα περι του συμβολαιου αποδοτικότητας.Και εκεί , τουλάχιστον , αναμένω να συνδεθεί η επιτευξη των στόχων όχι μόνο με ποσοτικά αλλά κυρίως με ποιοτικά κριτήρια, τον έλεγχο και την τήρηση των οποίων κάποιοι θα πρέπει να αναλάβουν.