Βλέπετε τα σχόλια που σχετίζονται με την ομάδα λέξεων που επιλέξατε.
 
ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΑΡΥΦΑΛΛΟΣ
Προκειμένου να καλυφθούν τα θέματα Πολιτικής Σχεδίασης Εκτάκτου Ανάγκης (ΠΣΕΑ), χρειάζεται να προστεθεί άρθρο με τίτλο: «Υποχρεώσεις των παρόχων ως προς τα θέματα ΠΣΕΑ» και το εξής περιεχόμενο: «Οι υφιστάμενοι και υποψήφιοι πάροχοι υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών οφείλουν να γνωρίζουν:1. τις υποχρεώσεις τους σε ό,τι αφορά την ΠΣΕΑ (και να δεσμεύονται νομικά) τόσο για τον καιρό της ειρήνης όσο και για τον καιρό του πολέμου.2. ότι από τον καιρό της ειρήνης θα πρέπει να οργανώσουν τις υπηρεσίες τους με έναν συγκεκριμένο τρόπο για τον καιρό του πολέμου και ότι το κόστος, πιθανόν και εξ ολοκλήρου, θα το επιβαρυνθούν αυτοί.3. ότι τον καιρό του πολέμου θα πρέπει να λειτουργούν με ένα συγκεκριμένο πλαίσιο, το οποίο θα αποτυπώνεται στα σχετικά σχέδια ΠΣΕΑ, και για το την εφαρμογή του οποίου δεν θα έχουν καμμία οικονομική απαίτηση.4. πως ό,τι πληροφορία τους ζητηθεί από το κράτος σε θέματα που άπτονται της ΠΣΕΑ θα πρέπει να την παράσχουν αμελλητί.»
 
 
Δρ Γεώργιος Γιαννιτσιώτης
Γιατί πρέπει να υπάρχει Υπουργός για τα θέματα αυτά και να μην εκχωρηθούν οι συγκεκριμένες αρμοδιότητες στην ΕΕΤΤ;
 
 
Αναστασία-Άννα Σπηλιοπούλου, Δικηγόρος Αθηνών, μέλος της Ενώσεως Ελλήνων Νομικών «e-Θέμις»
Ο προβλεπόμενος στο παρόν άρθρο του υπό διαβούλευση σχεδίου νόμου τρόπος διορισμού των μελών της Ε.Ε.Τ.Τ. -ο οποίος είναι όμοιος με τον νυν ισχύοντα του αρθ. 72 του Ν. 3371/2005- δεν εξασφαλίζει την αναγκαία και προβλεπόμενη στο ισχύον Κοινοτικό Δίκαιο ανεξαρτησία των μελών της Επιτροπής ως Εθνικής Κανονιστικής Αρχής και ως εκ τούτου αντίκειται σε αυτό (βλ. Οδηγία Πλαίσιο 2002/21/ΕΚ “κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών”, ΕΕ L 108/24-4-2002, όπου στο κεφάλαιο ΙΙ, άρθρο 3 παρ. 2 της Οδηγίας ορίζεται ότι «2. Τα κράτη μέλη εγγυώνται την ανεξαρτησία των εθνικών κανονιστικών αρχών εξασφαλίζοντας ότι οι εθνικές κανονιστικές αρχές είναι νομικά διακριτές και λειτουργικά ανεξάρτητες από όλους τους οργανισμούς παροχής δικτύων, εξοπλισμού ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Τα κράτη μέλη τα οποία διατηρούν την κυριότητα ή τον έλεγχο επιχειρήσεων παροχής δικτύων ή/και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, εξασφαλίζουν τον αποτελεσματικό διαρθρωτικό διαχωρισμό της κανονιστικής λειτουργίας από τις δραστηριότητες που έχουν σχέση με την κυριότητα ή τον έλεγχο. 3. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την αμεροληψία και τη διαφάνεια των εθνικών κανονιστικών αρχών κατά την άσκηση των εξουσιών τους.»).Μάλιστα δεδομένου ότι το Ελληνικό Δημόσιο αποτελεί μέτοχο (και μάλιστα κατά ποσοστό 10%) της εισηγμένης στο Χρηματιστήριο Αθηνών ανωνύμου εταιρείας ΟΤΕ Α.Ε., είναι φανερό ότι διατηρεί ιδιαιτέρως σημαντικά συμφέροντα στον με δεσπόζουσα θέση στην εγχώρια αγορά τηλεπικοινωνιών ΟΤΕ όσο και στη θυγατρική αυτού (κατά 100%) COSMOTE AE που αποτελεί τον μεγαλύτερο πάροχο κινητής τηλεφωνίας της χώρας. Κατά δε την πάγια νομολογία του ΔΕΚ, ακόμα και ελάχιστη συμμετοχή του δημοσίου σε επιχείρηση θεωρείται ότι αποδίδει σε αυτή χαρακτήρα δημοσίας επιχειρήσεως, καθ’ υπέρβαση του αμιγώς οργανικού κριτηρίου, καθ’ όσον αληθές κριτήριο αποτελεί το κατά πόσον το Δημόσιο είναι πράγματι σε θέση να ασκεί άμεσα ή έμμεσα αποφασιστική επιρροή επί των επιχειρήσεων αυτών.Η ίδια η Ε.Ε.Τ.Τ., όταν το Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών είχε θέσει σε διαβούλευση το σχέδιο του νυν ισχύοντος Νόμου 3431/2006 «περί ηλεκτρονικών επικοινωνιών» συμμετείχε στη διαβούλευση αυτή με τις από 6-6-2005 «Παρατηρήσεις-Σχόλια επί του Σχεδίου Νόμου για τη μεταφορά στο Εθνικό Δίκαιο του νέου πλαισίου για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες» (το κείμενο των οποίων βρίσκεται αναρτημένο στην ιστοσελίδα της, Ανακοίνωση της 8-6-2005http://www.eett.gr/opencms/opencms/admin/downloads/Announcments/old_Announcments/SN_HLEKTR_EPIKOINONIES.pdf) και διαβλέποντας τη μείωση της ανεξαρτησία της (λόγω του τρόπου διορισμού των μελών της σε συνδυασμό με την προβλεπόμενη στο αρθ. 10 του τότε -αλλά και του νυν- σχεδίου νόμου πειθαρχική διαδικασία) διατύπωνε επί λέξει τις ακόλουθες απόψεις: (σελ. 6-8 απόψεών της στη Δημόσια Διαβούλευση):«Β.6Το παρόν Νομοσχέδιο μειώνει την ανεξαρτησία της ΕΕΤΤ και περιορίζει τις εξουσίες που της δίνει το νομικό πλαίσιο για να δράσει. Το παρόν Νομοσχέδιο δεν περιέχει κανόνες επιλογής και διορισμού των µελών της ΕΕΤΤ κατά τρόπο ώστε να καθίσταται απόλυτα σαφές ότι µε τη διαδικασία επιλογής διασφαλίζεται η ανεξαρτησία της ΕΕΤΤ, που αποτελεί την Εθνική Ρυθμιστική Αρχή, όπως επιτάσσει η κοινοτική νομοθεσία (βλ. ιδίως το άρθρο 3 της οδηγίας πλαίσιο 2002/21) προς συμμόρφωση µε την οποία θα εκδοθεί ο σχετικός νόμος.Η ρύθμιση του ν. 2867/2000 ήταν πλήρης, αφού όριζε ρητά ότι (άρθρο 3, παρ. 3) τα µέλη της ΕΕΤΤ διορίζονται από τον Υπουργό Μεταφορών και Επικοινωνιών μετά από προηγούμενη επιλογή τους από τη διάσκεψη των Προέδρων µε αυξημένη πλειοψηφία των 4/5 των µελών της και ότι (άρθρο 3, παρ. 4) η θητεία τους είναι πενταετής. Τόσο η διαδικασία διορισμού όσο και η θεσμοθέτηση θητείας ορισμένης διάρκειας των µελών της ΕΕΤΤ συνιστά δικλείδα ασφαλείας για τη διασφάλιση της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας της ΕΕΤΤ. Δυστυχώς, οι διατάξεις του νομοσχεδίου, ιδίως περί πειθαρχικής διαδικασίας εναντίον των µελών της ΕΕΤΤ και µη ρητής ανάθεσης της κατ’ αποκλειστικότητα εξέτασης θεμάτων ανταγωνισμού, σε συνδυασμό µε τον απροσδιόριστο στο νομοσχέδιο τρόπο ορισμού των µελών της ΕΕΤΤ ουσιαστικά επιτρέπουν την αμφισβήτηση της ανεξαρτησίας της ΕΕΤΤ και συνιστούν πλημμελή µμεταφορά του ευρωπαϊκού πλαισίου στην Ελληνική έννομη τάξη.» και κατωτέρω στον κατ’ άρθρο σχολιασμό του τότε νομοσχεδίου (σελ. 15-16 απόψεων της Ε.Ε.Τ.Τ. στη Δημόσια Διαβούλευση):«Άρθρο 7Η σχετική ρύθμιση είναι ατελής διότι δεν περιέχει κανόνες επιλογής και διορισμού των µελών της ΕΕΤΤ κατά τρόπο ώστε να καθίσταται απόλυτα σαφές ότι µε τη διαδικασία επιλογής οπωσδήποτε διασφαλίζεται η ανεξαρτησία της ΕΕΤΤ ως Εθνική Ρυθμιστική Αρχή, όπως επιτάσσει η κοινοτική νομοθεσία (ιδίως άρθρο 3 της Οδηγίας Πλαίσιο 2002/21).Άρθρα 9 παρ. 4 και άρθρο 10Οι διατάξεις συνιστούν υποβάθμιση του ρυθμιστικού ρόλου της ΕΕΤΤ και της υπόστασής της ως ανεξάρτητης διοικητικής αρχής, γεγονός που έρχεται σε αντίθεση µε το πνεύμα και το γράμμα των νέων κοινοτικών οδηγιών.Ειδικότερα, η ΕΕΤΤ εξακολουθεί να καλείται «Ανεξάρτητη Διοικητική Αρχή που απολαμβάνει διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας», ο ορισμός αυτός καταλύεται στην πράξη από ρυθμίσεις όπως αυτή του άρθρου 10 και 9.Συγκεκριμένα, εισάγεται διαδικασία πειθαρχικού ελέγχου κατά των µελών της ΕΕΤΤ και μάλιστα µε δυνατότητα παύσης τους, η οποία κινείται µε απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών, ενώπιον Πειθαρχικού Συμβουλίου.Εντούτοις, µε βάση το άρθρο 3 παράγραφος 3 του ν. 2867/2000 «Τα µέλη της ΕΕΤΤ κατά την άσκηση των καθηκόντων τους απολαύουν πλήρους προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας. Ο Πρόεδρος, ο Αντιπρόεδρος και τα υπόλοιπα µέλη της ΕΕΤΤ διορίζονται µε Απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών μετά από προηγούμενη επιλογή τους από τη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής µε αυξημένη πλειοψηφία των τεσσάρων πέμπτων των µελών της.». Σύμφωνα µε το ισχύον πλαίσιο επιλογής και διορισμού των Μελών της ΕΕΤΤ, η πρόβλεψη πειθαρχικού ελέγχου των µελών της ΕΕΤΤ θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι συνιστά προσβολή του κύρους του Κοινοβουλίου το οποίο έχει σήμερα διορίσει τα µέλη της ΕΕΤΤ και µόνο αυτό μπορεί να τα παύσει. Αποτελεί δε αντίφαση και µε την ίδια την πρόβλεψη της διάταξης του νέου Σχεδίου Νόμου, κατά την οποία η ΕΕΤΤ είναι ανεξάρτητη αρχή.».Ήδη άλλωστε το ΔΕΚ έχει κρίνει ad hoc (υπόθεση C-53/03, παρ. 31) όσον αφορά την Ελληνική Επιτροπή Ανταγωνισμού, τα μέλη της οποίας διορίζονται με ανάλογο τρόπο με τον προβλεπόμενο από το παρόν σχέδιο νόμου για τα μέλη της Ε.Ε.Τ.Τ., ότι:«…31 Ακολούθως, μολονότι είναι γεγονός ότι τα μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού απολαύουν, κατά τις διατάξεις του νόμου 703/1977, προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας και ότι, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, δεσμεύονται μόνον από το νόμο και τη συνείδησή τους, ωστόσο δεν εξασφαλίζεται ότι η παύση τους ή η ανάκληση του διορισμού τους τυγχάνουν ιδιαιτέρων εγγυήσεων. Το εν λόγω σύστημα δεν είναι, πάντως, ικανό να παρεμποδίσει τις μη προσήκουσες επεμβάσεις ή πιέσεις της εκτελεστικής εξουσίας προς τα μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 4ης Φεβρουαρίου 1999, C 103/97, Köllensperger και Atzwanger, Συλλογή 1999, σ. I-551, σκέψη 21).».Κατ’ αντιστοιχία προς όσα έχουν ήδη κριθεί κυριαρχικά από το ΔΕΚ σχετικά με την Επιτροπή Ανταγωνισμού ως «ανεξάρτητης διοικητικής αρχής» και δεδομένου ότι αφενός βάσει του άρθρου 12 παρ. στ΄ του νομοσχεδίου η ΕΕΤΤ δύναται να ζητά την συνδρομή της Επιτροπής Ανταγωνισμού σε θέματα εφαρμογής του Ν. 703/1977, αφετέρου σύμφωνα με το αρθ. 10 του νομοσχεδίου η πειθαρχική διαδικασία σε βάρος του Προέδρου και των Αντιπροέδρων της ΕΕΤΤ ασκείται ύστερα από αίτηση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών, ούτε και το προβλεπόμενο στο υπό διαβούλευση σχέδιο νόμου σύστημα διορισμού και ελέγχου των μελών της ΕΕΤΤ παρέχει εχέγγυα αληθούς ανεξαρτησίας από έμμεσες ή άμεσες πιέσεις της εκτελεστικής εξουσίας, κατά μείζονα δε λόγο διότι, εν προκειμένω, το Ελληνικό Δημόσιο αποτελεί σημαντικό μέτοχο του ΟΤΕ, κάτι το οποίο δεν ισχύει για εποπτευόμενες από την Επιτροπή Ανταγωνισμού επιχειρήσεις στις οποίες δεν μετέχει το Ελληνικό Δημόσιο.Είναι δε χαρακτηριστική σχετικά η 12η Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (29-3-2007, ήτοι χρόνο κατά τον οποίο ο νόμος προέβλεπε ως προς τον τρόπο διορισμού των μελών της ΕΕΤΤ τα όμοια με τα περιλαμβανόμενα στο παρόν νομοσχέδιο) σχετικά με την ανεξαρτησία των Εθνικών Ρυθμιστικών Αρχών, όπου αναφέρεται «Η έκταση της πολιτικής επιρροής σε τρέχουσες κανονιστικές αποφάσεις σε ορισμένα Κράτη Μέλη αποτελεί ένα ζήτημα που χρήζει περαιτέρω εξέτασης. Η είσοδος νέων παρόχων και οι διασυνοριακές επενδύσεις θα φθάσουν το μέγιστο των δυνατοτήτων εκεί όπου η αγορά μπορεί να εμπιστευθεί την ανεξαρτησία και αμεροληψία του ρυθμιστή», «Η αποτελεσματικότητα ενός εθνικού ρυθμιστή εξαρτάται από αμφότερες την εντύπωση και την πραγματικότητα της ανεξαρτησίας από εξωτερικές επιρροές που μπορούν να επηρεάσουν την αντικειμενικότητα της λήψης αποφάσεων και εφαρμογής τους» (Παράρτημα), ενώ ειδικώς σε σχέση με την Ελληνική Ρυθμιστική Αρχή το Παράρτημα της ανωτέρω Εκθέσεως αναφέρει ότι (σελ. 131 Παραρτήματος) «Ο νέος νόμος (ενν. το αρθ. 72 του Ν. 3371/2005 που προβλέπει όμοιο με το παρόν νομοσχέδιο τρόπο διορισμού των μελών της ΕΕΤΤ) έχει παράσχει στην ΕΕΤΤ εγγυήσεις προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας. Η υιοθέτηση του νέου νόμου έφερε αλλαγές στον τρόπο διορισμού της διοίκησης της ΕΕΤΤ. Ο Πρόεδρος και οι δύο Αντιπρόεδροι διορίζονται πλέον από το Συμβούλιο Υπουργών σε συνέχεια συζήτησης στη Βουλή, και όχι πλέον από την αρμόδια πλειοψηφία των Προέδρων της Βουλής. Οι εναλλακτικοί πάροχοι πιστεύουν ότι ο νέος νόμος καθιστά την ΕΕΤΤ πλέον επιρρεπή σε πολιτικές επιρροές και λιγότερο ανεξάρτητη».Κατά συνέπεια, θεωρούμε πως ο προβλεπόμενος στο παρόν άρθρο του νομοσχεδίου τρόπος διορισμού των μελών της ΕΕΤΤ σε συνδυασμό με τη δυνατότητα πειθαρχικού ελέγχου του άρθρου 10 του σχεδίου νόμου παραβιάζει ευθέως τις αμέσου εφαρμογής και αυξημένης τυπικής ισχύος (ως εξισούμενες με πρωτογενές Κοινοτικό Δίκαιο) διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 3 της Οδηγίας 2002/21/ΕΚ, καθ’ όσον ουδόλως εγγυάται την αληθή ανεξαρτησία, αμεροληψία και διαφάνεια που πρέπει να χαρακτηρίζουν τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, όπως είναι η ΕΕΤΤ. Αντιθέτως, τις επιταγές της ανεξαρτησίας θα υπηρετούσε κατά τρόπο προφανώς αρτιότερο τουλάχιστον μία διαδικασία διορισμού των μελών της ΕΕΤΤ αντίστοιχη αυτής που προβλεπόταν στο αρθ. 3 παρ. 3 του προϊσχύσαντος Ν. 2867/2000 κατά τον οποίο «Ο Πρόεδρος, οι Αντιπρόεδροι και τα υπόλοιπα μέλη της Ε.Ε.Τ.Τ. διορίζονται με απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών μετά από προηγούμενη επιλογή τους από τη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής με την αυξημένη πλειοψηφία των τεσσάρων πέμπτων των μελών της.»
 
 
Δημήτρης
Θα πρέπει να υπάρξει ρητή αναφορά στην ανάληψη από την ΕΕΤΤ της αποκλειστικής αρμοδιότητας της μετάβασης στην Επίγεια Ψηφιακή Τηλεόραση ώστε να υπάρξει ένας κεντρικός σχεδιασμός και συντονισμός από την πλευρά του κράτους και όχι των ιδιωτικών καναλιών όπως συμβαίνει μέχρι σήμερα. Μέχρι τώρα τα ιδιωτικά κανάλια καθόριζαν τις περιοχές που θα γίνει η ψηφιακή μετάβαση και το χώρο εγκατάστασης των ψηφιακών πομπών σύμφωνα με τα δικά τους συμφέροντα. Αποτέλεσμα η ψηφιακή μετάβαση να γίνεται με πολύ αργούς ρυθμούς και τώρα ουσιαστικά να έχει παγώσει, και κυρίως να μη γίνεται σωστή κάλυψη των περιοχών όπου εγκαθίστανται ψηφιακοί πομποί με αποτέλεσμα ακόμα και μέσα σε πόλεις που καλύπτονται στους ψηφιακούς χάρτες, να υπάρχουν συνοικίες που δεν λαμβάνουν ψηφιακό σήμα π.χ. στη Πάτρα. Για τη ταχύτερη και κυρίως σωστότερη κάλυψη των περιοχών θα πρέπει τη μελέτη και την εγκατάσταση των ψηφιακών πομπών να γίνει από εταιρείες που θα επιλεχθούν μέσα από διαγωνιστικές διαδικασίες και δεν θα έχουν σχέση με τους παρόχους περιεχομένου.
 
 
OTE A.E.
Στην παρ. 3, κατά την άποψή μας, η υποβολή Δήλωσης Καταχώρησης θα πρέπει να απαιτείται σε κάθε περίπτωση, εκτός από τις περιπτώσεις εκείνες που ρητά αναφέρονται στο νόμο (όπως π.χ. στην παρ. 1 του άρθρου 27). Για το λόγο αυτό προτείνουμε την ακόλουθη διατύπωση, που βασίζεται στην ισχύουσα του νόμου 3431/2006:«3. Για την υπαγωγή σε καθεστώς Γενικής Άδειας, εκτός των περιπτώσεων που ρητά εξαιρούνται με άλλες διατάξεις του παρόντος νόμου, απαιτείται η υποβολή στην Ε.Ε.Τ.Τ. Δήλωσης Καταχώρησης από τον ενδιαφερόμενο πάροχο ηλεκτρονικών επικοινωνιών, συμπεριλαμβανομένων και των παρόχων που παρέχουν διασυνοριακές υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Σε καμία περίπτωση ….»