Βλέπετε τα σχόλια που σχετίζονται με την ομάδα λέξεων που επιλέξατε.
 
Δρ Βασίλειος Γ. Κασάπογλου
Γενική Διαπίστωση & Πρόταση:Το υπό δημοσία διαβούλευση Σ/Ν περί «Οργάνωσης και λειτουργίας του τομέα ηλεκτρονικών επικοινωνιών», διακρίνεται από παντελή έλλειψη στόχων εθνικής πολιτικής ηλεκτρονικής επικοινωνίας• εμφανίζει έντονη αποσπασματικότητα, μονομέρια και πλήρη απουσία ρύθμισης σημαντικών κλάδων του τομέα, ιδίως, σε ό,τι αφορά στην λειτουργία του Διαδικτύου, στα κίνητρα ανάπτυξης νέων δικτύων, στην δεσποτεία της αγοράς των κινητών υπηρεσιών από το »καρτέλ» των 3 παρόχων, στην προστασία των χρηστών (καταναλωτών) όλων των υπηρεσιών ηλεκτρονικής επικοινωνίας και, ιδίως, από τους ποικιλώνυμους »εναλλακτικούς» τους συνωστιζομένους στα όρια του Δήμου Αθηναίων και μεγαοφειλέτες του ΟΤΕ, κ.ά.• γέμει τεχνικών και νομικών ανακριβειών και σφαλμάτων• διέπεται από αναχρονιστικές και αγοραίες εμποροκρατικές και αδηφάγους εισπρακτικές αντιλήψεις• υπερτονίζει και επεκτείνει τον ρόλο και την ανεξέλεγκτη δράση της υπερτροφικής και εξαιρετικώς πολυδάπανης ΕΕΤΤ, την οποία από απλό επόπτη της εφαρμογής των κανόνων του ανταγωνισμού στην οικεία αγορά έχει αναγάγει σε mini δικτάτορα του τομέα της τηλεπικοινωνίας• και, τέλος, διαιωνίζει την αντιδημοκρατική εξαρτησιακή/πελατειοκρατική σχέση Κράτους/ιδιοκτητών ιδιωτικών ραδιοτηλοπτικών μέσων, ενώ, επί πλέον, δημιουργεί μονοπωλιακές συνθήκες υπέρ της ΕΡΤ. Σημειωτέον, επίσης, ότι, περιστέλλει, απαραδέκτως, την μακρόχρονη και καρποφόρο θεσμική σύνδεση της Ελλάδος με τους διεθνείς (παγκόσμιους και περιφερειακούς) οργανισμούς του τομέα της τηλεπικοινωνίας ΔΕΤ και CEPT (Ευρωπαϊκή Διάσκεψη Αρχών Ταχυδρομείων και Τηλεπικοινωνιών), περιορίζοντας τις διαστάσεις της διεθνούς συνεργασίας της μόνον στις σχετικές διεργασίες της Ε.Ε. Μία απλή και μόνον ανάγνωση των διατάξεων των άρθρων 20, 21 και 31 αρκεί για την βεβαίωση της αλήθειας των προηγουμένων παρατηρήσεων.Για τους λόγους αυτούς θα πρέπει να αποσυρθεί το ανωτέρω Σ/Ν ως έχει και να εκπονηθεί, από ομάδα εγκύρων και εμπείρων διεθνούς κύρους Ελλήνων τεχνικών, νομικών και οικονομικών ειδημόνων, ένα νέο συστηματικό νομοθέτημα, το οποίο, βασιζόμενo στα σημαντικότερα διεθνή ρυθμιστικά πρότυπα, όπως, κυρίως, αυτό της FCC των ΗΠΑ, να καλύπτει, κατά τρόπο καινοτόμο και αποτελεσματικό, το σύνολο των ρυθμιστικών αναγκών του τομέα της ηλεκτρονικής επικοινωνίας επ’ ωφελεία των εθνικών συμφερόντων, και, ταυτοχρόνως, να αποκλείει την κατάταξη της Ελλάδος στην κατηγορία των υπαναπτύκτων και γραφικών εξωτικών χωρών του Ειρηνικού παραδείσων της τηλεπικοινωνιακής κερδοσκοπίας. Σε ό,τι δε, τέλος, αφορά στην εκπρόθεσμη μετάταξη στο εθνικό δίκαιο των Οδηγιών της Ε.Ε. είνε δυνατόν να ζητηθεί από την Επιτροπή η παρέκταση της τεθείσας αρχικής προθεσμίας με την επίκληση της τρέχουσας κρίσης.
 
 
Γαβαλλ΄ς Νικόλαος de SV8EUA
¨Όπως ΟΛΟΙ γνωρίζουν οι ραδιοερασιτέχνες ΕΙΝΑΙ ΜΗ ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΙΚΑ ΑΤΟΜΑ (όσον αφορά το χόμπι τους τουλάχιστον)Επομένως δεν βλέπω το λόγο να εμπλέκονται στο ίδιο Καζάνι με τους κερδοσκοπικούς φορείς, είτε αυτοί είναι Τηλεοπτικοί, ραδιοφωνικοί, Τηλεφωνίας ή οποιοσδήποτε που χρησιμοποιεί κάθε λογής κεραία Για κερδοσκοπικούς σκοπούς και μόνον και που πολλές φορές ΥΠΕΡΒΑΙΝΟΥΝ κατά πολύ την επιτρεπόμενη εκ του νόμου ισχύ και την επιτρεπόμενη εκ του νόμου απόσταση από κατοικημένη περιοχή! Τόσον οι συχνότητες όσον και η ισχύς μας ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΜΟΝΕΣ ΤΟΥΣ ΑΒΛΑΒΕΙΣ!!!!!Τουναντίον Ο Σταθμός Ραδιοερασιτέχνη ΚΑΙ ΤΑ ΚΕΡΑΙΟΣΥΣΤΉΜΑΤΆ ΤΟΥ, ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΘΑ ΠΑΡΑΜΕΙΝΟΥΝ ΜΗ ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΙΚΑ ΚΑΙ ΠΑΝΤΑ ΣΤΗΝ ΔΙΑΘΕΣΗ Της ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ ΑΝΑ ΠΑΣΑΝ ΣΤΙΓΜΗ ΤΟΥ ΖΗΤΗΘΗΕν αντιθέσει κάποιων άλλων που σε περίπτωση σεισμού η καταιγίδας κωφεύουν και σιωπούν από ανικανότητα και έλλειψη ενέργειας.
 
 
ΝΙΣΣΗΜ ΜΠΕΝΜΑΓΙΩΡ
Για την αποτελεσματική εκτέλεση των προβλεπόμενων αρμοδιοτήτων του Υπουργείου, είναι προφανές ότι απαιτείται εξειδικευμένο και καταρτισμένο προσωπικό, ιδιαίτερα στα τεχνικά θέματα τα οποία απαιτούν υψηλή κατάρτιση και εξειδίκευση.Εντούτοις λόγω της ενοποίησης των κλάδων στο Δημόσιο, ιδιαίτερα στις περισσότερες από τις θέσεις ευθύνης, ο υπάλληλος μπορεί να έχει εμπειρία ή ειδικότητα άσχετη με το αντικείμενο αν μεταφερθεί από άλλη υπηρεσία.Με αυτόν τον τρόπο αποδυναμώνονται οι υπηρεσίες της Γενικής Διεύθυνσης Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων του Υπουργείου. Αντίθετα η ΕΕΤΤ έχει τη δυνατότητα πρόσληψης προσωπικού με σπουδές και εμπειρία στα θέματα αρμοδιότητάς της. Για να αποφευχθεί η επίπτωση στην ποιότητα του παραγόμενου κανονιστικού έργου, το οποίο διαφορετικά θα βασίζεται ουσιαστικά στις εισηγήσεις της ΕΕΤΤ, πρέπει να προβλεφθεί η στελέχωση της Γενικής Διεύθυνσης Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων μόνο με προσωπικό με συναφείς σπουδές με το αντικείμενο της ή εναλλακτικά επιμόρφωσης του σε συνεργασία με Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα.
 
 
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ(SV1HAK)
Συμφωνώ απολύτως με τις θέσεις και τα σχόλια της Ε.Ε.Ρ. με το υπό διαβούλευση ζήτημα και παρακαλώ πολύ για τη ΡΗΤΗ ΕΞΑΙΡΕΣΗ των ραδιοερασιτεχνικών κατασκευών κεραιών από την παράγραφο 8 του άρθρου 30 του παρόντος σχεδίου νόμου. Μετά τιμήςΓιώργος Παπανικολάουπ.ΔΗΜ.ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΗΛΙΟΥΠΟΛΗΣ
 
 
OTE A.E.
Η παράγραφος 1 θεωρούμε ότι πρέπει να αντικατασταθεί ως εξής:«1. Οι κανονιστικές αποφάσεις της Ε.Ε.Τ.Τ. υπόκεινται σε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Οι πάσης φύσεως ατομικές διοικητικές αποφάσεις της Ε.Ε.Τ.Τ. υπόκεινται σε προσφυγή ουσίας ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας. Κατά των αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών χωρεί αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις.»Η παραπάνω διατύπωση της συγκεκριμένης διατάξεως συνάδει πλήρως με την απόφαση 3919/2010 της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας αλλά και το άρθρο 4 παρ. 1 της Οδηγίας 2002/21/ΕΚ (Οδηγία Πλαίσιο), στην οποία ορίζεται ότι: «1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την ύπαρξη αποτελεσματικών μηχανισμών, σε εθνικό επίπεδο, βάσει των οποίων κάθε χρήστης ή επιχείρηση που παρέχει δίκτυα ή/και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών έχει, όταν επηρεάζεται από απόφαση εθνικής κανονιστικής αρχής, δικαίωμα προσφυγής κατά της απόφασης, ενώπιον οργάνου προσφυγής το οποίο μπορεί να είναι δικαστήριο, και το οποίο είναι ανεξάρτητο από τα εμπλεκόμενα μέρη και διαθέτει την απαιτούμενη εμπειρία για την εκτέλεση των καθηκόντων του. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι λαμβάνονται δεόντως υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της υπόθεσης και ότι υπάρχει πραγματικός μηχανισμός προσφυγής.» Με το άρθρο αυτό της Οδηγίας επιβάλλεται ένας αρκούντως ειδικευμένος και ουσιαστικός έλεγχος (πραγματικός μηχανισμός προσφυγής) όλων ανεξαιρέτως των αποφάσεων των εθνικών ρυθμιστικών αρχών για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που για την Ελλάδα είναι η Ε.Ε.Τ.Τ. Ειδικότερα από το αγγλικό κείμενο της Οδηγίας αυτής, σύμφωνα με το οποίο “Member States shall ensure that the merits of the case are duly taken into account”, προκύπτει αναμφισβήτητα η σαφής βούληση του κοινοτικού νομοθέτη να λαμβάνεται δεόντως υπόψη η ουσία της υπόθεσης, πράγμα το οποίο επιβεβαιώνεται και από τον τίτλο του ίδιου άρθρου όπου προτιμάται το “right of appeal” (δικαίωμα προσφυγής) και όχι το “judicial review” (δικαστικός έλεγχος). Είναι προφανές ότι ο σκοπός αυτός επιτυγχάνεται κατεξοχήν με προσφυγή ουσίας ενώπιον τακτικού διοικητικού δικαστηρίου και ως τέτοιο ορθώς ορίζεται το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών.Κατά συνέπεια, η ως άνω διάταξη, όπως προτείνεται, συνάδει πλήρως με τα άρθρα 94 παρ. 1 και 95 παρ. 3 του Συντάγματος, οι οποίες θα πρέπει να ερμηνευθούν «υπό το φως» του ευρωπαϊκού δικαίου, άρα και του γεγονότος ότι η ουσιαστικοποίηση των διαφορών που προκύπτουν από τις αποφάσεις της Ε.Ε.Τ.Τ. επιβλήθηκε με το ως άνω άρθρο 4 παρ. 1 της Οδηγίας 2002/21/ΕΚ (Οδηγία Πλαίσιο). Ως γνωστόν, εξάλλου, κάθε διάταξη του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπερισχύει κάθε αντίθετου κανόνος του εσωτερικού δικαίου, συμπεριλαμβανομένων και των συνταγματικών, τόσο των προγενέστερων όσο και των μεταγενέστερων από την ένταξη της Ελλάδας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες ή την Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος (Βλ. Ε. Ρούκουνας, Διεθνές Δίκαιο, τόμος Ι, Αθήνα 1982, σ. 28, ιδίου, Σύνταγμα και διεθνές δίκαιο, στον τόμο Η επίδρασις του Συντάγματος του 1975 επί του ιδιωτικού και επί του δημοσίου δικαίου, Αθήνα, 1976, σ. 91 επ., Ε. Βενιζέλος, Το Σχέδιο της Αναθεώρησης του Συντάγματος, Η γενική εισήγηση της πλειοψηφίας προς την Ζ’ Αναθεωρητική Βουλή, Αθήνα, 2000, σ. 38 αριθ. 3, Ε. Σπηλιωτόπουλος, Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, 2010, § 70) και την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πρώην ΔΕΚ, στη συνέχεια ΔΕΕ) την οποία, εξάλλου, υπενθυμίζει και η με αριθμό 17 Δήλωση που επισυνάπτεται στην Τελική Πράξη της Διακυβερνητικής Διάσκεψης που υιοθέτησε τη Συνθήκη της Λισσαβόνας και κυρώθηκε με το Ν. 3671/2008 (ΦΕΚ Α’ 129).Η παράγραφος 3 προτείνεται να διαγραφεί διότι επιβάλλεται ανεπίτρεπτος φραγμός για δικαστική προστασία, κατά παράβαση του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος χωρίς να υφίσταται και να αιτιολογείται συγκεκριμένος λόγος.