Βλέπετε τα σχόλια που σχετίζονται με την ομάδα λέξεων που επιλέξατε.
 
Ελισάβετ Αλλισον
Το ΚΕΤΕΑΘ δημιουργήθηκε όταν επιταγή της ΕΕ ήταν η περιφερειοποίηση των πολιτικών, συμπεριλαμβανομένης και της ερευνητικής πολιτικής της ΕΕ. Το ΚΕΤΕΑΘ δημιουργήθηκε κάτω από μια ευτυχή συγκυρία για την ανάπτυξη της περιφέρειας αλλά εδραιώθηκε από την (επιστημονική) ισορροπία και τη συνεργασία που επιτεύχθηκε μεταξύ του ΚΕΤΕΑΘ, του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, των κοινωνικών εταίρων της περιφέρειας, του επιχειρηματικού κόσμου και της τοπικής κοινωνίας. Είναι απορίας άξιο γιατί προτείνεται η κατάργηση του ΚΕΤΕΑΘ και η (οποιουδήποτε) τύπου μεταφορά του στο ΕΚΕΤΑ ότανστο τραπέζι του ερευνητικού προγραμματισμού της ΓΓΕΤ (συνάντηση εργασίας 4ης Σεπτεμβρίου της ΓΓΕΤ, ομιλία του ΓΓΕΤ στη Βουλή) έχουν τεθεί τα θέματα της— διαμόρφωσης στρατηγικής σε εθνικό & περιφερειακό επίπεδο— καθώς και της «στρατηγικής έξυπνης εξειδίκευσης – smart specialization strategy – S3»με αναμενόμενο αποτέλεσμα τη μεγαλύτερη ανάπτυξη της έρευνας στις Περιφέρειες (συμπεριλαμβανομένης και της Θεσσαλίας) και με ιδιαίτερο ζητούμενο την εμπλοκή των επιχειρήσεων της. Ως εκ τούτου προτείνω την κατάργηση του άρθρου 7 του παρόντος νομοσχεδίου. Ελισάβετ ΑλλισονΑφυπηρετήσασα Α΄ΕΛΕ ΙΑΑΚ/ΕΚΚΕ
 
 
Ειρήνη Φλουδά
Για να έχει ένα σχήμα συγχώνευσης τέτοια αποτελέσματα που να αξίζει τον κόπο η αναστάτωση που προκαλεί και οι εργατοώρες που χάνονται, θα πρέπει να έχει καλά ορισμένο τελικό στόχο. Εάν ο στόχος είναι να πείσουμε τους οποιοδήποτε δανειστές μας ότι συρρικνώνουμε τον δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα, τότε είναι αδιάφορη η διαδικασία, γιατί μόνο με μείωση θέσεων μπορούμε να τους πείσουμε. Στην περίπτωση, όμως, που τελικός στόχος είναι να γίνουν οι φορείς πιο αποδοτικοί και να λειτουργούν πραγματικά στην υπηρεσία του πολίτη, πρέπει να γίνει ένα σοβαρό επιχειρησιακό σχέδιο το οποίο δεν θα προσπαθεί απλώς να βολέψει κάποιους αλλά θα αποβλέπει στην βελτιστοποίηση των υπηρεσιών.Το ΕΙΜ, στο οποίο εργάζομαι από τη γέννηση του, δημιουργήθηκε από την Πολιτεία το 1994, και με τον ιδρυτικό του νόμο η ίδια η Πολιτεία καθόρισε το πεδίο δραστηριοτήτων του. Και μετά το ξέχασε. Τα εργαστήρια του Ινστιτούτου εξοπλίστηκαν με εξαιρετικό και τελευταίας τεχνολογίας εξοπλισμό, στην διάρκεια των 15 χρόνων λειτουργίας του προσλήφθηκε επιστημονικό και υποστηρικτικό προσωπικό το οποίο έλαβε εκπαίδευση υψηλότατης τεχνογνωσίας, και ο Έλληνας πολίτης συνέβαλε στο κόστος όλης αυτής της επένδυσης. Οι όποιες προσπάθειες έγιναν για την υλοποίηση του ρόλου του ΕΙΜ οφείλονται αποκλειστικά και μόνο στο προσωπικό του που δούλεψε με μεράκι και κέφι όλα αυτά τα χρόνια, συχνά και εκτός ωραρίου και χωρίς καμιά πρόσθετη αποζημίωση. Λάθη και παραλείψεις μπορεί να υπήρξαν, αλλά όλα απουσία της Πολιτείας. Ανεξάρτητα της χρηματοδότησης του φορέα, που σε άλλες εποχές ήταν καλή, σε άλλες μέτρια και τώρα τελευταία πενιχρή, η Πολιτεία ΠΟΤΕ δεν ασχολήθηκε με το έργο του φορέα, ποτέ δεν αναρωτήθηκε πως ακριβώς επενδυόταν η όποια χρηματοδότησή της προς τον φορέα. όχι πως ξοδευόταν, ακολουθήθηκαν πάντα όλοι οι σχετικοί νόμοι και κανόνες, αλλά πως επενδυόταν. Στα 15 χρόνια εργασίας μου ήταν πολλές οι φορές που απευθύναμε στην Πολιτεία, είτε άμεσα είτε έμμεσα, μέσω των Διοικήσεων του Ινστιτούτου, προτάσεις (εφαρμογή της έννοιας του εθνικού χρόνου στις υπηρεσίες χρονοχρέωσης που προσφέρονται προς τον πολίτη, διακρίβωση ταξιμέτρων, διακρίβωση συστημάτων μέτρησης της ταχύτητας οχημάτων, κ.α.) , με σκοπό την ικανοποίηση του ρόλου του ΕΙΜ ως Συμβούλου της Πολιτείας σε θέματα μετρολογίας. ΠΟΤΕ δεν λάβαμε μια απάντηση, και φυσικά καμιά από τις προτάσεις δεν προχώρησε. Θα τονίσω ότι όλες αυτές οι προτάσεις συνεπάγονταν επιπλέον εργασία για τους συναδέλφους μου και εμένα, χωρίς κανένα επιπρόσθετο ατομικό οικονομικό όφελος. Είμαι για 15 χρόνια θεατής ενός συστήματος που προσπαθεί με κάθε τρόπο να μεταλλάξει ανθρώπους άξιους και με μεράκι για τη δουλειά τους, που ευτυχώς έχουν αποδείξει την ισχυρή άμυνά τους στην προσπάθεια μετάλλαξής τους, σε κακώς εννοούμενους δημοσίους υπαλλήλους.Θεωρώ ότι η παρούσα κατάσταση της χώρας είναι μια καλή, αν και οδυνηρή, ευκαιρία, να προσπαθήσουμε να απαλλαχτούμε από παθογένειες του παρελθόντος. Θα επαναλάβω, λοιπόν, ότι εάν το ζητούμενο από την όποια συγχώνευση είναι μόνο το «θεαθήναι», πράγμα για το οποίο διαφωνώ έντονα, το μόνο σχόλιό μου για το υπό διαβούλευση νομοσχέδιο είναι να εξασφαλιστούν, όχι μόνο στο μεταβατικό στάδιο αλλά και στο μεταγενέστερο της λειτουργίας του νέου φορέα, οι θέσεις εργασίας όλων των εργαζομένων και μάλιστα, με αξιοπρεπείς μισθούς. Εάν, όμως, το ζητούμενο είναι να δημιουργηθεί ένας φορέας ο οποίος πραγματικά θα λειτουργεί ως Σύμβουλος της Πολιτείας σε θέματα ποιότητας και στην υπηρεσία του πολίτη, τότε πραγματικά έχω πολλές προτάσεις τις οποίες έχω και την υποχρέωση, αλλά κυρίως την διάθεση, να τις συζητήσω, επιτέλους, με την Πολιτεία, της οποίας τους θεσμούς εξακολουθώ και σέβομαι, αν και έχει κάνει ότι μπορούσε για το αντίθετο.
 
 
Δρ. Νικόλαος Πετρόπουλος
κ. Υπουργέ, Ανέκαθεν πίστευα ότι το Εθνικό Ιδρυμα Ερευνών θα έπρεπε να είναι ένας δημόσιος ερευνητικός φορέας που να συστεγάζει όλες τις επιστήμες («Φυσικές», «Ανθρωπιστικές» και «Κοινωνικές») και συνακόλουθα όλα τα ερευνητικά κέντρα, περιλεμβανομένων το Ε.Κ.Ε.Φ.Ε (Δημοκριτος), το Εθνικό Αστεροσκοπείο, το Ελληνικό Κεντρο Θαλάσσιων Ερευνων (ΕΛ.ΚΕ.Θ.Ε.), το Εθνικό Αστεροσκοπείο, την Ακαδημία Αδηθνών (14 κέντρα), το ΚΕΠΕ κτλ., με τα σχετικά τους Ινστιτούτα. Στη λίστα αυτή, δεν είναι μονο το ΕΙΕ που έχει μια «διεπιστημονική» διάρθρωση αλλά και η Ακαδημία Αθηνών. Φυσικά, σε μια ορθολογική αναδιάρθρωση της έρευνας, θα γίνονταν μια ανακατανομή των επιμέλους μονάδων κάτω από την ομπρέλλα των «Φυσικών» (π.χ. φυσική, χημεία, βιολογία, αστρονομία,μαθηματικά κτλ.), «ανθρωπιστικών» (ιστορία, γλώσσα, λογοτεχνία, αρχαιλογια κτλ.) και «κοινωνικών’ (π.χ. κοινωνιολογία,ανθρωπλογιία, ψυχολογία, πολιτική, οικονομια κτλ.) επιστημών και θα δημιουργούνταν τα κέντρα «φυσικών», «ανθρωπιστικών» και «Κοινωνικών Επιστημών». Φυσικά, τα παραπάνω δεν επιτυγχάνεται με το παρόν σχέδιο νόμου. Αντιθέτως γίνεται μια επιλεκτική συγχώνευση μεταξύ του «Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών» και του «Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών». Αναρωτιέται κανείς γιατί συγχωνεύεται το ΕΙΕ με το ΕΚΚΕ και όχι με τα άλλα Κέντρα που αναφερονται ενδεικτικά παραπάνω; Εκτός αυτού το ΕΚΚΕ υποβαθμίζεται σε «Ινστιτούτο», με συνακόλουθη συρρικνωση του προϋολογισμού του και υποβάθμιση της σύγχρονής κοινωνικής έρευνας στη χώρα μας. Ως πρώην μέλος του Δ.Σ. του ΕΚΚΕ κατά τη δεκαετία του 1980 και ως πιστός παρατηρητής της μεταγενέστερης εξελίξής του, θα ήθελα να υπεθνθυμίσω στους νομοθέτες οτι το ΕΚΚΕ έχει πραγματοποιήσει – και συνεχίζει να πραγματοποιεί – αξιολόγες, συστηματικές και σε βάθος εμπειρικές έρευνες στους τομείς της υγείας, της φτώχειας, της δημογροαφίας, της μετανάστευσης, της οικογένειας, των διαφυλικών σχέσεων, της πολιτικής συμπεριφοράς κτλ. Σε μια εποχή που η χώρα μας διανύει μια «οικονομική» και συνάμα «κοινωνικη κριση», σε μια εποχή που η κοινωνικη έρευνα είναι ζωτικής σημασίας για τη τεκμηριωμένη διαμορφωση της κοινωνικής πολιτικής, θεωρώ οτι η σχετική επιλεκτική συγχώνευση των δύο φορέων και η υποβάθμιση του ΕΚΚΕ σε Ινστιτούτο αποτελούν μια οπισθρόμηση, μια ουσιαστική συρρίκνωση της κοινωνικής έρευνας και συνεπώς μια σημαντική απώλεια για τη χώρα μας. Στο σημείο αυτό, θα ήθελα να επισημάνω ότι ούτε η δικτατορία (1967-74) δεν τόλμησε να καταργήσει το ΕΚΚΕ. Ταυτοχρονα,η μετονομασία των δύο φορέων του Ε.Ι.Ε.και του ΕΚΚΕ σε ΕΙΕ-Κέντρο Θετικών, Ιστορικών και Κοινωνικών Ερευνών» και σε «Ινστιτούτο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών», συνιστά σοβαρό οργανωτικό λάθος για τους παρακάτω λόγους: -Οι επωνυμιες αυτές έχουν καθιερωθεί και καταξιωθεί διεθνώς. Η αλλαγή τους θα προκαλούσε σύγχυση στη διεθνή επιστημονική κοινότητα και στη βιβλιογραφία, πέρα απο το κόστος της αναποσαρμογής. Η μετονομασίες παραπέμπουν επίσης στον «Καλικράτη», όπου πρόεκυψαν «ενιαίοι δήμοι»με πολυσύνθετες ονομασίες. -Ο προσδιορισμός του αντικειμένου του ΕΙΕ σε «Κέντρο Θετικών, Ιστορικών και Κοινωνικών Ερευνών», εκτός του ότι υποβαθμίζει το «Ϊδρυμα» σε «Κέντρο» προκειμένου να δικαιολογήσει την μετατροπή του ΕΚΚΕ σε Ινστιτούτο, περιορίζει το δυνητικά ευρύτερο αντικείμενο του Ε.Ι.Ε. και τις προοπτικές του, -Η μετονομασία του ΕΚΚΕ σε «Ινστιτούτο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών» εκτός του ότι αποτελεί μια οργανωτική ανακολουθία (το ινσιτούτο είναι υπο-μονάδα ενός κέντρου) εγκυμονεί κινδύνους για την αρμονική συνύπαρξη των ερευνητών που προέρχονται από τους δύο φορεις – κίνδυνοι που αφορούν την εκπροσώπηση στο Δ.Σ. και έχουν επαρκώς επισημαντεί από άλλους σχολιαστές Με δεδομένες τις συηνέπειες που θα προκύψουν από την επιλεκτική συγχένευση και από την υποβάθμιση του ΕΚΚΕ, αμφιβάλλω αν θα προκύψουν σημαντικέςοικονομίες κλίμακας. Άλλωστε η συστηματική κοινωνική έρευνα ειναι ένα δημοσιο αγαθό, ενας σημαντικός συντελεστής στην κοινωνική μας αυτογνωσία και στη διαμορφωση της κοινωνικής πολιτικης και δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με καθαρά οικονομιστικά και λογιστικά κριτήρια. Προτεινω την απόσυρση του σχετικού άρθρου (09) έως ότου οι νομοθέτες μας επανέλθουν με μια ορθολογικότερη και ενδεχομένως οικονομικότερη πρόταση για αναδιορθρωση της έρευνας στη χώρα μας. Προκαλεί εντύπωση το οτι η προτάση νόμου αφορά την αναδιάρθωση «ερευνητικών κέντρων», χωρίς να συνοδεύεται από μια τεκμηριωμένη εισηγητίκή έκθεση! Με τιμή, Νίκος ΠετρόπουλοςΚοινωνιολόγος
 
 
Γεράσιμος Νοταράς, Επικεφαλής του Ιστορικού Αρχείου της Εθνικής Τράπεζας
Το τότε «ΚΚΕ Αθηνών» που μετεξελίχθηκε σε «ΕΚΚΕ» δημιουργήθηκε σε μία συγκυρία όπου η αισιοδοξία και η δημιουργικότητα ήταν χαρακτηριστικά της κοινωνίας μας. Η κοινωνία αυτή ήθελε να κερδίσει τον χαμένο χρόνο, συνέπεια του παγκόσμιου και εμφύλιου πολέμου. Φωτισμένοι άνθρωποι έκαναν πράξη την παγκόσμια αποδεκτή διαπίστωση ότι η έξοδος από την κρίση και την οπισθοδρόμηση που αυτή συνεπάγεται, είναι η απόκτηση «εργαλείων» μελέτης της κοινωνικής πραγματικότητας, χωρίς παρωπίδες και οποιουδήποτε είδους σκοπιμότητες. Προϋπόθεση ενός τέτοιου εγχειρήματος η ανεξαρτησία και η αυτοδιοίκηση, ώστε η πρωτογενής και εφαρμοσμένη έρευνα να είναι απαλλαγμένες από κάθε είδους επιρροές. Να αποτελούν δηλαδή ένα αξιόπιστο εργαλείο στο οποίο να μπορούν οι κυβερνόντες να στηρίξουν τους αναπτυξιακούς και άλλους σχεδιασμούς τους. Είχα το μοναδικό προνόμιο να υπάρξω μέλος της πρώτης εκείνης ομάδας και δε θα ξεχάσω ποτέ όσο ζω τη δημιουργικότητα, την επιστημονική αυστηρότητα και το κέφι με το οποίο μελετήσαμε και αναδείξαμε παθογένειες που έπλητταν την τότε κοινωνία μας και που δυστυχώς δεν έχουν ακόμη εκλείψει. Η παιδική εγκληματικότητα, παθογένειες του εκπαιδευτικού μας συστήματος, η μετανάστευση, η πορνεία, το πολεοδομικό συγκρότημα της Αθήνας, κτλ, κτλ, κτλ. Η «χαμένη άνοιξη», όπως την ονόμασε ο Στρατής Τσίρκας, τέλειωσε για μένα ένα πρωί της 23ης Οκτωβρίου του 1967 όταν ο Μπάμπαλης και ο Σπανός (της Ασφάλειας και όχι της ΕΣΑ) με υποδέχθηκαν στο γραφείο του Ηλία Δημητρά, που με είχε καλέσει για να μου τους …συστήσει. Αυτό αποτέλεσε και το τέλος της «χαμένης άνοιξης» για το Κέντρο, το οποίο ανέστειλε τις εργασίες του, μεγάλο μέρος του προσωπικού του βρέθηκε στη φυλακή, στη παρανομία ή στο εξωτερικό. Ξανάνοιξε πάλι ως Εθνικό Κέντρο με νέα, εν πολλοίς, σύνθεση. Αυτό υπήρξε και το πρώτο καίριο πλήγμα για τον οργανισμό. Η μεταπολίτευση επανέφερε σε τάξη το Κέντρο αλλά χωρίς να του δώσει, κατά τη γνώμη μου, την ηθική και υλική στήριξη που έπρεπε, ώστε να καταστεί ένας ουσιαστικός παράγοντας χάραξης αναπτυξιακής πολιτικής. Τώρα επιχειρείται μια επιπλέον αποδυνάμωσή του. Η συγχώνευση δύο επιστημονικών οργανισμών, που με ευθύνη της Πολιτείας, την τελευταία δεκαετία έχουν μετατραπεί σε «αποπαίδια». Χωρίς στοιχειώδη μέσα για να επιτελούν το έργο τους. Με τη δημιουργία επαναλαμβανόμενων αβεβαιοτήτων. Χωρίς τη χάραξη πλαισίου και στόχων. Δεν πρόκειται να λύσει κανένα πρόβλημα. Ούτε καν να πείσουν τους δανειστές μας ότι κάτι κάνουμε προς την κατεύθυνση του εξορθολογισμού της λειτουργίας του κρατικού μηχανισμού. Ως πολίτης της χώρας αυτής συμπαρίσταμαι στο προσωπικό του Κέντρου και στα μέλη της επιστημονικής κοινότητας που εναντιώνονται σε μία άσκοπη κίνηση εντυπώσεων και απευθυνόμενος στον εκ των συναρμοδίων υπουργών, με τον οποίoν σε δύσκολες στιγμές βρεθήκαμε στα ίδια χαρακώματα, έχω να του πω: Αντώνη δεν το ξανασκέφτεσαι; Γεράσιμος Νοταράς Πρώην μέλος του προσωπικού του Κέντρου Κοινωνικών Επιστημών Σήμερα Επικεφαλής του Ιστορικού Αρχείου της Εθνικής Τράπεζας
 
 
ΧΑΙΜ ΚΟΕΝ
Πολλές από τις λειτουργίες των νοσούντων φορέων θα μπορούσαν να αναλάβουν τα υποβαθμισμένα Ανώτατα Πανεπιστημιακά Ιδρύματα της χώρας, όπως έρευνες, μελέτες, κτλ, παράγοντας άμεσα εφαρμόσιμες προτάσεις για ανάπτυξη, περιβάλλον, γεωργία, υδρολογία, ενέργεια κτλ.Απλές συγχωνεύσεις χωρίς μηχανοποιημένες διαδικασίες θα οδηγήσουν και πάλι σε σπατάλες, κομματισμούς και τα γνωστά σε όλους αποτελέσματα.Υπηρεσίες που προγραμματίζονται για συγχώνευση θα ήταν σκόπιμο να υπαχθούν κατά το δυνατόν σε Δήμους ή Περιφέρειες, με αξιόλογο ολιγομελές προσωπικό, το οποίο θα έχει επιτελικά καθήκοντα, αναθέτοντας υπεργολαβικά σε τρίτους τις όποιες έρευνες, μελέτες κτλ απαιτούνται για την αντιμετώπιση των εκάστοτε πολιτικο-κοινωνικών στόχων. Αυτό θα έχει άμεσα οικονομικά ωφέλη, διότι η ενεργοποίηση «υπεργολάβων» θα γίνεται μόνο για την υλοποίηση συγκεκριμένων στόχων, χωρίς πολυμελές μόνιμο (επιστημονικό ή όχι) προσωπικό άνευ συνεχούς αντικειμένου.