Βλέπετε τα σχόλια που σχετίζονται με την ομάδα λέξεων που επιλέξατε.
 
Αρκτούρος, Αρχέλων, Δίκτυο Μεσόγειος SOS, Ελληνική Εταιρία Προστασίας της Φύσης, Ελληνική Εταιρεία Περιβάλλοντος και Πολιτισμού, Ελληνική Ο
Με το παρόν οι περιβαλλοντικές οργανώσεις Αρκτούρος, Αρχέλων, Δίκτυο Μεσόγειος SOS, Ελληνική Εταιρία Προστασίας της Φύσης, Ελληνική Εταιρεία Περιβάλλοντος και Πολιτισμού, Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία, Εταιρία Προστασίας Πρεσπών, Καλλιστώ, MEDASSET, MOm/Εταιρεία για την Μελέτη και Προστασία της Μεσογειακής Φώκιας και WWF Ελλάς καταθέτουν τις θέσεις τους αναφορικά με το σχέδιο νόμου «Κατάργηση και συγχώνευση νομικών προσώπων του δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα» και ειδικά με την προτεινόμενη συγχώνευση και κατάργηση των Φορέων Διαχείρισης των Προστατευόμενων Περιοχών. Επισημαίνουμε ότι σε αντίθεση με τις δεσμεύσεις της πολιτικής ηγεσίας του ΥΠΕΚΑ για διευρυμένη, ανοιχτή και ουσιαστική δημόσια διαβούλευση σχετικά με το μέλλον της διαχείρισης των πιο σημαντικών οικολογικά περιοχών της χώρας, αλλά και την παρότρυνση για μια τέτοια διαδικασία από την Επιτροπή «Φύση 2000», το «κεντρικό, επιστημονικό, γνωμοδοτικό όργανο του Κράτους για το συντονισμό, την παρακολούθηση και αξιολόγηση των πολιτικών και μέτρων προστασίας της ελληνικής βιοποικιλότητας» (άρθρο 19, ν. 3937/2011), οργανώνεται προσχηματική ηλεκτρονική διαβούλευση διάρκειας μόλις επτά ημερών. Τονίζουμε την αντίθεση μας στην υιοθέτηση της προτεινόμενης προσέγγισης, ιδιαίτερα τη συγκεκριμένη στιγμή, και τον βαθύ προβληματισμό μας για τις επιπτώσεις που μπορεί η υιοθέτηση του μέτρου αυτού να έχει στη διατήρηση του φυσικού κεφαλαίου της χώρας. Δεδομένου ότι έχουμε πολλές φορές επισημάνει τις ελλείψεις και τις δυσλειτουργίες που αντιμετωπίζουν οι Φορείς Διαχείρισης, οι αντιρρήσεις μας στις προτεινόμενες αλλαγές συμβαδίζουν με την αναγνώριση από μέρους μας της ανάγκης για ουσιαστική αναβάθμιση του Εθνικού Συστήματος Προστατευόμενων Περιοχών, στο πλαίσιο ενός αποτελεσματικού και λειτουργικού συστήματος προστασίας και διαχείρισης του φυσικού περιβάλλοντος της χώρας. Είναι επίσης συνεπής με τη μακρόχρονη και έμπρακτη στήριξη που έχουμε παραχωρήσει στους Φορείς Διαχείρισης και τη συμβολή μας στην προστασία της ελληνικής φύσης, την ίδια στιγμή που η πολιτεία δεν παρείχε επαρκή και ουσιαστική θεσμική, πολιτική και οικονομική υποστήριξη. Εν τη απουσία τεκμηρίωσης με επιστημονικά κριτήρια, καθώς και αιτιολόγησης των προτεινόμενων συγχωνεύσεων/ καταργήσεων, ακόμα και σήμερα, δεν είναι καθόλου σαφές το σκεπτικό, τα οφέλη και τελικά η χρησιμότητα των σχεδιαζόμενων συγχωνεύσεων και καταργήσεων. Εξάλλου δεν φαίνεται να έχουν ληφθεί υπόψη ούτε οι πρόσφατες προτάσεις της Επιτροπής Φύση, ούτε και των περιβαλλοντικών οργανώσεων ή άλλων φορέων που έχουν ήδη τοποθετηθεί δημόσια για το μέλλον του συστήματος των προστατευόμενων περιοχών της χώρας.Υποστηρίζουμε ότι αυτό που απαιτείται σήμερα είναι μια ολοκληρωμένη δέσμη παρεμβάσεων για τη δημιουργία ενός συνεκτικού και λειτουργικού Εθνικού Συστήματος Προστατευόμενων Περιοχών, που θα καλύπτει όχι μόνο τις περιοχές που μέχρι και σήμερα υπάγονται στην αρμοδιότητα των 29 Φορέων Διαχείρισης (και που καλύπτει περίπου το 30% των περιοχών Natura 2000 της χώρας), αλλά και το σύνολο των περιοχών που έχουν ενταχθεί στο οικολογικό δίκτυο Natura 2000. Τούτο άλλωστε αποτελεί υποχρέωση της χώρας βάσει της κοινοτικής οδηγίας 92/43/ΕΟΚ, με την οποία θεσπίζεται το δίκτυο Natura 2000. Υπενθυμίζουμε, μάλιστα ότι η προθεσμία της χώρας για την υποβολή των στόχων διατήρησης ανά περιοχή έχει ήδη εκπνεύσει. Κατά τη γνώμη των οργανώσεων, μόνο σε ένα τέτοιο συνεκτικό πλαίσιο ολοκληρωμένης μεταρρύθμισης του Εθνικού Συστήματος Προστατευόμενων Περιοχών πρέπει να εξεταστεί ο αριθμός και τα σχήματα διαχείρισης. Η παρούσα πρόταση που τίθεται προς διαβούλευση φαίνεται να αγνοεί παντελώς τον ρόλο των Φορέων Διαχείρισης σε μια προστατευόμενη περιοχή, τις απαιτήσεις διαχείρισης και προστασίας των οικολογικών χαρακτηριστικών που φιλοξενούν, αλλά και τις αναπτυξιακές δυνατότητες των περιοχών που προστατεύονται αποτελεσματικά. Ως εκ τούτου, προωθεί μια συγκεντρωτική προσέγγιση που είναι αντίθετη με τις ανάγκες των προστατευόμενων περιοχών για συμμετοχική διαχείριση και συνεχή διαβούλευση σε τοπικό επίπεδο.Πιο συγκεκριμένα, σχετικά με τις προτεινόμενες διατάξεις του άρθρου 10 αλλά και των γενικών διατάξεων του άρθρου 15 σημειώνουμε ότι: 1) Δεν προκύπτει εξοικονόμηση πόρων, καθώς το μεγαλύτερο μέρος των δαπανών των Φορέων Διαχείρισης καλύπτονται από ευρωπαϊκούς πόρους, κυρίως από το ΕΣΠΑ, της τάξης των €4.7εκατ. έκαστος, και όχι από τον κρατικό προϋπολογισμό, ενώ τα διοικητικά συμβούλια δεν είναι αμειβόμενα. Εξαίρεση αποτελεί η ελάχιστη συμμετοχή του Πράσινου Ταμείου στην κάλυψη μη επιλέξιμων δαπανών. Μάλιστα, με τις προτεινόμενες συγχωνεύσεις δεν αποκλείεται τα οδοιπορικά έξοδα να αυξηθούν. Η αύξηση των δαπανών, παρόλο που μπορεί ενδεχομένως και λαμβάνοντας υπόψη τις δυσκολίες που αναμένονται (βλ. σημείο 2) να καλύπτονται από τα ευρωπαϊκά προγράμματα, μειώνουν τελικά τους διαθέσιμους πόρους για τις ουσιαστικές ανάγκες διαχείρισης, προστασίας και φύλαξης των περιοχών. 2) Η έναρξη ισχύος των διατάξεων από 1/1/2013 θέτει σε κίνδυνο μια σημαντική, υπό τις παρούσες εθνικές δημοσιονομικές συνθήκες, προτεραιότητα που αφορά στην απορρόφηση και αποδοτική αξιοποίηση των ευρωπαϊκών κονδυλίων. Υπάρχει ο κίνδυνος μέχρι να ολοκληρωθούν όλες οι απαραίτητες ενέργειες συγχώνευσης ή μεταφοράς σε άλλες υπηρεσίες των προγραμμάτων των υφιστάμενων Φορέων Φιαχείρισης, οι καθυστερήσεις να είναι τέτοιες που δεν θα επιτρέψουν την έγκαιρη υλοποίηση των απαραίτητων διαδικασιών στο πλαίσιο του ΕΣΠΑ με αποτέλεσμα τη μη απορρόφηση κοινοτικών κονδυλίων. Η ισχύς των μέτρων θα έπρεπε να ξεκινήσει μετά το πέρας της τρέχουσας προγραμματικής περιόδου ή, κατ’ ελάχιστον, μετά το τέλος του 2013, καταληκτική ημερομηνία για τη συμβασιοποίηση έργων στο ΕΣΠΑ. Μια τέτοια μεταβατική περίοδος θα έδινε επαρκή χρόνο για ουσιαστική επεξεργασία ενός ολοκληρωμένου σχεδίου για τη διοικητική μεταρρύθμιση των φορέων που είναι αρμόδιοι για την προστασία της φύσης, και ειδικά για την οργάνωση του Εθνικού Συστήματος των Προστατευόμενων Φορέων Διαχείρισης. 3) Με την προτεινόμενη συγχώνευση και κατάργηση Φορέων Διαχείρισης ενδέχεται να υπάρξει κύρωση της Ελλάδας και να απαιτηθεί η επιστροφή κονδυλίων, καθώς η στήριξη και λειτουργία των Φορέων Διαχείρισης (μάλιστα και με την πρόβλεψη για σύσταση νέων Φορέων Διαχείρισης) κατά την προγραμματική περίοδο 2007-2013 αποτελεί δέσμευση της χώρας έναντι της ΕΕ. 4) Ενδέχεται να δημιουργηθεί σημαντικό κενό στην προστασία των συγκεκριμένων περιοχών, καθώς μέχρι να ολοκληρωθούν όλες οι απαιτούμενες κανονιστικές πράξεις αλλά και να συσταθούν εκ νέου οι Φορείς Διαχείρισης, μπορεί όχι μόνο να αφήσει τις ευαίσθητες αυτές περιοχές εκτεθειμένες και χωρίς φύλαξη, αλλά και να οδηγήσει στην έγκριση έργων που θα επιβαρύνουν την περιοχή, καθώς οι Φορείς δεν θα μπορούν στις ασφυκτικές νέες προθεσμίες των αναθεωρημένων αδειοδοτικών διαδικασιών να γνωμοδοτήσουν επί των συγκεκριμένων έργων. 5) Δεν είναι σαφές από τις προτεινόμενες διατάξεις, και ειδικά από την πρόβλεψη (άρθ. 10 παρ. 12(β)) για προγραμματικές συμβάσεις ή συμβάσεις διαχείρισης με το ΥΠΕΚΑ ότι οι υπηρεσίες που αναλαμβάνουν τη διαχείριση των περιοχών, των οποίων οι Φορείς Διαχείρισης καταργούνται, είναι στελεχωμένες με επαρκές και καταρτισμένο προσωπικό για να αναλάβουν τον ρόλο του σχήματος διαχείρισης μιας προστατευόμενης περιοχής. Επιπλέον, δεν είναι σαφές αν οι υπηρεσίες στις οποίες ανατίθεται η διαχείριση προστατευόμενων περιοχών των οποίων οι φορείς διαχείρισης είναι υποχρεωμένες ή έχουν μόνο τη δυνατότητα να συνάψουν προγραμματική σύμβαση ή σύμβαση διαχείρισης με το ΥΠΕΚΑ, και με ποιο χρονικό ορίζοντα. 6) Όσον αφορά στο περιεχόμενο των συμβάσεων διαχείρισης το οποίο το παρόν νομοσχέδιο επιδιώκει, με καθυστέρηση 13 ετών, να καθορίσει, είναι ιδιαίτερα ελλιπές και δεν ενσωματώνει προτάσεις που έχουν κατατεθεί στο πρώην ΥΠΕΧΩΔΕ εδώ και τουλάχιστον μια δεκαετία. Συγκεκριμένα, η παρούσα διάταξη συγχέει τη σύμβαση διαχείρισης με το σχέδιο διαχείρισης, το οποίο είναι το βασικότερο εργαλείο για την προστασία μιας προστατευόμενης περιοχής. Δεν ορίζει, για παράδειγμα, ποιοι είναι οι εμπλεκόμενοι φορείς και τα συγκεκριμένα συμβαλλόμενα πρόσωπα, ποια είναι η διαδικασία για την κατάρτιση των συμβάσεων, ποιες οι τυπικές προϋποθέσεις για την υποβολή ενδιαφέροντος ανάληψης της υποχρέωσης διαχείρισης μιας περιοχής, με ποια κριτήρια επιλέγονται οι συμβασιούχοι, που ορίζονται στην κείμενη νομοθεσία, ποιες οι αρμοδιότητες παρακολούθησης και εποπτείας του ΥΠΕΚΑ ούτε και ποιες οι τυπικές υποχρεώσεις αναφοράς και ενημέρωσης από μέρους του συμβασιούχου, αλλά και ποιες είναι οι διαδικασίες τροποποίησης, λύσης της σύμβασης και τυχόν διαχείρισης επίλυσης των διαφορών. Καταλήγοντας, θεωρούμε τη συγκεκριμένη ρύθμιση άκαιρη, αποσπασματική και άστοχη. Αντί της προώθησης του συγκεκριμένου άρθρου, θεωρούμε ότι πρέπει να οργανωθεί ένας ανοιχτός, συμμετοχικός και ουσιαστικός διάλογος που θα οδηγήσει σε μια ολοκληρωμένη αναθεώρηση της διοικητικής δομής που είναι αρμόδια για την προστασία της ελληνικής φύσης, που θα μπορούσε με τον κατάλληλο σχεδιασμό, οργάνωση και υποστήριξη να συνεισφέρει σημαντικά στη βιώσιμη έξοδο από την οικονομική και κοινωνική κρίση που βιώνει η χώρα. Πολλά από τα παραπάνω, οι περιβαλλοντικές οργανώσεις τα είχαν ήδη επισημάνει σε σχετική επιστολή προς τα αρμόδια υπουργεία τον Ιούλιο, μετά την ανακοίνωση της αριθμητικής προσέγγισης μείωσης των φορέων του δημοσίου (http://www.wwf.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=927:2012-07-26-09-49-08&catid=70:2008-09-16-12-10-46&Itemid=90).
 
 
Νικόλαος Παπαδόπουλος
Στο άρθρο 1/Ορισμοί (http://www.opengov.gr/minlab/?p=1764)για τη «θεσμοθέτηση της Κοινωνικής Οικονομίας και της ΚοινωνικήςΕπιχειρηματικότητας και άλλες διατάξεις»,πολύ ορθά αναφέρονται και διαχωρίζονται οι «ευπαθείς»,»ευάλωτες» και «ειδικές» ομάδες πληθυσμού.Συμφωνώντας με αρκετές αναρτήσεις και ιδιαίτερα με αυτές των Ιατρών Καραγιάννη, αδυνατώ να κατανοήσω πως θα μπορεί να ασκείται η διοίκηση ταυτόχρονα σε δύο τόσο διαφορετικά Ιδρύματα.Τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν και οι ανάγκες που καθημερινά πρέπει να καλύπτονται είναι τόσο διαφορετικά ! Είναι τελείως διαφορετική η αντιμετώπιση που πρέπει να έχει ένα άτομο ειδικών αναγκών (σωματική ή νοητική αναπηρία) σε σχέση με ένα υγειές που λόγω «απρόβλεπτων γεγονότων» (πχ απώλεια γονέων) χρειάζεται την συμπαράσταση της πολιτείας.Δεν είναι δυνατόν στα πλαίσια οιασδήποτε οικονομικής πολιτικής να θυσιάζονται παιδικές ψυχές.Κύριοι, είναι τελείως διαφορετικό να συγχωνεύονται δύο ή περισσότερες ΔΟΥ, από την συγχώνευση ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ που έχουν διαφορετικό αντικείμενο και αποστολή !Το Κέντρο Προστασίας Παιδιού Δωδεκανήσου (ή όπως το γνωρίζουν οι περισσότεροι Κέντρο Παιδικής Μέριμνας Θηλέων Ρόδου) είχε και έχει συγκεκριμμένη αποστολή, την « την περίθαλψη, μόρφωση και επαγγελματική εκπαίδευση των παιδιών που αποδεδειγμένα είναι απροστάτευτα και στερούνται οικογενειακής φροντίδας» . Αυτήν την «οικογενειακή φροντίδα» , οφείλει να καλύψει η πολιτεία διατηρώντας την αυτονομία του, αλλά και την αυτονομία οιουδήποτε αναλόγου Ιδρύματος.Νικόλαος Θ. ΠαπαδόπουλοςMSC Soc.Psychology
 
 
Καθηγητές ΑΕΙ – Πρόεδροι Ε.Ε. του ΤΔΠΕΑΕ
Οι υπογραφόμενοι Καθηγητές Α.Ε.Ι, Πρόεδροι Επιστημονικών Επιτροπών Μελέτης και Εκτέλεσης Αρχαιολογικών Έργων της Γενικής Γραμματείας Πολιτισμού του ΥΠΑΙΘΠΑ, θέλουμε κατ΄αρχήν να τονίσουμε ότι η κατάργηση του Ταμείου Διαχείρισης Πιστώσεων για την Εκτέλεση Αρχαιολογικών Έργων (ΤΔΠΕΑΕ) αφορά σε έναν Οργανισμό, ο οποίος κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών μελέτησε και εκτέλεσε μεγάλα αρχαιολογικά και αναστηλωτικά έργα, που έχουν τύχει ευρείας διεθνους αποδοχής. Σχετικά με τα ανηρτημένα στη διαβούλευση σχέδια νόμου κατάργησης του Ταμείου αυτού θεωρούμε καθήκον μας να επισημάνουμε τα ακόλουθα.1. Οι Επιστημονικές Επιτροπές, που ορίζονται έπειτα από απόφαση του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου, αποτελούνται από πρόσωπα υψηλής αρχαιολογικής και αναστηλωτικής εξειδίκευσης, των οποίων το έργο είναι διεθνώς αναγνωρισμένο. Τα πρόσωπα αυτά, καθηγητές Πανεπιστημίων ή υψηλόβαθμα στελέχη της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, από τις πλέον διακεκριμένες δυνάμεις της χώρας στον τομέα τους, προσφέρουν τη γνώση, την εμπειρία και τις υπηρεσίες τους αμισθί, επί πολλά ήδη χρόνια για τη διάσωση και ανάδειξη ιδιαίτερα σημαντικών μνημείων της μακραίωνης πολιτισμικής μας κληρονομιάς. Προερχόμενα από διαφορετι-κές επιστήμες, όπως επιτάσσει η σύγχρονη πολυεπιστημονική προσέγγιση για την ολοκληρωμένη προστασία των μνημείων, αποτελούν πολύτιμα όργανα του Υπουργείου, τα οποία, επικουρικά προς το γενικότερο έργο της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, έχουν παραγάγει κατά την τελευταία εικοσαετία, ένα πλούσιο και πρότυπο έργο αναβάθμισης των μνημείων μας, ιδίως στο πλαίσιο συγχρημοτοδοτουμένων προγραμμάτων, όπως ο κάθε σοβαρός παρατηρητής μπορεί να διαπιστώσει ανά την χώρα.2. Αυτή την περίοδο εκτελούνται από τις Επιστημονικές Επιτροπές του Υπουργείου σημαντικά έργα ενταγμένα στο ΕΣΠΑ, με ασφυκτικά χρονοδια-γράμματα και με ανάγκη άμεσης αντιμετώπισης διεπιστημονικών προβλη-μάτων, τα οποία μπορούν οι Επιστημονικές Επιτροπές, λόγω της ειδικής τους συγκρότησης, να αντιμετωπίσουν με ταχύτητα και αποτελεσμα-τικότητα. Το έργο αυτό των Επιτροπών δεν πρέπει με κανένα τρόπο να διαταραχθεί από την κατάργηση του Ταμείου. Με τη μακρά εμπειρία μας οι υπογραφόμενοι κρίνουμε ότι ο ορισμός ως Προϊσταμένης Αρχής των οικείων Διευθύνσεων της Γενικής Διεύθυνσης Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς είναι, υπό τις παρούσες συνθήκες, ο μόνος λυσιτελής τρόπος για την απρόσκοπτη συνέχεια των έργων του καταργούμενου Ταμείου. Ο ορισμός ως Προϊσταμένης Αρχής Περιφερειακών Υπηρεσιών του Υπουρ-γείου θα επιβαρύνει σε μεγάλο βαθμό τον ήδη τεράστιο φόρτο εργασιών που καθημερινά αυτές αντιμετωπίζουν, με επιπτώσεις αφενός στην εξυπηρέτηση των πολιτών και αφετέρου στην απαιτούμενη ταχεία εκτέλεση των έργων των Επιτροπών. Άλλωστε κατά κανόνα στις Επιστημονικές Επιτροπές μετέχουν ως μέλη ο προϊστάμενος ή στελέχη της Εφορείας Αρχαιοτήτων στην δικαιοδοσία της οποίας αυτές δραστηριοποιούνται. Επισημαίνουμε παράλληλα ότι η μέχρι σήμερα ισχύουσα νομοθετική ρύθμιση, η οποία αποτυπώνεται στο Π.Δ. 263/1987 «Όργανα που αποφασίζουν ή γνωμοδοτούν και ειδικές ρυθμίσεις σε θέματα έργων που εκτελούνται από το Υπουργείο Πολιτισμού» (ΦΕΚ 127/Α/9.3.1987), ορίζει ότι Προϊσταμένη Αρχή των έργων που εκτελούνται από ΝΠΙΔ εποπτευόμενα από το ΥΠΠΟ είναι η καθ΄ύλη αρμόδια Διεύθυνση της Κεντρικής Υπηρεσίας. Το ίδιο ισχύει και για τα έργα που υλοποιούνται από τις Εφορείες Αρχαιοτήτων, όπου η Κεντρική Υπηρεσία λειτουργεί ως Προϊσταμένη Αρχή.3. Θεωρούμε ότι ο περιλαμβανόμενος ορισμός του έργου των Επιτροπών (παρ.5δ) και των αρμοδιοτήτων των προέδρων τους (παρ.6) στο αναρτημένο την 1η Οκτωβρίου στη Διαβούλευση Σχέδιο πρέπει να περιληφθεί στο νομοθέτημα, διότι καθορίζει σαφώς τον χαρακτήρα και τις αρμοδιότητες των Επιτροπών και εξασφαλίζει σαφές πλαίσιο λειτουργίας τους για την απρόσκοπτη ολοκλήρωση του έργου τους.4. Υπογραμμίζουμε την ανάγκη «οι υπάλληλοι που διαθέτουν εκ του βαθμού και της ειδικότητάς τους υψηλή εξειδίκευση σε αναστηλωτικά έργα μνημείων, καθώς και σε αρχαιολογικές εργασίες που είναι εν εξελίξει» να εξακολουθήσουν να απασχολούνται σε αυτά, μεταφερόμενοι στο εξής στο προσωπικό της Γενικής Γραμματείας Πολιτισμού του ΥΠΑΙΘΠΑ, με την ίδια σχέση εργασίας. Η ρύθμιση αυτή αφορά 14 υψηλής εξειδίκευσης στελέχη, τα οποία, ενώ σε οποιοδήποτε άλλο ΝΠΙΔ δεν θα είχαν την ευκαρία να ασκήσουν το αντικείμενό τους, αποτελούν σήμερα μια πολύτιμη προίκα για το Υπουργείο. Μια από τις μεγάλες προσφορές του καταργούμενου ΤΔΠΕΑΕ, υπήρξε αφενός η ανάπτυξη νέας τεχνογνωσίας για τη διαχείριση των μνημείων, εν πολλοίς πρωτότυπης σε διεθνές επίπεδο, και αφετέρου η εκπαίδευση των ιδιαίτερα ικανών νέων αυτών αναστηλωτών, τους οποίους τόσο έχουν ανάγκη τα μνημεία.5. Είναι σκόπιμο να προβλεφθεί μεγαλύτερος χρόνος για τη λύση μισθώσεων ακινήτων, των οποίων τα μισθώματα βαρύνουν εθνικούς πόρους, ώστε οι Επιστημονικές Επιτροπές που εμπίπτουν στη ρύθμιση να έχουν εύλογο χρόνο προσαρμογής στις νέες συνθήκες.6. Στο πλαίσιο των ανωτέρω βεβαίως επιβάλλεται η αξιολόγηση του έργου των Επιτροπών από την Κεντρική Υπηρεσία και την Διαχειριστική Αρχή, όπως άλλωστε προβλέπεται από τον κανονισμό λειτουργίας του ΕΣΠΑ και παγίως γίνεται. Νικόλαος Ζίας, καθηγητής Ιστορίας της Τέχνης του Πανεπιστημίου Αθηνών Πέτρος Θέμελης, καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης Βασίλης Λαμπρινουδάκης, καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών Εύα Σημαντώνη-Μπουρνιά, καθηγήτρια Κλασικής Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών Στέφανος Σίνος, καθηγητής Αρχιτεκτονικής Μορφολογίας και Ρυθμολογίας του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου Γεώργιος Σμύρης, επ.καθηγητής στο Τμήμα Πλαστικών Τεχνών και Επιστημών της Τέχνης του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων
 
 
Σαββόπουλος Δημήτριος, Αντιπεριφερειάρχης Περιφερειακής Ενότητας Καστοριάς
Θέμα: Απόψεις επί του σχεδίου νόμου «Κατάργηση και συγχώνευση νομικών προσώπων του Δημοσίου και του ευρύτερου Δημόσιου τομέα». Επιβεβαιώθηκαν αλλά και ενισχύθηκαν οι αρχικές μας ανησυχίες όπως αυτές διατυπώθηκαν προς τον Yπουργό ΠΕΚΑ μέσα από τη με αρ.πρωτ.οικ.81133/1923/20-09-12 επιστολή διαμαρτυρίας μας, στη πληροφορία της δρομολογούμενης από πλευράς της κεντρικής εξουσίας κατάργησης του φορέα διαχείρισης της περιοχής προστασίας της λίμνης μας. Από την επεξεργασία του υπό διαβούλευση σχεδίου νόμου με θέμα «Κατάργηση και συγχώνευση νομικών προσώπων του Δημοσίου και του ευρύτερου Δημόσιου τομέα», οδηγηθήκαμε στο συμπέρασμα ότι για ακόμη μια φορά το κεντρικό κράτος λειτουργεί υπό συνθήκες πίεσης, χωρίς να λαμβάνει υπόψη του το σύνολο των παραμέτρων και χωρίς να έχει μελετήσει πλήρως το ζήτημα της θεσμικής αναδιάταξης ώστε να καταστεί εφικτό να υπάρξει ένα ολοκληρωμένο, συνεκτικό και βιώσιμο εθνικό σύστημα προστατευόμενων περιοχών, που εξ όσον είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε αποτελεί εθνικό στόχο αλλά και υποχρέωση της χώρας μας βάση των ευρωπαϊκών πολιτικών και δεσμεύσεων. Δηλαδή, σε μια χρονική στιγμή που θα έπρεπε να εντείνουμε ως χώρα τις προσπάθειες μας για την ολοκλήρωση του κανονιστικού πλαισίου (έκδοση Προεδρικών Διαταγμάτων) για την ειδική περιβαλλοντική διαχείριση του συνόλου των περιοχών μας που περιλαμβάνονται στο δίκτυο Natura 2000, καθώς μόλις το 23% αυτών εμπίπτει σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης, εμείς παραπαίουμε δρομολογώντας διαχειριστικά σχήματα που δια γυμνού οφθαλμού αντιλαμβάνεται κανείς πως δεν θα μπορέσουν να ανταποκριθούν στις ανάγκες των ημερών. Συγκεχυμένο και γενικόλογο λοιπόν το νομοθέτημα προσπαθεί να λειτουργήσει ως μεταβατικό σχήμα, σκοπό που μάλλον δεν θα μπορέσει να επιτύχει καθώς το σύνολο των ειδικών ρυθμίσεων ζωτικής σημασίας επαφίονται στις εκδόσεις αποφάσεων που θα λάβουν χώρα σε πολύ μεταγενέστερο χρόνο. Η ανάθεση των αρμοδιοτήτων των υπό κατάργηση φορέων διαχείρισης, θα έπρεπε να γίνει ή τουλάχιστον αυτό θα περιμέναμε στα πλαίσια του θεσμικού εκσυγχρονισμού του κράτους με τη διαδικασία της παρ.1γ του άρθρου 15 του Ν.2742/99 όπως αυτό τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε από το άρθρο 7 του Ν.3937/11. Αντί αυτού ερχόμαστε αντιμέτωποι με μαξιμαλιστικού χαρακτήρα δρομολογούμενες ρυθμίσεις εφαρμογής με κραυγαλέο παράδειγμα τη περίπτωση του νεοσύστατου φορέα διαχείρισης της λίμνης μας, η άσκηση των αρμοδιοτήτων του οποίου με τη κατάργηση του, ανατίθεται γενικά και αόριστα στην Αποκεντρωμένη Διοίκηση Ηπείρου – Δυτικής Μακεδονίας. Στο σημείο αυτό κρίνουμε σκόπιμο να επισημάνουμε ότι η ανάθεση της άσκησης της σχετικής αρμοδιότητας σε δημόσια υπηρεσία δύναται να γίνει σύμφωνα με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, μόνο με την έκδοση Προεδρικού Διατάγματος του άρθρου 21 του Ν.1650/86 όπως ισχύει σήμερα, απαίτηση που δεν αίρεται από το εν λόγω νομοσχέδιο. Ως εκ τούτου, ως εκφραστές του αισθήματος της τοπικής κοινωνίας δεν σας κρύβουμε ότι νιώθουμε να εμπαιζόμαστε, αντιλαμβανόμενοι τους κινδύνους που ελλοχεύουν για το σημαντικότερο υγροβιότοπο του νομού μας ο οποίος και θα τεθεί υπό εγκατάλειψη, καθώς δεν θα υφίστανται «διαχειριστής» του αλλά ούτε και πρόβλεψη για ορισμό του σε μεταγενέστερο έστω χρόνο. Η τοπική κοινωνία πιστεύει ακράδαντα ότι ο φορέας διαχείρισης της λίμνης μας θα έπρεπε να είναι μέσα σε αυτούς που θα διατηρηθούν. Όχι μόνο για λόγους οικολογικής σπουδαιότητας αλλά και για λόγους γεωγραφικής αυτονομίας, για λόγους στήριξης της αναπτυξιακής πορείας αυτού του ακριτικού τόπου ακόμη και για λόγους ιστορικής σημασίας.Στο σημείο αυτό κρίνουμε σκόπιμο να επισημάνουμε ότι η χρηματοδότηση του φορέα διαχείρισης της λίμνης μας, έχει εξασφαλιστεί από χρήματα της περιφέρειας μας μέχρι το 2015 ικανό χρονικό διάστημα για να καταστεί αυτός βιώσιμος. Εάν παρόλα αυτά εμμείνετε στην άποψη της κατάργησης του στα πλαίσια μιας πρόχειρης γενίκευσης με στόχο τη περιστολή των δημοσίων δαπανών, εμείς ως αιρετή περιφέρεια τολμούμε με πλήρη επίγνωση της ευθύνης της τοποθέτησης μας να δεσμευτούμε ότι πέρα από τη θέληση έχουμε και τη δυνατότητα με ανακαθορισμό των οργανικών μας θέσεων να δημιουργήσουμε μια λειτουργική και ευέλικτη διοικητική δομή για την άσκηση των αρμοδιοτήτων αυτών. Η αιρετή περιφέρεια που μέχρι τώρα κλήθηκε λόγω των συγκυριών να ασκήσει τις εν λόγω αρμοδιότητες και μάλιστα σε μια δεινή για τη δημοσιονομική κατάσταση της χώρας περίοδο, είναι αυτή που κατά την άποψη μας θα πρέπει να προβεί στην υπογραφή συμβάσεως διαχείρισης με το ΥΠΕΚΑ. Δεδομένης πάντοτε, της προθέσεως του νομοθέτη όπως αυτή εκφράζεται στο κείμενο του υπό διαβούλευση σχεδίου νόμου, για άρση του υφιστάμενου εμποδίου δηλαδή της απαίτησης έκδοσης της κανονιστικής διάταξης (ΚΥΑ) του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 1γ του άρθρου 15 του Ν.2742/99, η οποία μας βρίσκει κοινωνούς.
 
 
Περιβαλλοντικές Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις
Με το παρόν οι περιβαλλοντικές οργανώσεις Αρκτούρος, Αρχέλων, Δίκτυο Μεσόγειος SOS, Ελληνική Εταιρία Προστασίας της Φύσης, Ελληνική Εταιρεία Περιβάλλοντος και Πολιτισμού, Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία, Εταιρία Προστασίας Πρεσπών, Καλλιστώ, MEDASSET, MOm/ Εταιρεία για την Μελέτη και Προστασία της Μεσογειακής Φώκιας και WWF Ελλάς καταθέτουν τις θέσεις τους αναφορικά με το σχέδιο νόμου «Κατάργηση και συγχώνευση νομικών προσώπων του δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα» και ειδικά με την προτεινόμενη συγχώνευση και κατάργηση των Φορέων Διαχείρισης των Προστατευόμενων Περιοχών. Επισημαίνουμε ότι σε αντίθεση με τις δεσμεύσεις της πολιτικής ηγεσίας του ΥΠΕΚΑ για διευρυμένη, ανοιχτή και ουσιαστική δημόσια διαβούλευση σχετικά με το μέλλον της διαχείρισης των πιο σημαντικών οικολογικά περιοχών της χώρας, αλλά και την παρότρυνση για μια τέτοια διαδικασία από την Επιτροπή «Φύση 2000», το «κεντρικό, επιστημονικό, γνωμοδοτικό όργανο του Κράτους για το συντονισμό, την παρακολούθηση και αξιολόγηση των πολιτικών και μέτρων προστασίας της ελληνικής βιοποικιλότητας» (άρθρο 19, ν. 3937/2011), οργανώνεται προσχηματική ηλεκτρονική διαβούλευση διάρκειας μόλις επτά ημερών. Τονίζουμε την αντίθεση μας στην υιοθέτηση της προτεινόμενης προσέγγισης, ιδιαίτερα τη συγκεκριμένη στιγμή, και τον βαθύ προβληματισμό μας για τις επιπτώσεις που μπορεί η υιοθέτηση του μέτρου αυτού να έχει στη διατήρηση του φυσικού κεφαλαίου της χώρας. Δεδομένου ότι έχουμε πολλές φορές επισημάνει τις ελλείψεις και τις δυσλειτουργίες που αντιμετωπίζουν οι Φορείς Διαχείρισης, οι αντιρρήσεις μας στις προτεινόμενες αλλαγές συμβαδίζουν με την αναγνώριση από μέρους μας της ανάγκης για ουσιαστική αναβάθμιση του Εθνικού Συστήματος Προστατευόμενων Περιοχών, στο πλαίσιο ενός αποτελεσματικού και λειτουργικού συστήματος προστασίας και διαχείρισης του φυσικού περιβάλλοντος της χώρας. Είναι επίσης συνεπής με τη μακρόχρονη και έμπρακτη στήριξη που έχουμε παραχωρήσει στους Φορείς Διαχείρισης και τη συμβολή μας στην προστασία της ελληνικής φύσης, την ίδια στιγμή που η πολιτεία δεν παρείχε επαρκή και ουσιαστική θεσμική, πολιτική και οικονομική υποστήριξη. Εν τη απουσία τεκμηρίωσης με επιστημονικά κριτήρια, καθώς και αιτιολόγησης των προτεινόμενων συγχωνεύσεων/ καταργήσεων, ακόμα και σήμερα, δεν είναι καθόλου σαφές το σκεπτικό, τα οφέλη και τελικά η χρησιμότητα των σχεδιαζόμενων συγχωνεύσεων και καταργήσεων. Εξάλλου δεν φαίνεται να έχουν ληφθεί υπόψη ούτε οι πρόσφατες προτάσεις της Επιτροπής Φύση, ούτε και των περιβαλλοντικών οργανώσεων ή άλλων φορέων που έχουν ήδη τοποθετηθεί δημόσια για το μέλλον του συστήματος των προστατευόμενων περιοχών της χώρας.Υποστηρίζουμε ότι αυτό που απαιτείται σήμερα είναι μια ολοκληρωμένη δέσμη παρεμβάσεων για τη δημιουργία ενός συνεκτικού και λειτουργικού Εθνικού Συστήματος Προστατευόμενων Περιοχών, που θα καλύπτει όχι μόνο τις περιοχές που μέχρι και σήμερα υπάγονται στην αρμοδιότητα των 29 Φορέων Διαχείρισης (και που καλύπτει περίπου το 30% των περιοχών Natura 2000 της χώρας), αλλά και το σύνολο των περιοχών που έχουν ενταχθεί στο οικολογικό δίκτυο Natura 2000. Τούτο άλλωστε αποτελεί υποχρέωση της χώρας βάσει της κοινοτικής οδηγίας 92/43/ΕΟΚ, με την οποία θεσπίζεται το δίκτυο Natura 2000. Υπενθυμίζουμε, μάλιστα ότι η προθεσμία της χώρας για την υποβολή των στόχων διατήρησης ανά περιοχή έχει ήδη εκπνεύσει. Κατά τη γνώμη των οργανώσεων, μόνο σε ένα τέτοιο συνεκτικό πλαίσιο ολοκληρωμένης μεταρρύθμισης του Εθνικού Συστήματος Προστατευόμενων Περιοχών πρέπει να εξεταστεί ο αριθμός και τα σχήματα διαχείρισης. Η παρούσα πρόταση που τίθεται προς διαβούλευση φαίνεται να αγνοεί παντελώς τον ρόλο των Φορέων Διαχείρισης σε μια προστατευόμενη περιοχή, τις απαιτήσεις διαχείρισης και προστασίας των οικολογικών χαρακτηριστικών που φιλοξενούν, αλλά και τις αναπτυξιακές δυνατότητες των περιοχών που προστατεύονται αποτελεσματικά. Ως εκ τούτου, προωθεί μια συγκεντρωτική προσέγγιση που είναι αντίθετη με τις ανάγκες των προστατευόμενων περιοχών για συμμετοχική διαχείριση και συνεχή διαβούλευση σε τοπικό επίπεδο. Πιο συγκεκριμένα, σχετικά με τις προτεινόμενες διατάξεις του άρθρου 10 (λαμβάνοντας υπόψη και τις γενικές διατάξεις του άρθρου 15) σημειώνουμε ότι:1) Δεν προκύπτει εξοικονόμηση πόρων, καθώς το μεγαλύτερο μέρος των δαπανών των Φορέων Διαχείρισης καλύπτονται από ευρωπαϊκούς πόρους, κυρίως από το ΕΣΠΑ, της τάξης των €4.7εκατ. έκαστος, και όχι από τον κρατικό προϋπολογισμό, ενώ τα διοικητικά συμβούλια δεν είναι αμειβόμενα. Εξαίρεση αποτελεί η ελάχιστη συμμετοχή του Πράσινου Ταμείου στην κάλυψη μη επιλέξιμων δαπανών. Μάλιστα, με τις προτεινόμενες συγχωνεύσεις δεν αποκλείεται τα οδοιπορικά έξοδα να αυξηθούν. Η αύξηση των δαπανών, παρόλο που μπορεί ενδεχομένως και λαμβάνοντας υπόψη τις δυσκολίες που αναμένονται (βλ. σημείο 2) να καλύπτονται από τα ευρωπαϊκά προγράμματα, μειώνουν τελικά τους διαθέσιμους πόρους για τις ουσιαστικές ανάγκες διαχείρισης, προστασίας και φύλαξης των περιοχών. 2) Η έναρξη ισχύος των διατάξεων από 1/1/2013 θέτει σε κίνδυνο μια σημαντική, υπό τις παρούσες εθνικές δημοσιονομικές συνθήκες, προτεραιότητα που αφορά στην απορρόφηση και αποδοτική αξιοποίηση των ευρωπαϊκών κονδυλίων. Υπάρχει ο κίνδυνος μέχρι να ολοκληρωθούν όλες οι απαραίτητες ενέργειες συγχώνευσης ή μεταφοράς σε άλλες υπηρεσίες των προγραμμάτων των υφιστάμενων Φορέων Φιαχείρισης, οι καθυστερήσεις να είναι τέτοιες που δεν θα επιτρέψουν την έγκαιρη υλοποίηση των απαραίτητων διαδικασιών στο πλαίσιο του ΕΣΠΑ με αποτέλεσμα τη μη απορρόφηση κοινοτικών κονδυλίων. Η ισχύς των μέτρων θα έπρεπε να ξεκινήσει μετά το πέρας της τρέχουσας προγραμματικής περιόδου ή, κατ’ ελάχιστον, μετά το τέλος του 2013, καταληκτική ημερομηνία για τη συμβασιοποίηση έργων στο ΕΣΠΑ. Μια τέτοια μεταβατική περίοδος θα έδινε επαρκή χρόνο για ουσιαστική επεξεργασία ενός ολοκληρωμένου σχεδίου για τη διοικητική μεταρρύθμιση των φορέων που είναι αρμόδιοι για την προστασία της φύσης, και ειδικά για την οργάνωση του Εθνικού Συστήματος των Προστατευόμενων Φορέων Διαχείρισης. 3) Με την προτεινόμενη συγχώνευση και κατάργηση Φορέων Διαχείρισης ενδέχεται να υπάρξει κύρωση της Ελλάδας και να απαιτηθεί η επιστροφή κονδυλίων, καθώς η στήριξη και λειτουργία των Φορέων Διαχείρισης (μάλιστα και με την πρόβλεψη για σύσταση νέων Φορέων Διαχείρισης) κατά την προγραμματική περίοδο 2007-2013 αποτελεί δέσμευση της χώρας έναντι της ΕΕ. 4) Ενδέχεται να δημιουργηθεί σημαντικό κενό στην προστασία των συγκεκριμένων περιοχών, καθώς μέχρι να ολοκληρωθούν όλες οι απαιτούμενες κανονιστικές πράξεις αλλά και να συσταθούν εκ νέου οι Φορείς Διαχείρισης, μπορεί όχι μόνο να αφήσει τις ευαίσθητες αυτές περιοχές εκτεθειμένες και χωρίς φύλαξη, αλλά και να οδηγήσει στην έγκριση έργων που θα επιβαρύνουν την περιοχή, καθώς οι Φορείς δεν θα μπορούν στις ασφυκτικές νέες προθεσμίες των αναθεωρημένων αδειοδοτικών διαδικασιών να γνωμοδοτήσουν επί των συγκεκριμένων έργων. 5) Δεν είναι σαφές από τις προτεινόμενες διατάξεις, και ειδικά από την πρόβλεψη (άρθ. 10 παρ. 12(β)) για προγραμματικές συμβάσεις ή συμβάσεις διαχείρισης με το ΥΠΕΚΑ ότι οι υπηρεσίες που αναλαμβάνουν τη διαχείριση των περιοχών, των οποίων οι Φορείς Διαχείρισης καταργούνται, είναι στελεχωμένες με επαρκές και καταρτισμένο προσωπικό για να αναλάβουν τον ρόλο του σχήματος διαχείρισης μιας προστατευόμενης περιοχής. Επιπλέον, δεν είναι σαφές αν οι υπηρεσίες στις οποίες ανατίθεται η διαχείριση προστατευόμενων περιοχών των οποίων οι φορείς διαχείρισης είναι υποχρεωμένες ή έχουν μόνο τη δυνατότητα να συνάψουν προγραμματική σύμβαση ή σύμβαση διαχείρισης με το ΥΠΕΚΑ, και με ποιο χρονικό ορίζοντα. 6) Όσον αφορά στο περιεχόμενο των συμβάσεων διαχείρισης το οποίο το παρόν νομοσχέδιο επιδιώκει, με καθυστέρηση 13 ετών, να καθορίσει, είναι ιδιαίτερα ελλιπές και δεν ενσωματώνει προτάσεις που έχουν κατατεθεί στο πρώην ΥΠΕΧΩΔΕ εδώ και τουλάχιστον μια δεκαετία. Συγκεκριμένα, η παρούσα διάταξη συγχέει τη σύμβαση διαχείρισης με το σχέδιο διαχείρισης, το οποίο είναι το βασικότερο εργαλείο για την προστασία μιας προστατευόμενης περιοχής. Δεν ορίζει, για παράδειγμα, ποιοι είναι οι εμπλεκόμενοι φορείς και τα συγκεκριμένα συμβαλλόμενα πρόσωπα, ποια είναι η διαδικασία για την κατάρτιση των συμβάσεων, ποιες οι τυπικές προϋποθέσεις για την υποβολή ενδιαφέροντος ανάληψης της υποχρέωσης διαχείρισης μιας περιοχής, με ποια κριτήρια επιλέγονται οι συμβασιούχοι, που ορίζονται στην κείμενη νομοθεσία, ποιες οι αρμοδιότητες παρακολούθησης και εποπτείας του ΥΠΕΚΑ ούτε και ποιες οι τυπικές υποχρεώσεις αναφοράς και ενημέρωσης από μέρους του συμβασιούχου, αλλά και ποιες είναι οι διαδικασίες τροποποίησης, λύσης της σύμβασης και τυχόν διαχείρισης επίλυσης των διαφορών. Καταλήγοντας, θεωρούμε τη συγκεκριμένη ρύθμιση άκαιρη, αποσπασματική και άστοχη. Αντί της προώθησης του συγκεκριμένου άρθρου, θεωρούμε ότι πρέπει να οργανωθεί ένας ανοιχτός, συμμετοχικός και ουσιαστικός διάλογος που θα οδηγήσει σε μια ολοκληρωμένη αναθεώρηση της διοικητικής δομής που είναι αρμόδια για την προστασία της ελληνικής φύσης, που θα μπορούσε με τον κατάλληλο σχεδιασμό, οργάνωση και υποστήριξη να συνεισφέρει σημαντικά στη βιώσιμη έξοδο από την οικονομική και κοινωνική κρίση που βιώνει η χώρα. Πολλά από τα παραπάνω, οι περιβαλλοντικές οργανώσεις τα είχαν ήδη επισημάνει σε σχετική επιστολή προς τα αρμόδια υπουργεία τον Ιούλιο, μετά την ανακοίνωση της αριθμητικής προσέγγισης μείωσης των φορέων του δημοσίου:http://www.wwf.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=927:2012-07-26-09-49-08&catid=70:2008-09-16-12-10-46&Itemid=90.