Βλέπετε τα σχόλια του χρήστη «OTE A.E.»
 
some_text
some_text
some_text
some_text
OTE A.E.
Ο ΟΤΕ θεωρεί απαραίτητη την ενσωμάτωση του «νέου τηλεπικοινωνιακού πακέτου» στην ελληνική νομοθεσία και στα πλαίσια αυτά συμφωνεί επί της αρχής με το υπό διαβούλευση νομοσχέδιο. Ωστόσο θεωρούμε ότι είναι απαραίτητο να ληφθούν υπόψη οι ειδικές συνθήκες που επικρατούν σήμερα στην ελληνική αγορά, ώστε με το νόμο που θα προκύψει να ενισχυθεί τόσο το συμφέρον του καταναλωτή, όσο και η ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας και εντεύθεν της οικονομίας και της απασχόλησης. Στο πλαίσιο αυτό, θεωρούμε ότι ορισμένες διατάξεις του εξεταζόμενου νομοσχεδίου πρέπει να τροποποιηθούν, όπως αναλυτικά αναφέρουμε σε επόμενες παρατηρήσεις μας.
 
 
OTE A.E.
Στην παράγραφο δβ της παραγράφου 1 θεωρούμε ότι πρέπει να διαγραφεί η φράση «συμπεριλαμβανομένης της διανομής περιεχομένου» καθώς διευρύνει αναιτιολόγητα τις αρμοδιότητες της ΕΕΤΤ, η οποία, σύμφωνα με το ευρωπαϊκό και ελληνικό νομοθετικό και κανονιστικό πλαίσιο, ουδεμία αρμοδιότητα έχει σε θέματα περιεχομένου.Επίσης, προτείνουμε τη διαγραφή της παραγράφου 3 του εν λόγω άρθρου, δεδομένου ότι αφορά τομείς και δραστηριότητες στις οποίες η ΕΕΤΤ δεν έχει αρμοδιότητα, όπως είναι η πολιτιστική και γλωσσική πολυμορφία και η πολυφωνία των μέσων επικοινωνίας. Η διάταξη αυτή είναι εντελώς εκτός του πνεύματος και του γράμματος των ευρωπαϊκών οδηγιών που μεταφέρονται στην ελληνική έννομη τάξη με το υπό διαβούλευση σχέδιο νόμου. Στο προοίμιο (παράγραφοι 5 και 6) της οδηγίας 2002/21 όπως τροποποιήθηκε και ισχύει με την οδηγία 2009/140 της 25ης Νοεμβρίου 2009 αναφέρεται ότι: «η διάκριση μεταξύ της ρύθμισης της μετάδοσης και της ρύθμισης του περιεχομένου δεν εμποδίζει να λαμβάνονται υπόψη οι δεσμοί που υπάρχουν μεταξύ τους, ιδίως όσον αφορά τη διασφάλιση του πλουραλισμού των μέσων ενημέρωσης, της πολιτισμικής πολυμορφίας και της προστασίας του καταναλωτή» και λίγο παρακάτω: «η πολιτική στον οπτικοακουστικό τομέα και η κανονιστική ρύθμιση του περιεχομένου ακολουθούν στόχους γενικού ενδιαφέροντος, όπως η ελευθερία της έκφρασης, ο πλουραλισμός των μέσων ενημέρωσης, η πολιτιστική και γλωσσική πολυμορφία, η κοινωνική ένταξη, η προστασία του καταναλωτή και η προστασία των ανηλίκων». Από τα παραπάνω δεν προκύπτει ότι ανατίθεται κάποια συγκεκριμένη επιπλέον αρμοδιότητα στη ρυθμιστική αρχή, απλώς υπογραμμίζεται ότι η αρμόδια για τη ρύθμιση της μετάδοσης αρχή και συγκεκριμένα η ΕΕΤΤ στα πλαίσια των υφιστάμενων αρμοδιοτήτων της, δεν πρέπει να παραγνωρίζει τους στόχους γενικού ενδιαφέροντος, όπως πολιτιστική και γλωσσική πολυμορφία, κ.λπ. Ακόμη και η διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 1 της οδηγίας 2002/21 όπως τροποποιήθηκε και ισχύει με την οδηγία 2009/140 της 25ης Νοεμβρίου 2009 επιβεβαιώνει τα παραπάνω. Οποιαδήποτε περαιτέρω συγκεκριμένη ανάθεση αρμοδιότητας στους τομείς αυτούς στην ΕΕΤΤ ακόμη και σε επίπεδο ευχέρειας, δεν συνάδει με το ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο και επιπλέον μπορεί να οδηγήσει και σε σύγκρουση αρμοδιοτήτων με άλλες αρμόδιες αρχές. Αξίζει να σημειωθεί η διατύπωση του προτεινόμενου κειμένου που αναφέρει «…η ΕΕΤΤ και οι άλλες αρμόδιες αρχές …», ήτοι δεν προβλέπει το ορθότερο: «.. η ΕΕΤΤ σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές.. ».
 
 
OTE A.E.
Στο άρθρο 12 της Οδηγίας 2002/21/ΕΚ, όπως αυτό τροποποιήθηκε και ισχύει με την Οδηγία 2009/140/ΕΚ της 25ης Νοεμβρίου 2009 ορίζεται ότι α) οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές είναι σε θέση να επιβάλλουν μερισμό των ευκολιών ή του ακινήτου λαμβάνοντας πλήρως υπόψη την αρχή της αναλογικότητας (βλ. παρ. 1), β) τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν το μερισμό χρήσεων ή ακινήτων λόγω ανάγκης προστασίας του περιβάλλοντος, της δημόσιας υγείας ή της δημόσιας ασφάλειας ή της επίτευξης πολεοδομικών ή χωροταξικών στόχων (βλ. παρ. 2) και γ) οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές έχουν την εξουσία να επιβάλουν υποχρεώσεις ως προς το μερισμό των καλωδιώσεων εντός των κτηρίων ή μέχρι το πρώτο σημείο συγκέντρωσης ή διανομής όταν αυτό βρίσκεται εκτός κτηρίου, σε περίπτωση που κάτι τέτοιο δικαιολογείται διότι η αλληλεπικάλυψη αυτών των υποδομών θα ήταν οικονομικώς αναποτελεσματική ή πρακτικώς ανέφικτη (βλ. παρ. 3). Παρ’ όλο που οι διαφοροποιήσεις είναι διακριτές, το άρθρο 29, όπως αποτυπώνεται στο υπό διαβούλευση σχέδιο νόμου, αποκλίνει σε σημαντικό βαθμό από το γράμμα και το πνεύμα της Οδηγίας.Συγκεκριμένα, με την παρ. 2 του άρθρου 12 της Οδηγίας παρέχεται, όχι τυχαία, στους αρμόδιους κρατικούς φορείς (Υπουργεία) άσκησης της σχετικής εξουσίας και όχι στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, η δυνατότητα να εξετάσουν εάν και κατά πόσο συντρέχουν λόγοι προστασίας του περιβάλλοντος, της δημόσιας υγείας και ασφάλειας και επίτευξης πολεοδομικών ή χωροταξικών στόχων που να δικαιολογούν την θέσπιση νόμου με τον οποίο θα επιβάλλεται, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις που θα ορισθούν, ο μερισμός χρήσεων ή ακινήτων και εφόσον η απάντηση είναι θετική να προβούν στη θέσπιση τέτοιου νόμου, λαμβάνοντας πάντα υπόψη τα συνταγματικά δικαιώματα και τις νομοθετικές διατάξεις που διέπουν την απαλλοτρίωση, τη χρήση ακινήτων και γενικά την κυριότητα επί κινητών και ακινήτων. Εν προκειμένω όμως, με την παρ. 2 του άρθρου 29 του υπό διαβούλευση σχεδίου νόμου, η δυνατότητα αυτή παρέχεται στην ΕΕΤΤ. Η εμπειρία μας από την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου 3431/2006 ως ισχύει σήμερα και του Κανονισμού Συνεγκατάστασης (ΑΠ ΕΕΤΤ 472/171/2008) από την ΕΕΤΤ, καταδεικνύει ότι η τελευταία, επικαλούμενη γενικώς και αορίστως ότι δήθεν συντρέχουν λόγοι δημόσιας υγείας, προστασίας του περιβάλλοντος και προς επίτευξη χωροταξικών και πολεοδομικών στόχων, επιβάλει σε πάροχο τη γενική υποχρέωση από κοινού χρήσης των ευκολιών και ακινήτων που κατέχει με άλλο πάροχο, αρκεί ο άλλος αυτός πάροχος να τη ζητήσει. Συνεπώς, η παρ. 2 του εν λόγω άρθρου έρχεται σε αντίθεση και καθιστά ουσιαστικά ανενεργή την παρ. 1 του αυτού άρθρου, όπου προβλέπεται ότι η ΕΕΤΤ δύναται να επιβάλει την από κοινού χρήση ευκολιών ή ακινήτων, λαμβάνοντας όμως πλήρως υπόψη της την αρχή της αναλογικότητας.Επιπλέον, στο τέλος της παραγράφου 2 του εν λόγω άρθρου προβλέπεται ότι οι τυχόν κανόνες που θα θεσπισθούν για την κατανομή των δαπανών της από κοινού χρήσης ευκολιών ή ακινήτου θα εφαρμόζονται ακόμα και σε περίπτωση ήδη υφιστάμενης εγκατάστασης, το οποίο όμως δεν περιέχεται στην Οδηγία. Για τους ανωτέρω λόγους, θεωρούμε ότι πρέπει να διαγραφεί η παρ. 2 του άρθρου 29 στο σύνολό της, άλλως να ορισθεί ότι για το θέμα αυτό θα εκδοθεί τουλάχιστον κοινή υπουργική απόφαση των συναρμοδίων Υπουργών, όπως απαιτείται λόγω της κρισιμότητάς του και των συνταγματικών δικαιωμάτων που θίγονται.Το β’ εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 29 πρέπει να διατυπωθεί ως εξής : «Όπου η αλληλεπικάλυψη των υποδομών είναι οικονομικώς αναποτελεσματική ή πρακτικώς ανέφικτη, η ΕΕΤΤ δύναται να επιβάλει στους κατόχους των αναφερόμενων στην παράγραφο 1 δικαιωμάτων και/ή στους ιδιοκτήτες των καλωδιώσεων υποχρεώσεις ως προς την από κοινού χρήση των καλωδιώσεων εντός των κτηρίων ή μέχρι το πρώτο σημείο συγκέντρωσης ή διανομής όταν αυτό βρίσκεται εκτός κτηρίου», προκειμένου να συνάδει με την Οδηγία και να προκύπτει εμφανώς ότι οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να προβεί η ΕΕΤΤ στην επιβολή αυτή δεν αποτελούν αντικείμενο κρίσης της ΕΕΤΤ αλλά αντικειμενικής απόδειξης.Επίσης, στο τέλος της ίδιας παραγράφου, πρέπει να διαγραφεί η φράση «η οποία θα ενεργοποιείται αυτομάτως με την υποβολή αιτήσεων στην ΕΕΤΤ», καθώς κάτι τέτοιο δεν εμπίπτει στις αρμοδιότητες της ΕΕΤΤ ως Ρυθμιστική Αρχή και παραβιάζεται η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων μεταξύ των παρόχων ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Αποδέκτες αιτήσεων μπορούν να είναι μόνον οι κάτοχοι των αναφερόμενων στην παρ. 1 δικαιωμάτων και/ή οι ιδιοκτήτες των καλωδιώσεων.Ομοίως, όλη η παρ. 7 του άρθρου 29 του υπό διαβούλευση σχεδίου νόμου πρέπει να διαγραφεί, καθώς έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τις επιταγές της κοινοτικής Οδηγίας, καταργεί την αρχή της αναλογικότητας, τη στιγμή μάλιστα που η προστασία του περιβάλλοντος ουδόλως επιτυγχάνεται με τη συνεγκατάσταση κεραιοσυστημάτων, έρχεται σε αντίθεση με τα αναφερόμενα στην αιτιολογική έκθεση ότι «επιδιώκεται η αποφυγή της συγκέντρωσης περισσότερων κεραιών σε συγκεκριμένα σημεία του οικιστικού ιστού των πόλεων», καταλύει συνταγματικά δικαιώματα, όπως ενδεικτικά της οικονομικής ελευθερίας και της κυριότητας και αποκλείει την περίπτωση να συντρέχουν άλλοι λόγοι, μη τεχνικοί (όπως π.χ. να μην επιτρέπεται από την στατική επάρκεια του κτηρίου, να υπάρχουν ιδιοκτησιακά προβλήματα, αντιδράσεις περιοίκων, κ.λπ.), που να καθιστούν απαγορευτική /αδύνατη τη συνεγκατάσταση κεραιοσυστημάτων.
 
 
OTE A.E.
Στην παράγραφο 9 προς αποφυγήν παρερμηνειών αναφορικά με τις κατασκευές κεραιών που εξαιρούνται της διαδικασίας αδειοδότησης του άρθρου 30 του ν.4053/2012 ή/και του άρθρου 1 παρ.παρ.2Α του ν.2801/2000, προτείνεται η προσθήκη της ακόλουθης διατύπωσης στην αρχή της παραγράφου : «Με την επιφύλαξη των περιπτώσεων κατασκευών κεραιών για τις οποίες δεν απαιτείται εκπόνηση μελέτης ραδιοκεμποπών,».Στην παράγραφο 12 προτείνεται η διαγραφή της ακόλουθης πρότασης στο τέλος της παραγράφου «εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση η κατασκευή κεραίας δεν εδράζεται επί του αυθαιρέτου τμήματος του κτιρίου». Θεωρούμε επίσης, ότι είναι αναγκαία η προσθήκη της ακόλουθης διατύπωσης, μετά το τέλος της παραγράφου, καθώς μετά την ψήφιση του Ν. 4014/12 οι πολεοδομικές Υπηρεσίες και η ηγεσία του ΥΠΕΚΑ θέτουν ως προϋπόθεση τη νομιμοποίηση των αυθαιρέτων ανεξάρτητα εάν επηρεάζουν την κατασκευή κεραίας.«Επιτρέπεται η εγκατάσταση κεραίας σε ακίνητα με Πολεοδομικές παραβάσεις εφόσον οι παραβάσεις δεν αφορούν την ασφάλεια του κτηρίου, η κεραία τοποθετείται σε νόμιμο τμήμα του κτηρίου ή σε τμήμα που έχει ενταχθεί στην διαδικασία «Ρύθμισης αυθαιρέτων σε συνάρτηση με δημιουργία περιβαλλοντικού ισοζυγίου» με την καταβολή ειδικού προστίμου διατήρησης και υπό την προϋπόθεση ότι το κτήριο ή το δώμα, επί του οποίου τοποθετείται η κεραία, δεν στερείται πολεοδομικής άδειας.»Στην παράγραφο 13 προτείνεται η προσθήκη στο τέλος της παραγράφου της ακόλουθης διατύπωσης : «Μέχρι την έκδοση της απόφασης αυτής εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 24 Α του ν. 2075/2992 (ΦΕΚ 129 Α΄)», ώστε να μην υπάρχει κενό μέχρι την έκδοση της προβλεπόμενης απόφασης του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής.Στην παράγραφο 16 θεωρούμε ότι είναι αναγκαία η ύπαρξη της δίμηνης προθεσμίας εντός της οποίας οι Πολεοδομικές Υπηρεσίες στις οποίες κατατίθενται τα δικαιολογητικά για την έγκριση της τοποθέτησης των εγκατεστημένων κεραιών, υποχρεούνται, να αποφανθούν αιτιολογημένα επί της νομιμότητας και καταλληλότητας αυτών. Για το λόγο αυτό προτείνεται η επαναφορά της σχετικής διατύπωσης του άρθρου 30 παρ.16 του ν.3431/2006 (η οποία και διατηρήθηκε δυνάμει του νέου ν.4053/2012) και η αντικατάσταση της παρ. 16 ως εξής:«Οι Πολεοδομικές Υπηρεσίες, στις οποίες κατατίθε¬νται τα δικαιολογητικά για την έγκριση της τοποθέτη¬σης των εγκατεστημένων κεραιών, υποχρεούνται, εντός δύο μηνών από της υποβολής τους, να αποφανθούν αι¬τιολογημένα επί της νομιμότητας και καταλληλότητας αυτών. Σε περίπτωση άπρακτης παρόδου του ανωτέρω διαστήματος θεωρείται ότι έχει χορηγηθεί η πολεοδομική έγκριση και ο σταθμός δύναται να ηλεκτροδοτηθεί μετά από υποβολή σχετικής υπεύθυνης δήλωσης προς την ηλεκτρική εταιρεία η οποία θα συνοδεύεται με τον αριθμό πρωτοκόλλου κατάθεσης του φακέλου στην Πολεοδομική Υπηρεσία. Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης, ανάκλησης της απάντησης ή άρνησης αποδοχής των δικαιολογητικών από την Πολεοδομική Υπηρεσία, ο κύριος της εγκατάστασης δικαιού¬ται να προσφύγει στον Γενικό Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης, ο οποίος κρίνει επί της ουσιαστικής και τυπικής νο¬μιμότητας των πράξεων της αρμόδιας Πολεοδομικής Υπηρεσίας και εκδίδει ή απορρίπτει οριστικά την αιτού¬μενη έγκριση εντός τριάντα ημερών από την κατάθεση πλήρους φακέλου.Αν ανακληθεί η απάντηση, μέχρι να εκδοθεί η απόφα¬ση επί της προσφυγής δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του π.δ. 267/1998 (ΦΕΚ 195 Α’).Κατά της απόφασης του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης χωρεί αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του κατά τόπον αρμόδιου τριμελούς Διοικητικού Εφετείου σύμ¬φωνα με την περ. 1Θ’ του άρθρου 1 του ν. 2944/2001 (ΦΕΚ 222 Α’), η οποία εκδικάζεται εντός ενός μηνός από την ημέρα κατάθεσης της και εκδίδεται απόφαση εντός προθεσμίας δύο μηνών από την εκδίκαση της. Αναβολή της συζητήσεως είναι δυνατή μόνο μία φορά και για σπουδαίο λόγο, ο δε επαναπροσδιορισμός της δίκης δεν δύναται να απέχει περισσότερο από ένα μήνα από την αρχική δικάσιμο, εκτός κι αν υφίσταται περίπτωση συνεκδίκασης περισσότερων προσφυγών. Οι αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου, που εκδίδονται σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, προσβάλλονται, με έφεση, ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, σύμφωνα με τις ισχύ¬ουσες διατάξεις. Η έφεση εκδικάζεται εντός τριμήνου από την ημερομηνία κατάθεσης της”.Στην παράγραφο 17 στοιχείο Α προτείνεται η προσθήκη της ακόλουθης διατύπωσης, με την οποία επιχειρείται η επίλυση του προβλήματος της δευτερογενούς αδειοδότησης του δικτύου:“Σε περίπτωση τροποποίησης υφιστάμενης κατασκευής κεραίας η οποία δεν διαθέτει άδεια από την ΕΕΤΤ, η άδεια θα εκδίδεται σύμφωνα με το νομοθετικό πλαίσιο που ίσχυε πριν από τη θέση σε ισχύ του Ν. 4053/12, ταυτόχρονα με τη άδεια του υφιστάμενου σταθμού. Στην περίπτωση αυτή το σύνολο της εγκατάστασης εμπίπτει διατάξεις του άρθρου 31 του νόμου 4053/2012, υπό την προϋπόθεση ότι για τις νέες εγκαταστάσεις έχει εκδοθεί νέα γνωμάτευση από την ΕΕΑΕ. και έχει υποβληθεί στην ΕΕΤΤ.”«Σε περίπτωση τροποποίησης υφιστάμενης κατασκευής κεραίας η οποία διαθέτει άδεια από την ΕΕΤΤ, η άδεια θα εκδίδεται με την διαδικασία της παραγράφου 13 του άρθρου 29 ν.4053/2012.»Στην παράγραφο 22 εδάφιο β προτείνεται η προσθήκη προθεσμίας για την έκδοση της σχετικής υπουργικής απόφασης, με την προσθήκη της διατύπωσης «εντός έξι (6) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος», μετά την υφιστάμενη διατύπωση «μετά από γνώμη της Ε.Ε.Τ.Τ.»
 
 
OTE A.E.
Στην παράγραφο 5 προτείνουμε να διαγραφεί η φράση «και τηρουμένου του επιχειρηματικού απορρήτου, δημοσιεύεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου», για όσους λόγους αναφέρουμε στα σχόλιά μας επί του άρθρου 12 και για τον πρόσθετο λόγο, ότι η επίλυση της ιδιωτικής διαφοράς μεταξύ παρόχων δικτύων δεν αφορά κανέναν άλλον πλην των διαδίκων.