Βλέπετε τα σχόλια του χρήστη «ΕΝΩΣΗ ΕΛΛΗΝΩΝ ΕΡΕΥΝΗΤΩΝ»
 
some_text
some_text
some_text
some_text
ΕΝΩΣΗ ΕΛΛΗΝΩΝ ΕΡΕΥΝΗΤΩΝ
ΕΝΩΣΗ ΕΛΛΗΝΩΝ ΕΡΕΥΝΗΤΩΝ –http://www.eee-researchers.gr/ Η Ένωση Ελλήνων Ερευνητών, κατέθεσε στις 9/10/2011 δημοσίως σχέδιο οδικού χάρτη για την αναδιάρθρωση του ερευνητικού ιστού (http://eee-researchers.gr/Anakoinoseis-EEE/odikos_xartis_draft.pdf).
 

Περισσότερες πληροφορίες

Σχετικές ομάδες λέξεων:
 
ΕΝΩΣΗ ΕΛΛΗΝΩΝ ΕΡΕΥΝΗΤΩΝ
ΕΝΩΣΗ ΕΛΛΗΝΩΝ ΕΡΕΥΝΗΤΩΝ –http://www.eee-researchers.gr A. ΟΡΓΑΝΑ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ ΚΑΙ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ Γενικές παρατηρήσεις Η Ένωση Ελλήνων Ερευνητών (ΕΕΕ) έχει κατ’ επανάληψη εκφράσει δημοσίως τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι αυτό που απαιτείται σήμερα για τη βελτίωση του δημόσιου ερευνητικού συστήματος είναι βελτιωτικές ρυθμίσεις του καταστατικού νόμου της έρευνας 1514/1985 με έμφαση στα ακόλουθα:- Βελτίωση του προτύπου διοίκησης των Ερευνητικών Κέντρων και Ινστιτούτων και αναβάθμιση του ρόλου του ερευνητή.- Διαμόρφωση του ενιαίου χώρου εκπαίδευσης και έρευνας στο τριτοβάθμιο σύστημα.- Αναδιάρθρωση και συντονισμός του ευρύτερου ερευνητικού ιστού της χώρας.- Βελτίωση των μεθόδων διαχείρισης κονδυλίων και αλληλεπίδρασης με την ερευνητική δραστηριότητα του ιδιωτικού τομέα. Το Υπουργείο Παιδείας, ΔΒΜΘ επέλεξε τη μέθοδο της “εκ του μηδενός έναρξης”, λες και το ερευνητικό σύστημα προέκυψε από παρθενογένεση. Αποτέλεσμα αυτής της επιλογής είναι η παρουσίαση (στην παρούσα διαβούλευση) μιας δέσμης ιδεών, οι οποίες αποτελούν ΣΥΜΠΙΛΗΜΑ υφισταμένων διατάξεων νόμων, ενώ τα νέα, κεντρικά στοιχεία που αναδεικνύονται από το υπό διαβούλευση κείμενο είναι:- Η μετατροπή του δημόσιου ερευνητικού συστήματος σε ιδιωτικές εταιρείες υπό την “εποπτεία” του κράτους.- Η υποβάθμιση, έως προσβλητική μεταχείριση, του θεσμού του ερευνητή – δημόσιου λειτουργού. Η Ένωση Ελλήνων Ερευνητών (ΕΕΕ) κρούει τον κώδωνα του κινδύνου: Στο βαθμό που ο πυρήνας της δέσμης ιδεών του Υπουργείου μετατραπεί σε νόμο θα δημιουργηθούν συνθήκες διάλυσης του δημόσιου ερευνητικού συστήματος, το οποίο με μόχθο οικοδομούμε πάνω από τριάντα χρόνια. Ειδικές παρατηρήσεις / προτεινόμενες ρυθμίσεις: 1. Η Διυπουργική Επιτροπή Η Διυπουργική επιτροπή προβλέπεται ήδη στο άρθρο 8 του “εν υπνώσει” ν. 3653/2008, ο οποίος, αν και νόμος του κράτους από το 2008, ουδέποτε ετέθη σε εφαρμογή (και από την κυβέρνηση που τον ψήφισε και από αυτές που ακολούθησαν). Πρόταση της ΕΕΕ:Η συνολική εθνική ερευνητική προσπάθεια, στην οποία εμπλέκονται τα δημόσια ερευνητικά εργαστήρια, τα εργαστήρια των μεγάλων επιχειρήσεων, καθώς και αυτά των μικρομεσαίων, θα πρέπει να αποτελεί το αντικείμενο συντονισμού των εμπλεκομένων υπουργείων υπό την αιγίδα μιας τελικής εποπτείας την οποία θα ασκεί στην παρούσα φάση η ΓΓΕΤ και, σύντομα, ένα νέο :- Υπουργείο Παιδείας, Έρευνας και Τεχνολογίας 2. Το Εθνικό Συμβούλιο Έρευνας, Τεχνολογίας και Καινοτομίας (ΕΣΕΤΕΚ) Πρόκειται για θεσμό ο οποίος προβλέπεται ήδη από τον ν. 1514/1985 (άρθρο 4) και το ν. 3653/2008 (άρθρο 10). Ο θεσμός λειτουργεί πλέον των δύο δεκαετιών και αποτελεί μια θετική πρόνοια της νομοθεσίας. Η συγκρότησή του όμως με αποκλειστική ευθύνη της κυβέρνησης καθιστά τη λειτουργία του ευεπίφορη σε πολιτικές πιέσεις χωρίς να υφίστανται εξισορροπητικοί μηχανισμοί ελέγχου. Τούτο οδήγησε σε ορισμένες περιπτώσεις στην κατάχρηση από την πλευρά της πολιτικής ηγεσίας του συμβουλευτικού ρόλου του ΕΣΕΤ και στην εκμετάλλευση του υψηλού επιστημονικού κύρους των μελών του ΕΣΕΤ, προκειμένου να δικαιολογηθούν αποφάσεις ισχυρής μεν πολιτικής χροιάς, αμφιλεγόμενης δε επιστημονικής βαρύτητας (ιδιαίτερα κατά την περίοδο 2004-2009). Πρόταση της ΕΕΕ:Δεδομένου ότι το μεγαλύτερο ποσοτικά τμήμα της ερευνητικής δραστηριότητας αναλογεί στα ΑΕΙ (αριθμός καθηγητών ΑΕΙ 15000, αριθμός Ερευνητών 600) και προκειμένου να διαμορφωθεί ο ενιαίος χώρος εκπαίδευσης και έρευνας, προτείνουμε τη δημιουργία ενός «Εθνικού Συμβουλίου Ανώτατης Εκπαίδευσης και Έρευνας», ως ανεξάρτητου συμβουλευτικού οργάνου της πολιτείας. Για την επιλογή των μελών του Συμβουλίου αυτού θα μπορούσαν να εφαρμοστούν οι ρυθμίσεις του άρθρου 13 του ν. 3653/2008. Θα πρέπει να υπάρχει πρόνοια για την εκπροσώπηση όλων των γνωστικών αντικειμένων, δεδομένου ότι οι κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες συνήθως δεν εκπροσωπούνται. 3. Η Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας (ΓΓΕΤ) Για πολλά χρόνια η ΓΓΕΤ υπήρξε μια από τις καλές υπηρεσίες του ελληνικού δημοσίου. Διαμέσου της ΓΓΕΤ πέρασε όλη η ευρωπαϊκή εμπειρία (με τα προβλήματα και τις δυσκολίες της) των ερευνητικών προγραμμάτων στα ΑΕΙ, τα ΕΚ και τις επιχειρήσεις. Επιπλέον, η ΓΓΕΤ συντόνισε τρεις εξωτερικές αξιολογήσεις του -υπό την εποπτεία της- ερευνητικού συστήματος κατά μοναδικό τρόπο για τα ελληνικά δεδομένα. Την περίοδο 2004-2009 η υπηρεσία αποδυναμώθηκε σταδιακά και σήμερα βρίσκεται σε μια παρατεταμένη φάση ανασυγκρότησης, χωρίς παράλληλα να διαφαίνεται λύση στο πρόβλημα των υπαλλήλων της ΓΓΕΤ που μισθοδοτούνται από τα Ερευνητικά Κέντρα. Πρόταση της ΕΕΕ:Η ΓΓΕΤ επιτελεί για μια μεταβατική φάση το συντονιστικό έργο που θα έχει το μελλοντικό Υπουργείο Παιδείας, Έρευνας και Τεχνολογίας, επικουρεί στη διαδικασία εξωτερικών αξιολογήσεων της ερευνητικής δραστηριότητας σε ΑΕΙ , ΕΚ, αλλά η ευθύνη της αξιολόγησης μεταφέρεται στην ΑΔΙΠ. 4. Εμπειρογνώμονας ή Τμήμα Έρευνας και Καινοτομίας στα Υπουργεία. Ένα σημαντικό τμήμα των ευρωπαϊκών και εθνικών πόρων που διαχειρίζονται τα υπουργεία και οι περιφέρειες έχει τη μορφή ερευνητικών προγραμμάτων. Απαιτείται εθνικός συντονισμός, αξιολόγηση, κατάργηση των «αποκλειστικών αναθέσεων» και επιτελικός ρόλος της ΓΓΕΤ.Το θέμα έχει ευρύτερες διαστάσεις διότι αφορά γενικότερα προβλήματα ερευνητικής πολιτικής. Σχέδια νόμου, π.χ., για ζητήματα βιοηθικής, ενέργειας, περιβάλλοντος, πολιτισμικής/πολιτιστικής κληρονομιάς, ενίσχυσης του κοινωνικού ιστού, κλπ., δεν μπορεί να αντιμετωπίζονται αποσπασματικά, με επιμέρους πολιτικές που ασκούνται από το κάθε υπουργείο. Πρόταση της ΕΕΕ:Στη θέση του «Εμπειρογνώμονα Έρευνας και Καινοτομίας» θα ήταν προτιμότερο το κάθε Υπουργείο να ορίσει ένα άτομο από τα εξειδικευμένα στελέχη του (το οποίο θα γνωρίζει τη λειτουργία του Υπουργείου και των φορέων που εξαρτώνται από αυτό) ως σύνδεσμο με τη ΓΓΕΤ, το οποίο θα ενημερώνει τη ΓΓΕΤ για τη ροή των προκηρύξεων, των εγκεκριμένων προγραμμάτων και χρηματοδοτήσεων στο οικείο Υπουργείο και, παράλληλα, θα ενημερώνει συνεχώς μία βάση δεδομένων της ΓΓΕΤ με τα βασικά στοιχεία για κάθε εγκεκριμένο ερευνητικό πρόγραμμα του Υπουργείου στο οποίο ανήκει, καθώς και για τα ερευνητικά του αποτελέσματα. ———————————————ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ:Τα ανωτέρω σχόλια αναφέρονται κυρίως στο «σχέδιο νόμου 1» που τίθεται εδώ σε διαβούλευση υπό τη μορφή οκτώ (08) Άρθρων/Κεφαλαίων.Το «σχέδιο νόμου 2» που δόθηκε στη διαβούλευση (μία ημέρα πριν από τη λήξη της προθεσμίας για διαβούλευση του «σχεδίου νόμου 1», στις 30 Ιανουαρίου) με περιθώριο για δημόσια συζήτηση μίας περίπου εβδομάδας (!) είναι ατελές και περιέχει αντιφατικές ρυθμίσεις.Η ερευνητική κοινότητα ζητά από το Υπουργείο να δημοσιοποιήσει το επεξεργασμένο, τελικό προσχέδιο νόμου με όλες τις διατάξεις (και τις ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ) και να μεριμνήσει ώστε να υπάρξει ο απαραίτητος και ικανός χρόνος για ουσιαστικό διάλογο, επί του συνόλου των ρυθμίσεων που αυτό θα περιλαμβάνει.Το Υπουργείο οφείλει επίσης να συντάξει την «έκθεση επί της δημόσιας διαβούλευσης», η οποία θα συνοδεύσει το σχέδιο νόμου στη διαδικασία συζήτησης και ψήφισής του από τη Βουλή των Ελλήνων (νέος κανονισμός της Βουλής, άρθρο 85, παρ. 3), από ΜΙΑ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗ ΠΟΥ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΣΥΝΟΛΙΚΑ και όχι σε τρεις ‘δόσεις’, καθώς τουλάχιστον οι μεταβατικές διατάξεις θα πρέπει (σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στις «Μεταβατικές διατάξεις», άρθρο 08 του παρόντος) να υποβληθούν επίσης σε διαδικασία δημόσιας διαβούλευσης. Σημείωση: Το σύνολο των κειμένων που η Ένωση Ελλήνων Ερευνητών κατέθεσε στην παρούσα διαβούλευση βρίσκεται αναρτημένο στοhttp://eee-researchers.gr/Anakoinoseis-EEE/EEE_Keimena-Diavouleusis-Sxediou-Nomou-Ereunas.pdf
 

Περισσότερες πληροφορίες

Σχετικές ομάδες λέξεων:
 
ΕΝΩΣΗ ΕΛΛΗΝΩΝ ΕΡΕΥΝΗΤΩΝ
ΕΝΩΣΗ ΕΛΛΗΝΩΝ ΕΡΕΥΝΗΤΩΝ –http://www.eee-researchers.gr Β. ΕΘΝΙΚΟ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΕΡΕΥΝΑΣ ΚΑΙ ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑΣ (Ε.Σ.Π.Ε.Κ.) ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ Η ανάγκη ύπαρξης μεθοδικού σχεδίου και αποτελεσματικής προώθησης της επιστημονικής έρευνας και τεχνολογίας αποτελεί μια από τις βασικές πρόνοιες του ν. 1514/1985, στο νομοθετικό κείμενο του οποίου αφιερώνεται σχετικό κεφάλαιο (Γ, άρθρα 5,6,7) υπό τον τίτλο “Πρόγραμμα Ανάπτυξης Έρευνας και Τεχνολογίας, ΠΑΕΤ”, το οποίο ψηφίζεται από τη Βουλή των Ελλήνων, είτε ως τμήμα του πενταετούς οικονομικού προγράμματος της χώρας, είτε αυτοτελώς. Στην πράξη ουδέποτε ψηφίστηκε από τη Βουλή ΠΑΕΤ. Η κάθε κυβέρνηση, άμα τη αναλήψει των καθηκόντων της, περιλάμβανε στο πρόγραμμά της ορισμένες γενικές διακηρύξεις περί έρευνας και πέραν αυτού ουδέν. Σημειώνουμε επίσης ότι, στην ανάλυση SWOT για το ελληνικό σύστημα Ε&Α που πραγματοποιήθηκε από τη Rand [A rapid review of the Greek research and development system, copyright 2011 RAND Corporation], στις πρώτες θέσεις του πίνακα με τις αδυναμίες του ελληνικού ερευνητικού συστήματος εμφανίζονται (α) η «Έλλειψη συνεπούς και αξιόπιστης χρηματοδότησης, αταξία στον κύκλο προκηρύξεων διαγωνισμών (ITT), αναξιοπιστία στο χρόνο πληρωμής» και (β) η «Έλλειψη εθνικής στρατηγικής, που οδηγεί σε έλλειψη προτεραιοτήτων και μιας συνεκτικής ερευνητικής κοινότητας». Αυτό που κρατά ζωντανή την ερευνητική δραστηριότητα στην Ελλάδα είναι κατ’ ουσίαν μια αντίστοιχη διαδικασία που με σοβαρότητα επιτελείται σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης με τη μορφή των FPs (Framework Programmes), τα οποία αποτελούν και το κύριο χρηματοδοτικό εργαλείο με το οποίο η Ε.Ε. χρηματοδοτεί επιστημονικές και τεχνολογικές δραστηριότητες. Πρόκειται για διαδικασία η οποία ξεκίνησε το 1984 και έκτοτε επαναλαμβάνεται κάθε πέντε χρόνια. Θέση της ΕΕΕ:Η ΕΕΕ θεωρεί ότι ο εθνικός τακτικός στρατηγικός σχεδιασμός της έρευνας ανά πενταετία είναι επιβεβλημένος, όπως επιβεβλημένη είναι επίσης και η διασφάλιση των πόρων που απαιτούνται για την υλοποίησή του.Αναγκαίος είναι, τέλος, ένας μηχανισμός αποτίμησης των αποτελεσμάτων κάθε υλοποιηθέντος ΕΣΠΕΚ, ο οποίος θα τροφοδοτεί με δεδομένα και θα υποβοηθά και τη χάραξη του επόμενου ΕΣΠΕΚ. ΕΙΔΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ / ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ: Όσον αφορά στην «Εφαρμογή του ΕΣΠΕΚ», θα πρέπει: 1. Να καθοριστεί το ποσοστό χρηματοδότησης των καθαρά ερευνητικών δραστηριοτήτων επί της συνολικής χρηματοδότησης που θα διατίθεται ευρύτερα και γενικά σε «Έργα και Μελέτες». 2. Να απαλειφθεί η δυνατότητα που δίνεται στο σ/ν σε «ενώσεις προσώπων και φυσικά πρόσωπα της ημεδαπής και της αλλοδαπής» να «μπορούν να εκτελούν Έργα και Μελέτες για την προώθηση της έρευνας, της τεχνολογικής ανάπτυξης, της καινοτομίας, κλπ.», τα οποία «χρηματοδοτούνται από δημόσιους πόρους του Υπουργείου Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, της Γ.Γ.Ε.Τ., άλλων Υπουργείων, κλπ.». Αυτό διότι, η εκτέλεση ερευνητικών έργων και μελετών, χρηματοδοτουμένων μάλιστα από δημόσιους πόρους, η οποία πρέπει να υλοποιείται συντεταγμένα και ελεγχόμενα, δεν μπορεί να γίνεται από ενώσεις προσώπων και φυσικά πρόσωπα χωρίς να διακυβεύονται (α) η αξιοκρατική επιλογή του αναδόχου του έργου, (β) η ποιότητα του παραγόμενου έργου και (γ) η χρηστή διαχείριση του δημόσιου χρήματος που διατίθεται στο έργο.Επίσης δεν είναι δυνατόν να ανατίθενται έργα με χρηματοδότηση που στοχεύει στην ενίσχυση του εθνικού ερευνητικού ιστού σε φορείς της αλλοδαπής. Σε καμία χώρα δεν υπάρχει μια τέτοια «γενναιοδωρία», και για την Ελλάδα ειδικότερα, με τα προβλήματα που αντιμετωπίζει, ένα τέτοιο ενδεχόμενο αποτελεί καθαρή πρόκληση. Εντύπωση προκαλεί, επιπλέον, ότι σε ένα σ/ν που φιλοδοξεί να αποτελέσει λιτό νόμο ‘‘πλαίσιο’’ για την «έρευνα, την τεχνολογική ανάπτυξη και την καινοτομία» αναπτύσσονται τόσο λεπτομερειακά όλα τα σχετικά με τις αμοιβές των μελών των οργάνων αξιολόγησης, γνωμοδότησης και ελέγχου του ΕΣΠΕΚ. Σε μια εποχή δε ακραίας λιτότητας οι ‘καλές’ προθέσεις των συντακτών του εν λόγω κειμένου αμφισβητούνται τα μέγιστα, καθόσον οι ανωτέρω αμοιβές «καθορίζονται και για υπαλλήλους του δημοσίου ή φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα και για τους ιδιώτες, που συμμετέχουν στα ανωτέρω όργανα, κατά παρέκκλιση των κείμενων περιοριστικών διατάξεων περί ύψους αμοιβών» (!!!)… ———————————————ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ:Τα ανωτέρω σχόλια αναφέρονται κυρίως στο «σχέδιο νόμου 1» που τίθεται εδώ σε διαβούλευση υπό τη μορφή οκτώ (08) Άρθρων/Κεφαλαίων.Το «σχέδιο νόμου 2» που δόθηκε στη διαβούλευση (μία ημέρα πριν από τη λήξη της προθεσμίας για διαβούλευση του «σχεδίου νόμου 1», στις 30 Ιανουαρίου) με περιθώριο για δημόσια συζήτηση μίας περίπου εβδομάδας (!) είναι ατελές και περιέχει αντιφατικές ρυθμίσεις.Η ερευνητική κοινότητα ζητά από το Υπουργείο να δημοσιοποιήσει το επεξεργασμένο, τελικό προσχέδιο νόμου με όλες τις διατάξεις (και τις ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ) και να μεριμνήσει ώστε να υπάρξει ο απαραίτητος και ικανός χρόνος για ουσιαστικό διάλογο, επί του συνόλου των ρυθμίσεων που αυτό θα περιλαμβάνει.Το Υπουργείο οφείλει επίσης να συντάξει την «έκθεση επί της δημόσιας διαβούλευσης», η οποία θα συνοδεύσει το σχέδιο νόμου στη διαδικασία συζήτησης και ψήφισής του από τη Βουλή των Ελλήνων (νέος κανονισμός της Βουλής, άρθρο 85, παρ. 3), από ΜΙΑ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗ ΠΟΥ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΣΥΝΟΛΙΚΑ και όχι σε τρεις ‘δόσεις’, καθώς τουλάχιστον οι μεταβατικές διατάξεις θα πρέπει (σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στις «Μεταβατικές διατάξεις», άρθρο 08 του παρόντος) να υποβληθούν επίσης σε διαδικασία δημόσιας διαβούλευσης. Σημείωση: Το σύνολο των κειμένων που η Ένωση Ελλήνων Ερευνητών κατέθεσε στην παρούσα διαβούλευση βρίσκεται αναρτημένο στοhttp://eee-researchers.gr/Anakoinoseis-EEE/EEE_Keimena-Diavouleusis-Sxediou-Nomou-Ereunas.pdf.
 
 
ΕΝΩΣΗ ΕΛΛΗΝΩΝ ΕΡΕΥΝΗΤΩΝ
ΕΝΩΣΗ ΕΛΛΗΝΩΝ ΕΡΕΥΝΗΤΩΝ –http://www.eee-researchers.gr Δ. ΣΥΝΔΕΣΗ ΕΡΕΥΝΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗΑξιοποίηση Ερευνητικών Αποτελεσμάτων ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ /ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ Όσον αφορά την αξιοποίηση των ερευνητικών αποτελεσμάτων και τη σύνδεση της έρευνας με την παραγωγή, οφείλουμε καταρχήν να προσδιορίσουμε τους όρους της σχετικής συζήτησης, δεδομένου ότι το κείμενο διαβούλευσης δεν επιτελεί τον ουσιαστικό του ρόλο, ο οποίος είναι ο εξορθολογισμός, ο εκσυγχρονισμός και η βελτίωση του δημόσιου ερευνητικού συστήματος, αλλά διολισθαίνει προς έναν πλήρη επαναπροσδιορισμό του ρόλου του δημόσιου αυτού συστήματος, αντιμετωπίζοντάς το ως ιδιωτική επιχείρηση «υπό την εποπτεία του κράτους». Η φύση και οι στόχοι του δημόσιου ερευνητικού συστήματος και του ιδιωτικού ερευνητικού τομέα έχουν κοινά στοιχεία, αλλά στον πυρήνα τους είναι διαφορετικοί. Η ερευνητική δραστηριότητα στις επιχειρήσεις έχει ως στόχο την καινοτομία των προϊόντων, υπηρεσιών και μεθόδων. Οι ιδιωτικές επιχειρήσεις προστατεύουν τις καινοτομικές τους δραστηριότητες, τόσο με ιδιοκτησιακές κατοχυρώσεις (πατέντες, μοντέλα, κλπ.), όσο και μέσω των βιομηχανικών μυστικών. Η ερευνητική διαδικασία στους δημόσιους ερευνητικούς φορείς έχει ως κύριο στόχο την παραγωγή νέας γνώσης ως δημόσιου αγαθού, ενώ η καινοτομία αποτελεί μια μόνο από τις συνιστώσες των ερευνητικών τους αποτελεσμάτων. Για τους πολίτες που συμβάλλουν οικονομικά στη συνολική εθνική ερευνητική προσπάθεια, οι δύο αυτοί ερευνητικοί τομείς ανταποδίδουν με διαφορετικό τρόπο. Η βιομηχανική έρευνα, διαμέσου της αγοράς, τους προσφέρει νέα, καινοτόμα προϊόντα. Η δημόσια έρευνα είναι ο κύριος μηχανισμός που παράγει και διαδίδει νέα γνώση, η οποία είναι προσβάσιμη και αξιοποιήσιμη από όλους. Στο δημόσιο ερευνητικό σύστημα της χώρας μας υπηρετούν ερευνητές – δημόσιοι λειτουργοί, η πλειονότητα των οποίων επέστρεψε στην Ελλάδα μετά από πολύχρονη ερευνητική εργασία σε διεθνή ερευνητικά κέντρα και ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Οι ερευνητές αυτοί συνήψαν συμβόλαιο με την ελληνική πολιτεία, το οποίο από την πλευρά τους προβλέπει την κατάθεση της εμπειρίας τους, της δημιουργικής τους φαντασίας και της εργασίας τους, στο απόθεμα δημόσιων αγαθών, προκειμένου να συμβάλλουν στην αύξηση του κεφαλαίου νέας γνώσης, να συνδράμουν την πολιτεία σε κρίσιμους τομείς εθνικού ενδιαφέροντος (οι οποίοι δεν μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο της ιδιωτικής πρωτοβουλίας) και να συνεισφέρουν (διαμέσου του δεύτερου και τρίτου κύκλου σπουδών) στη διαμόρφωση των στελεχών υψηλής ειδίκευσης του δημόσιου τομέα και του παραγωγικού ιστού της χώρας. Ως ανταμοιβή, προβλέπεται ότι ο Έλληνας φορολογούμενος θα τους καταβάλλει έναν αξιοπρεπή μισθό. Ως φυσική συνέπεια της μορφής του δημόσιου ερευνητικού συστήματος προκύπτει ότι αυτό υπάγεται στους κανόνες του δημοσίου δικαίου. Τούτο συνεπάγεται δύο βασικές διατάξεις τις οποίες θα πρέπει να περιλαμβάνει ο νέος νόμος: Α. Τα δημόσια ερευνητικά κέντρα που εποπτεύονται από το Υπουργείο Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων (δια μέσου της ΓΓΕΤ) είναι Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ). Β. Η πολιτεία εγγυάται τη μισθοδοσία του προσωπικού τους και τα λειτουργικά τους έξοδα. Ένα σημαντικό τμήμα των ερευνητικών δραστηριοτήτων στις ιδιωτικές επιχειρήσεις υποστηρίζεται από τις μεγάλες παραγγελίες του δημόσιου τομέα. Τα μεγάλα έργα υποδομής στις τηλεπικοινωνίες, στους στρατιωτικούς εξοπλισμούς, την αεροπλοΐα, την πράσινη ανάπτυξη, κλπ., αποτελούν μορφές άμεσης μεταβίβασης κοινωνικών πόρων προς τον ιδιωτικό τομέα, με αντιστάθμισμα τη βελτίωση των όρων ζωής και εργασίας των πολιτών. Στην Ευρώπη, οι νέες γνώσεις, οι νέες τεχνολογίες, αναπτύσσονται με μεγάλα προγράμματα δημόσιας χρηματοδότησης. Η παραγωγή νέας γνώσης και η διάδοσή της στην κοινωνία δεν είναι υπόθεση της αγοράς αλλά υπόθεση των δημόσιων εκπαιδευτικών και ερευνητικών ιδρυμάτων και αντικείμενο ειδικών πολιτικών που στηρίζονται σε σημαντική δημόσια χρηματοδότηση.Η προστασία του περιβάλλοντος είναι η μεγάλη πρόκληση της εποχής μας, αποτελεί ύψιστο δημόσιο αγαθό και εξωτερικό παράγοντα που καθορίζει το πλαίσιο λειτουργίας της αγοράς. Η έρευνα στις κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες επιτελεί σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση πολιτικών. Τα ανωτέρω θέματα, όπως και τα πρωτόγνωρα ζητήματα βιοηθικής που ανακύπτουν από την εκρηκτική ανάπτυξη των επιστημών ζωής μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο διαμέσου μιας ισχυρής και συντονισμένης παρέμβασης του δημόσιου ερευνητικού τομέα. Η συνολική εθνική ερευνητική προσπάθεια στην οποία εμπλέκονται τα δημόσια ερευνητικά εργαστήρια, τα εργαστήρια των μεγάλων επιχειρήσεων, καθώς και αυτά των μικρομεσαίων, θα πρέπει να αποτελεί το αντικείμενο συντονισμού των εμπλεκομένων Υπουργείων υπό την αιγίδα μιας τελικής εποπτείας την οποία θα ασκεί στην παρούσα φάση η ΓΓΕΤ και σύντομα ένα νέο : Γ. Υπουργείο Παιδείας, Έρευνας και Τεχνολογίας Επιπλέον, η διαδικασία συνεργασίας του δημοσίου ερευνητικού συστήματος με τον ιδιωτικό τομέα δεν θέτει υποχρεώσεις από τη μία μόνο πλευρά (αυτήν του δημοσίου). Ο ιδιωτικός τομέας οφείλει να ενσωματώσει στη λειτουργία του στοιχεία υψηλής κοινωνικής ευθύνης (π.χ., οι φαρμακευτικές εταιρείες σε ό,τι αφορά στα μεταδοτικά νοσήματα, οι εταιρείες που παραγωγής ενέργειας σε ό,τι αφορά στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, στα υδροηλεκτρικά έργα, κλπ.). Προκειμένου να ενισχυθεί η ερευνητική διαδικασία στον ιδιωτικό τομέα, προτείνουμε όπως η πολιτεία εξετάσει ειδικές ελαφρύνσεις για τις αποδεδειγμένες επενδύσεις των εταιρειών στα ερευνητικά τους εργαστήρια, καθώς και ένα ποσοστό του φόρου επί των δραστηριοτήτων αυτού του είδους το οποίο θα συνεισφέρει στον ετήσιο προγραμματισμό ερευνητικών προγραμμάτων της ΓΓΕΤ. Τα δημόσια ερευνητικά εργαστήρια θα πρέπει να έχουν επαρκή χρηματοδότηση, ώστε να εξασφαλίζουν την αυτονομία τους και να μπορούν να συζητούν ως ίσος προς ίσο με τις ιδιωτικές επιχειρήσεις, στο πλαίσιο καλά προσδιορισμένων συμφωνιών όπου και τα δύο μέρη ‘‘νοιώθουν ότι κερδίζουν’’. ΕΙΔΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ / ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ: Τεχνοβλαστοί και Νέοι ΕπιστήμονεςΥπάρχει εικοσαετής περίπου εμπειρία του θεσμού των εταιρειών τεχνοβλαστών (spin off) και των τεχνολογικών πάρκων. Η προσπάθεια της πολιτείας θα πρέπει να επικεντρωθεί στην ενίσχυση πρωτοβουλιών νέων ερευνητών και όχι στη συντήρηση στο διηνεκές δημόσιων λειτουργών, οι οποίοι ασκούν παράλληλα και επιχειρηματικές δραστηριότητες. Οφείλουμε να αποτιμήσουμε την εικοσαετή εμπειρία των τεχνοβλαστών και να στρέψουμε την προσοχή μας στην ενίσχυση των νέων ερευνητών, με την παραχώρηση κυψελίδων στα τεχνολογικά πάρκα, την ενίσχυση της πρόσβασής τους στις εργαστηριακές εγκαταστάσεις, κλπ. Οι τεχνοβλαστοί των νέων ερευνητών θα πρέπει να τύχουν ιδιαίτερης φροντίδας από την πολιτεία, με την ενίσχυσή τους σε ό,τι αφορά την κάλυψη νέου προσωπικού, άλλες ειδικές ενισχύσεις, φορολογικές ελαφρύνσεις για μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο (π.χ., 4-5 ετών), κλπ. Πνευματικά δικαιώματαΟι ερευνητές δημόσιοι λειτουργοί αμείβονται για να παράγουν νέα γνώση. Είναι λογικό στα ζητήματα πνευματικής ιδιοκτησίας να υπάρχει ένας επιμερισμός μεταξύ του δημοσίου που καταβάλλει το τίμημα της μισθοδοσίας και του ερευνητή που παράγει τη γνώση. Στα πνευματικά δικαιώματα (πατέντες) είναι εύλογο να υπάρχει ένας επιμερισμός ποσοστών, π.χ., 40% για τον εφευρέτη ή την ομάδα εφευρετών, 40% για το οικείο ΕΚ ή Ινστιτούτο και 20% για τον κεντρικό προϋπολογισμό ερευνητικών προγραμμάτων της ΓΓΕΤ, προκειμένου να υπαχθεί στο πρόγραμμα των ερευνητικών προκηρύξεων.___________________________________________________________________ 2η προσέγγιση για το θέμα των πνευματικών δικαιωμάτων: Οι προβλέψεις για το θέμα των πνευματικών δικαιωμάτων θα πρέπει να διέπονται από την αρχή ότι μια πατέντα είναι «Υπηρεσιακή» όταν προκύπτει από συγκεκριμένη χρηματοδότηση που είχε το αντίστοιχο τεχνικό περιεχόμενό της ως αρχικό στόχο, ενώ όλες οι υπόλοιπες θα θεωρούνται «Εξαρτημένες» ως αποκύημα της ερευνητικής εργασίας των φυσικών προσώπων που παρήγαγαν την εκμεταλλεύσιμη γνώση στο πλαίσιο των εργασιών του ΕΚ. Επίσης, τα ΕΚ πρέπει να συμπεριλάβουν στους Εσωτερικούς Κανονισμούς Λειτουργίας τους ρυθμίσεις που θα διαφυλάσσουν τη λειτουργία των ΕΚ, καθορίζοντας το πλαίσιο ενασχόλησης των ερευνητών ή των διευθυντών με επιχειρήσεις που αξιοποιούν τα αποτελέσματα της έρευνας. Οι ερευνητικοί φορείς υποχρεούνται να ενημερώνουν το προσωπικό τους για τις ρυθμίσεις αυτές.___________________________________________________________________ Εθνικό Μητρώο Καινοτομικών Επιχειρήσεων Υψηλής ΤεχνολογίαςΠροτείνουμε τη δημιουργία στη ΓΓΕΤ «Εθνικού Μητρώου Καινοτομικών Επιχειρήσεων Υψηλής Τεχνολογίας», στο οποίο θα εντάσσονται επιχειρήσεις οι οποίες: (1) δραστηριοποιούνται σε τομείς υψηλής τεχνολογίας, όπως αυτοί ορίζονται κατά τη διεθνή πρακτική, (2) έχουν τμήμα Έρευνας και Ανάπτυξης με ειδικευμένο προσωπικό και (3) άνω από το 30% του κύκλου εργασιών τους προέρχεται από τεχνολογία αναπτυγμένη από την ίδια την επιχείρηση (πατέντες, ερευνητικά προγράμματα). ———————————————ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ:Τα ανωτέρω σχόλια αναφέρονται κυρίως στο «σχέδιο νόμου 1» που τίθεται εδώ σε διαβούλευση υπό τη μορφή οκτώ (08) Άρθρων/Κεφαλαίων.Το «σχέδιο νόμου 2» που δόθηκε στη διαβούλευση (μία ημέρα πριν από τη λήξη της προθεσμίας για διαβούλευση του «σχεδίου νόμου 1», στις 30 Ιανουαρίου) με περιθώριο για δημόσια συζήτηση μίας περίπου εβδομάδας (!) είναι ατελές και περιέχει αντιφατικές ρυθμίσεις.Η ερευνητική κοινότητα ζητά από το Υπουργείο να δημοσιοποιήσει το επεξεργασμένο, τελικό προσχέδιο νόμου με όλες τις διατάξεις (και τις ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ) και να μεριμνήσει ώστε να υπάρξει ο απαραίτητος και ικανός χρόνος για ουσιαστικό διάλογο, επί του συνόλου των ρυθμίσεων που αυτό θα περιλαμβάνει.Το Υπουργείο οφείλει επίσης να συντάξει την «έκθεση επί της δημόσιας διαβούλευσης», η οποία θα συνοδεύσει το σχέδιο νόμου στη διαδικασία συζήτησης και ψήφισής του από τη Βουλή των Ελλήνων (νέος κανονισμός της Βουλής, άρθρο 85, παρ. 3), από ΜΙΑ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗ ΠΟΥ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΣΥΝΟΛΙΚΑ και όχι σε τρεις ‘δόσεις’, καθώς τουλάχιστον οι μεταβατικές διατάξεις θα πρέπει (σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στις «Μεταβατικές διατάξεις», άρθρο 08 του παρόντος) να υποβληθούν επίσης σε διαδικασία δημόσιας διαβούλευσης. Σημείωση: Το σύνολο των κειμένων που η Ένωση Ελλήνων Ερευνητών κατέθεσε στην παρούσα διαβούλευση βρίσκεται αναρτημένο στοhttp://eee-researchers.gr/Anakoinoseis-EEE/EEE_Keimena-Diavouleusis-Sxediou-Nomou-Ereunas.pdf.
 
 
ΕΝΩΣΗ ΕΛΛΗΝΩΝ ΕΡΕΥΝΗΤΩΝ
ΕΝΩΣΗ ΕΛΛΗΝΩΝ ΕΡΕΥΝΗΤΩΝ –http://www.eee-researchers.gr Ε. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΩΝ ΚΕΝΤΡΩΝ Η συστηματική αξιολόγηση είναι από τα βασικά στοιχεία για την εύρυθμη και παραγωγική λειτουργία ενός φορέα. Όταν δε πρόκειται για δημόσιο φορέα, όπως είναι τα Ερευνητικά Κέντρα (ΕΚ), αποτελεί απαραίτητο στοιχείο για τη λογοδοσία στην κοινωνία. Επιπλέον, η συστηματική, αντικειμενική και υψηλής ποιότητας αξιολόγηση όλων των ερευνητικών φορέων της χώρας, αποτελεί αναγκαίο παράγοντα για την αναγνώριση και την προώθηση της Αριστείας. Φαίνεται ότι η πολιτική ηγεσία υπερθεματίζει εδώ για λόγους πολιτικού εντυπωσιασμού μια διαδικασία που δεν είναι ευρέως εδραιωμένη στην ελληνική κοινωνία (και εμφανίζεται σήμερα ως λάβαρο-φετίχ), ενσταλάζοντας έμμεσα και εντέχνως την ιδέα ότι «τα Ερευνητικά Κέντρα δεν αξιολογούνται», και ότι «από εδώ και πέρα θα σταματήσει αυτή η κατάσταση» (με πρωτοβουλία της πολιτικής ηγεσίας).Υπενθυμίζουμε, όμως, ότι υψηλής ποιότητας αξιολόγηση με εξωτερικούς κριτές διεξάγεται στα Ερευνητικά Κέντρα που εποπτεύονται από τη Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας (ΓΓΕΤ) εδώ και είκοσι χρόνια ανά πενταετία και θεσμικά έχει καταχωρηθεί ως άρθρο 23Α στο ν. 2919/2001. Η μόνη πενταετία στην οποία δεν υπήρξε αξιολόγηση είναι η τελευταία, παρόλο που τα ΕΚ έστειλαν τουλάχιστον τρεις φορές τα σχετικά στοιχεία στο ΥΠΔΒΜΘ. Κοντολογίς, το Υπουργείο δεν κατάφερε να οργανώσει την εξωτερική αξιολόγηση του 2009, γεγονός που δημιουργεί επιφυλάξεις ως προς την αξιοπιστία του και, επιπλέον, αποδυναμώνει τη σοβαρότητα του εγχειρήματος της Α’ Φάσης αναδιάρθρωσης του ερευνητικού ιστού. Το ζητούμενο σήμερα είναι η ενσωμάτωση της διαδικασίας αξιολόγησης και στους ερευνητικούς φορείς εκτός των ΕΚ της ΓΓΕΤ, οι οποίοι ανήκουν σε διάφορα υπουργεία, συμπεριλαμβανομένου και του ΥΠΔΒΜΘ. Σε αυτό το ζήτημα η πολιτική ηγεσία αποφεύγει να πάρει σαφή, θετική θέση, ενώ παράλληλα ‘φορτώνει’ με αξιολογήσεις αυτούς που ήδη αξιολογούνται, δηλαδή τα ΕΚ που εποπτεύονται από τη ΓΓΕΤ.Ερωτηματικό επίσης παραμένει το πώς σχεδιάζει η πολιτεία να προχωρήσει στη Β’ Φάση αναδιάρθρωσης του ερευνητικού ιστού της χώρας, δίχως να προηγηθεί αξιολόγηση των (λοιπών -εκτός ΥΠΔΒΜΘ) υπό αναδιάρθρωση ερευνητικών φορέων. Στο κείμενο της διαβούλευσης προτείνονται πολλαπλές αξιολογήσεις (εσωτερικές, εξωτερικές, ανά Κέντρο, ανά Ινστιτούτο, ανά ερευνητή, κλπ.). Αυτό και μόνο δημιουργεί ερωτηματικά για το κατά πόσον οι συντάκτες του κειμένου έχουν κάποια εικόνα, έστω και αμυδρή, τόσο για τη λειτουργία των ΕΚ όσο και για την εργασία της αξιολόγησης. Η αξιολόγηση είναι ένα πολύτιμο εργαλείο για την ερευνητική κοινότητα και οφείλει να γίνεται με την αρμόζουσα σοβαρότητα. Η υπερπληθώρα των διαδικασιών αξιολόγησης υποβαθμίζει τον θεσμό και δημιουργεί δυσλειτουργία στα ΕΚ. Επίσης, ένα από τα ζητούμενα είναι η επεξεργασία των στοιχείων της αξιολόγησης, ώστε να απηχούν με ακριβέστερο τρόπο την ερευνητική παραγωγή. Για παράδειγμα, θα πρέπει να δημιουργηθούν Βάσεις Δεδομένων, ώστε να προσμετρώνται τόσο η επιστημονική παραγωγή που γράφεται στην ελληνική γλώσσα, όσο και η επιστημονική παραγωγή των ανθρωπιστικών επιστημών. Αυτά τα αυτονόητα και πολυσυζητημένα θέματα δεν φαίνεται να απασχολούν τους συντάκτες του κειμένου, οι οποίοι αρκούνται να επαναλαμβάνουν «δάνειες» διατυπώσεις, χωρίς να έχουν κάνει κάποια ουσιαστική δουλειά για τα θέματα που εκ των πραγμάτων τίθενται. ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ / ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ: 1. Δεδομένου ότι θα πρέπει να υπάρχει διαχωρισμός της αρχής αξιολόγησης από την αρχή χρηματοδότησης, η Ένωση Ελλήνων Ερευνητών (ΕΕΕ) προτείνει ως αρμόδια αρχή για την αξιολόγηση των Ερευνητικών Κέντρων (ΕΚ) και Ινστιτούτων την «Αρχή Διασφάλισης της Ποιότητας στην Ανώτατη Εκπαίδευση» (ΑΔΙΠ, ν. 4009/2011).Επιπλέον, η ΑΔΙΠ θα πρέπει να μετονομαστεί σε «Αρχή Διασφάλισης της Ποιότητας στην Ανώτατη Εκπαίδευση και την Έρευνα» (ΑΔΙΠΑΕ – όπως έχει ήδη προταθεί κατά τη διάρκεια της διαβούλευσης του νόμου για τα ΑΕΙ 4009/2011, βλ.http://eee-researchers.gr/Anakoinoseis-EEE/EEE-EX_397-21-7-11_Protaseis-sto-prosxedio-nomou-anotati-ekp.pdf), με στόχο να αποτελέσει σταδιακά τον ανεξάρτητο, ενιαίο φορέα αξιολόγησης όλων των ερευνητικών φορέων της χώρας (για τη συγκριτική-συνολική μελέτη των στοιχείων της ερευνητικής δραστηριότητας σε ΑΕΙ και ΕΚ/Ι, στο πλαίσιο του ενιαίου χώρου εκπαίδευσης-έρευνας), ενώ το Συμβούλιο της Αρχής θα πρέπει να διευρυνθεί με τη συμμετοχή περισσότερων ερευνητών (με τροπολογία στο ν. 40009/2011, άρθρο 67, παρ. 2, εδάφιο στ). 2. Για τις εξωτερικές αξιολογήσεις των ερευνητικών φορέων, η επιτροπή κριτών θα πρέπει να αποτελείται αποκλειστικά από επιστήμονες της αλλοδαπής, διεθνώς αναγνωρισμένου κύρους, ειδικούς σε ένα τουλάχιστον από τα αντικείμενα του υπό αξιολόγηση Ινστιτούτου/ΕΚ, οι οποίοι θα επιλέγονται από το ΕΣΕΤΕΚ.Η αξιολόγηση των ΕΚ και των Ινστιτούτων τους από διεθνούς κύρους επιστήμονες της αλλοδαπής εφαρμόζεται στα ΕΚ/Ι που εποπτεύονται από τη ΓΓΕΤ από το 1995, διασφαλίζοντας όχι μόνο την αμεροληψία της αξιολόγησης στο μέγιστο δυνατό βαθμό, αλλά και τη βέλτιστη συσχέτισή της με τις σύγχρονες διεθνείς τάσεις της επιστήμης και, ως εκ τούτου θα πρέπει να συνεχιστεί, θεσμοθετούμενη και στον υπό συζήτηση νόμο. 3. Τα κριτήρια και η διαδικασία εφαρμογής των αξιολογήσεων θα πρέπει να είναι ενιαία για όλους τους δημόσιους ερευνητικούς φορείς της χώρας. Ειδική μέριμνα πρέπει να υπάρξει όσον αφορά στα κριτήρια με τα οποία αξιολογούνται οι ανθρωπιστικές και οι κοινωνικές επιστήμες, τα οποία δεν μπορεί να είναι ταυτόσημα με αυτά των θετικών επιστημών. 4. Θα πρέπει να αποφευχθεί η αναίτια υπερβολική γραφειοκρατία που προκύπτει από την κατ’ έτος συλλογή στοιχείων (σχετικών με την αξιολόγηση) από τη ΓΓΕΤ, καθώς και από την ταυτόχρονη διεξαγωγή εσωτερικών και εξωτερικών αξιολογήσεων και την ξεχωριστή εξωτερική αξιολόγηση (σε άλλο χρόνο και από διαφορετικές επιτροπές) Ερευνητικών Κέντρων και Ινστιτούτων. 5. Στον παρόντα νόμο θα πρέπει επίσης να προβλεφθεί ρύθμιση για τη διαδικασία αξιολόγησης των υπηρεσιών της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Τεχνολογίας (ΓΓΕΤ). ΕΙΔΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ / ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ: 1. Οι εξωτερικές αξιολογήσεις θα πρέπει να συμπίπτουν με την ολοκλήρωση της υλοποίησης των προγραμματικών συμφωνιών των ΕΚ (ώστε να αξιολογείται η εφαρμογή της προηγηθείσας προγραμματικής συμφωνίας και να ενσωματώνονται οι προτεινόμενες από τους αξιολογητές δράσεις στην επόμενη). 2. Ο αριθμός των αξιολογητών των Ινστιτούτων θα πρέπει να είναι ανάλογος των ερευνητικών τους αντικειμένων (δηλαδή ενδεχομένως και μεγαλύτερος του τρία). 3. Ομοειδούς αντικειμένου Ινστιτούτα αξιολογούνται από την ίδια επιτροπή κριτών, ώστε να είναι δυνατή η συγκριτική τους αξιολόγηση. 4. Η κάθε επιτροπή εξωτερικής αξιολόγησης Ινστιτούτων αξιολογεί ταυτόχρονα και το αντίστοιχο Ερευνητικό Κέντρο, λαμβάνοντας υπόψη και τη γενικότερη ερευνητική πολιτική της χώρας στο συγκεκριμένο επιστημονικό τομέα.Η ξεχωριστή αξιολόγηση Ινστιτούτων και Κέντρων (σε διαφορετικό χρόνο και με διαφορετικές επιτροπές) δεν έχει νόημα, καθώς το κάθε Κέντρο κατά γενικό κανόνα αποτελείται από Ινστιτούτα και (κεντρικές) διοικητικές-οικονομικές υπηρεσίες. Έτσι, η καθαυτή επιστημονική αξιολόγηση αφορά τα Ινστιτούτα, ενώ η αξιολόγηση του Κέντρου αφορά κυρίως στο κατά πόσον οι κεντρικές υπηρεσίες εξασφαλίζουν τη δέουσα υποστήριξη στο ερευνητικό έργο των Ινστιτούτων. 5. Τα Ερευνητικά Κέντρα και τα Ινστιτούτα τους υπόκεινται σε εσωτερική (αυτο-)αξιολόγηση στο ενδιάμεσο δύο εξωτερικών – διεθνών αξιολογήσεων, δηλαδή περίπου κάθε τέσσερα έτη.Αυτό διότι, εφόσον η αυτο-αξιολόγηση γίνεται κάθε δύο έτη και η εξωτερική αξιολόγηση κάθε τέσσερα (όπως προτείνεται στην παρούσα διαβούλευση), κάθε δεύτερη αυτο-αξιολόγηση θα συμπίπτει με την εξωτερική αξιολόγηση, κάτι που δεν έχει κανένα νόημα (να γίνεται δηλαδή κάθε τέσσερα χρόνια ταυτόχρονα και εσωτερική και εξωτερική αξιολόγηση). 6. Στο παρόν κείμενο διαβούλευσης αναγράφεται ότι «Αντικείμενο της εσωτερικής αξιολόγησης είναι μεταξύ άλλων και η αξιολόγηση των Ερευνητών Α και Β, εφόσον οι τελευταίοι δεν υποβάλλουν αίτηση για εξέλιξη στη βαθμίδα Α». Ως προς αυτό επισημαίνουμε ασυμμετρία σε σχέση με την αξιολόγηση των καθηγητών πρώτης βαθμίδας και των αναπληρωτών καθηγητών που δεν έχουν υποβάλλει αίτηση για εξέλιξη, όπως αυτή θεσμοθετείται στο ν. 4009/2011 (κάθε πέντε έτη, από τριμελείς επιτροπές που επιλέγονται από τα μητρώα του άρθρου 19, κλπ.). ———————————————ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ:Τα ανωτέρω σχόλια αναφέρονται κυρίως στο «σχέδιο νόμου 1» που τίθεται εδώ σε διαβούλευση υπό τη μορφή οκτώ (08) Άρθρων/Κεφαλαίων.Το «σχέδιο νόμου 2» που δόθηκε στη διαβούλευση (μία ημέρα πριν από τη λήξη της προθεσμίας για διαβούλευση του «σχεδίου νόμου 1», στις 30 Ιανουαρίου) με περιθώριο για δημόσια συζήτηση μίας περίπου εβδομάδας (!) είναι ατελές και περιέχει αντιφατικές ρυθμίσεις.Η ερευνητική κοινότητα ζητά από το Υπουργείο να δημοσιοποιήσει το επεξεργασμένο, τελικό προσχέδιο νόμου με όλες τις διατάξεις (και τις ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ) και να μεριμνήσει ώστε να υπάρξει ο απαραίτητος και ικανός χρόνος για ουσιαστικό διάλογο, επί του συνόλου των ρυθμίσεων που αυτό θα περιλαμβάνει.Το Υπουργείο οφείλει επίσης να συντάξει την «έκθεση επί της δημόσιας διαβούλευσης», η οποία θα συνοδεύσει το σχέδιο νόμου στη διαδικασία συζήτησης και ψήφισής του από τη Βουλή των Ελλήνων (νέος κανονισμός της Βουλής, άρθρο 85, παρ. 3), από ΜΙΑ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗ ΠΟΥ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΣΥΝΟΛΙΚΑ και όχι σε τρεις ‘δόσεις’, καθώς τουλάχιστον οι μεταβατικές διατάξεις θα πρέπει (σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στις «Μεταβατικές διατάξεις», άρθρο 08 του παρόντος) να υποβληθούν επίσης σε διαδικασία δημόσιας διαβούλευσης. Σημείωση: Το σύνολο των κειμένων που η Ένωση Ελλήνων Ερευνητών κατέθεσε στην παρούσα διαβούλευση βρίσκεται αναρτημένο στοhttp://eee-researchers.gr/Anakoinoseis-EEE/EEE_Keimena-Diavouleusis-Sxediou-Nomou-Ereunas.pdf.